Τα Νέα, Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, πριν από τη δημιουργία της ζώνης του ευρώ, οδήγησε σε μια μεγάλη περίοδο οικονομικής στασιμότητας ή ελάχιστης ανάπτυξης. Αυτό οφείλεται τόσο στο παραδοσιακό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας όσο και στην οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε στη δεκαετία του 1980, όταν υπήρξε εκτροχιασμός των δημόσιων οικονομικών, με την έκρηξη των δημόσιων δαπανών και του δημόσιου χρέους και πολύ υψηλός πληθωρισμός.

Στη δεκαετία του 1990, η πολιτική της σύγκλισης αποδείχθηκε αναποτελεσματική, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ με σημαντικές δημοσιονομικές ανισορροπίες και χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Από τη στιγμή που η Ελλάδα μπήκε στη ζώνη του ευρώ, το μόνο εργαλείο σταθεροποίησης της οικονομίας που της απέμεινε ήταν η δημοσιονομική πολιτική, δηλαδή η πολιτική των φόρων, των δημόσιων δαπανών και του χρέους. Ωστόσο, σε συνθήκες ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων σε μια νομισματική ένωση, η δημοσιονομική πολιτική δεν αρκεί για να επιτευχθεί ο διττός στόχος της επαρκούς οικονομικής ανάπτυξης χωρίς προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών. Μια προσπάθεια αντιμετώπισης της ανεργίας με δημοσιονομικά μέτρα, όπως η μείωση των φόρων ή η αύξηση των δημόσιων δαπανών, οδηγεί νομοτελειακά σε εξωτερικές ανισορροπίες, με τη μορφή της διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Από την άλλη, μια προσπάθεια αντιμετώπισης των εξωτερικών ανισορροπιών, με τη μορφή της αύξησης των φόρων ή της μείωσης των δημόσιων δαπανών, οδηγεί νομοτελειακά σε αύξηση της ανεργίας και ύφεση.

Για τα πρώτα δέκα χρόνια μετά τη διασφάλιση της ένταξης, η ελληνική οικονομία κατόρθωσε να απολαύσει ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη συνδυασμένη με χαμηλό πληθωρισμό. Η ταχύτερη αυτή ανάπτυξη ήταν αποτέλεσμα της ανόδου τόσο των επενδύσεων όσο και της κατανάλωσης, λόγω της σημαντικής μείωσης των επιτοκίων που επέφερε η συμμετοχή στην ευρωζώνη.

Από την άλλη, η διεύρυνση της διαφοράς επενδύσεων – αποταμιεύσεων οδήγησε νομοτελειακά σε διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κάτι που εν μέρει αγνοήθηκε σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας πριν από την κρίση, λόγω του ότι ο εξωτερικός δανεισμός γινόταν σε ευρώ. Επιπλέον, από τη στιγμή της ένταξης το 2000, η πολιτική χαλάρωσε και εντάθηκαν τόσο οι δημοσιονομικές ανισορροπίες όσο και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας.

Ωστόσο, το οκταετές πρόγραμμα προσαρμογής που υιοθετήθηκε στον απόηχο της κρίσης του 2010 έχει, μέχρι στιγμής, αποδειχθεί μία παταγώδης αποτυχία, καθώς οδήγησε την ελληνική οικονομία σε μία υπεροκταετή ύφεση πρωτοφανούς διάρκειας και βάθους. Στο δίλημμα μεταξύ ύφεσης και εξισορρόπησης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών οι «θεσμοί» επέλεξαν μια παρατεταμένη ύφεση, και αυτό αποτυπώθηκε και στα τρία Μνημόνια.

Τι μπορεί να γίνει τώρα, καθώς το πρόγραμμα αυτό ολοκληρώνεται;

Αυτό που πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία είναι η παλινδρόμηση στις πολιτικές της τριακονταετίας πριν από την κρίση. Ο κίνδυνος του λαϊκισμού ελλοχεύει πάντοτε, ιδίως σε μία οικονομία που έχει περάσει μια τόσο μεγάλη ύφεση. Χρειάζεται ένα ανασχεδιασμένο, αξιόπιστο και συνεπές μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ανάκαμψης, με προσδοκώμενη διάρκεια και ευρύτερη στόχευση από αυτή μιας κυβερνητικής θητείας. Το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει βεβαίως να είναι αποδεκτό και από τους ευρωπαϊκούς «θεσμούς», αλλά εναπόκειται σε εμάς να το σχεδιάσουμε και να συνεργαστούμε τόσο μεταξύ μας, όσο και με τους «θεσμούς».

Σύνδεσμος στο πλήρες άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα

 

 

Advertisements