Αποσπάσματα από ομιλία του Καθ. Γιώργου Αλογοσκούφη στην Ημερίδα του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Ι.ΔΙ.Σ.) του Παντείου Πανεπιστημίου για τις τράπεζες, 19 Ιουνίου 2019.

Η χώρα οδηγήθηκε τελικά σε κρίση λόγω της διαχρονικής αδυναμίας της να χειριστεί ικανοποιητικά το αμείλικτο δίλημμα μιας μικρής ανοικτής οικονομίας με χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα, η οποία λειτουργεί σε ένα καθεστώς ελεύθερης κινητικότητας κεφαλαίων και αμετάκλητα καθορισμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως η ζώνη του ευρώ.

Μια τέτοια οικονομία, όπως πρώτος ανέδειξε ο Robert Mundell το 1963, αντιμετωπίζει ένα δίλημμα μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας, δεδομένου ότι έχει μόνο ένα μέσο μακροοικονομικής σταθεροποίησης, τη δημοσιονομική πολιτική, με το οποίο θα πρέπει να επιδιώκει να ικανοποιήσει δύο αντικρουόμενους στόχους.

Μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική την οδηγεί προς την πλήρη απασχόληση εις βάρος όμως ενός διευρυνόμενου ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική μπορεί να διορθώσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αλλά σε βάρος της απασχόλησης και της παραγωγής, με τη δημιουργία οικονομικής ύφεσης.

Η υποτίμηση του νομίσματος, η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει στην πιο ικανοποιητική επίλυση ενός τέτοιου διλήμματος, δεν αποτελεί επιλογή σε μία ζώνη ενιαίου νομίσματος, όπως η ευρωζώνη. Αυτό το δίλημμα δεν αντιμετωπίστηκε μόνο από την Ελλάδα, αλλά από όλες τις οικονομίες της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Εξάλλου, η συσσώρευση ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που οδήγησαν σε κρίση δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Υπήρξε χαρακτηριστικό και των υπολοίπων χωρών της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ότι ορισμένα από τα προβλήματα που μαστίζουν την Ελλάδα οφείλονται και σε συστημικές αδυναμίες στον σχεδιασμό της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι η Ελλάδα είχε βαθύτερες και πιο σοβαρές μακροοικονομικές ανισορροπίες από ό,τι η υπόλοιπη περιφέρεια της ευρωζώνης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η σημαντική και έντονη πτώση των πραγματικών επιτοκίων που συνόδευσε την ένταξη στην ευρωζώνη, εξαιτίας της εξάλειψης του κινδύνου υποτίμησης του νομίσματος, οδήγησε σχεδόν αμέσως σε σημαντική αύξηση των εγχώριων επενδύσεων και μείωση των εθνικών αποταμιεύσεων. Ως αποτέλεσμα, η μεν οικονομική ανάπτυξη επιταχύνθηκε λόγω της αύξησης της εγχώριας ζήτησης, αλλά σημειώθηκε και σημαντική διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας και της αύξησης των επενδύσεων σε σχέση με τις αποταμιεύσεις. Η παρατεταμένη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η συσσώρευση εξωτερικού χρέους στη δεκαετία μετά την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και προ του ξεσπάσματος της κρίσης ήταν ο κύριος παράγων που συνετέλεσε στην ένταση και τη διάρκεια της κρίσης.

Επιπλέον, στην περίπτωση της Ελλάδας, τόσο η δημοσιονομική όσο και η εισοδηματική πολιτική χαλάρωσαν σημαντικά αμέσως μετά την ένταξη στην ευρωζώνη το 2001. Αυτή η χαλάρωση προσέφερε περισσότερα καύσιμα στην οικονομική μεγέθυνση αλλά και στη διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Από την άλλη πλευρά, μετά την κρίση του 2010 και την υιοθέτηση του εξωτερικά επιβληθέντος προγράμματος προσαρμογής, η έμφαση της μακροοικονομικής πολιτικής μετατοπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών, χωρίς όμως μέριμνα για τα εγχώρια εισοδήματα, την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Ως αποτέλεσμα αυτής της απότομης αντιστροφής της πολιτικής, υπήρξε μια καταστροφικά μεγάλη και παρατεταμένη ύφεση για την ελληνική οικονομία, όπου κάθε εκατοστιαία μονάδα βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε σχέση με το ΑΕΠ κόστιζε περίπου δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από την άποψη της μείωσης της συνολικής εγχώριας παραγωγής, και περίπου μιάμιση εκατοστιαία μονάδα του συνολικού εργατικού δυναμικού, όσον αφορά την αύξηση της ανεργίας. Έτσι, το κόστος σε σχέση με τη απώλεια παραγωγής και θέσεων εργασίας υπήρξε υπερβολικό.

Ποια ήταν όμως ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού και ιδιαίτερα του τραπεζικού τομέα σε όλα αυτά. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας συνετέλεσε σημαντικά και στην διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγιου τρεχουσών συναλλαγών στην δεκαετία πριν την κρίση και στην ένταση και διάρκεια της ύφεσης μετά την κρίση; Υπήρξε ταυτόχρονα το όχημα μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν οι εξωτερικές ανισορροπίες που οδήγησαν στην κρίση, αλλά και το όχημα μέσω του οποίου μεταδόθηκε και εντάθηκε η ίδια η κρίση. Η υπερβολική πιστωτική επέκταση στην περίοδο πριν την κρίση, μέσω της αύξησης της μόχλευσης (leverage) των ελληνικών τραπεζών είχε ως συνέπεια την υπερβολική απομόχλευση (deleveraging) μετά το ξέσπασμα της κρίσης, και της δημιουργία πιστωτικής ασφυξίας, που συνετέλεσε τόσο στην ένταση όσο και στη διάρκεια της κρίσης.

Θα πρέπει να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος. Στο νέο πλαίσιο που δημιουργείται, με τη δειλή έστω δημιουργία μιας τραπεζικής ένωσης, θα πρέπει να υπάρξει περιορισμένη αύξηση της μόχλευσης των τραπεζών που δεν θα υπερβαίνει τον επιδιωκόμενο ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ. Θα πρέπει να αποφευχθεί ο κύκλος έκρηξης-κατάρρευσης των περασμένων δύο δεκαετιών. Η ευθύνη για αυτό είναι τόσο των διοικήσεων των τραπεζών όσο και των εποπτικών αρχών.

Επιπλέον, καθώς ο κύκλος έκρηξης-κατάρρευσης της τελευταίας εικοσαετίας έχει οδηγήσει σε σημαντική αποδυνάμωση της θέσης των τραπεζών, θα πρέπει να υπάρξει θαραλλέα αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων ώστε να ενισχυθεί η κεφαλαιακή κατάσταση των τραπεζών και να υπάρξουν επαρκείς πιστώσεις για νέες δραστηριότητες.

Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Ιδιαίτερα σε μία νομισματική ένωση όπως η ευρωζώνη η οποία δεν έχει προχωρήσει σε επαρκείς μεταρρυθμίσεις. Είναι αντίστοιχης δυσκολίας με την προσπάθεια ενίσχυσης της οικονομικής μεγέθυνσης χωρίς εκ νέου έκρηξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ωστόσο, η εξυγίανση των τραπεζών και η συνετή, εφεξής, πολιτική χρηματοδότησης της οικονομίας είναι αναγκαία συνθήκη για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την πολυετή κρίση.

Σύνδεσμος σε Αρχείο με την Πλήρη Ομιλία

Αναφορά-Σχολιασμός Α. Παπαγιαννίδη στο Economia.gr

 

 

 

 

 

Advertisements