Κύρια Σημεία της Παρέμβασης του Γιώργου Αλογοσκούφη στη Διαδικτυακή Συζήτηση που οργάνωσε το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου στις 18 Μαϊου 2020

Η πανδημία και τα μέτρα περιορισμού που έχει απαιτήσει έχουν διαταράξει βαθιά την παγκόσμια, την ευρωπαϊκή και βέβαια την ελληνική οικονομία. 

Η παγκόσμια ζήτηση, οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, η προσφορά εργασίας, η βιομηχανική παραγωγή, οι τιμές των εμπορευμάτων, το εξωτερικό εμπόριο και οι ροές κεφαλαίων έχουν συρρικνωθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες. 

Δεν πρόκειται απλώς για μία χρηματοπιστωτική κρίση, όπως εκείνη της περιόδου 2008-2009, αλλά για μία πολυεπίπεδη κρίση που επιδεινώνει τόσο τις συνθήκες της παγκόσμιας προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών όσο και τις συνθήκες της παγκόσμιας ζήτησης. Επιπλέον, λόγω της φύσης της πανδημίας τίθεται πλέον σε αμφισβήτηση το ίδιο το υπόδειγμα της παγκοσμιοποίησης των τελευταίων 40 χρόνων.

Οι τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ (World Economic Outlook) κάνουν λόγο για ύφεση της τάξης του 3% στην παγκόσμια οικονομία, 5,9% για τις ΗΠΑ, και 7,5% για την ευρωζώνη. Υπάρχει ακραία αβεβαιότητα γύρω από την πρόβλεψη αυτή, η οποία δεν αποκλείεται να αποδειχθεί και αισιόδοξη. Οι οικονομικές επιπτώσεις εξαρτώνται από παράγοντες που αλληλεπιδρούν με τρόπους που είναι δύσκολο να προβλεφθούν, όπως η πορεία της πανδημίας, η ένταση και η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών περιορισμού της, η έκταση των προβλημάτων εφοδιασμού, οι επιπτώσεις της δραματικής σύσφιξης στις συνθήκες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αγοράς – αλλαγές, οι μεταβολές στα πρότυπα δαπανών, αλλαγές στη συμπεριφορά (όπως το ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν τα εμπορικά κέντρα και τα μέσα μαζικής μεταφοράς), τα αποτελέσματα εμπιστοσύνης και τις ασταθείς τιμές εμπορευμάτων του πρωτογενούς τομέα.

Πολλές χώρες αντιμετωπίζουν μια πολυεπίπεδη κρίση που περιλαμβάνει ένα σοκ για την υγεία, εγχώριες οικονομικές διαταραχές όπως η μείωση της απασχόλησης, τη μεγάλη πτώση της συνολικής ζήτησης, τις αντιστροφές στις ροές κεφαλαίου και την κατάρρευση των τιμών των πρωτογενών εμπορευμάτων. Κυριαρχούν δε οι κίνδυνοι ενός χειρότερου αποτελέσματος από τις προβλέψεις.

Από την άλλη, με την (αμφίβολη) υπόθεση ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2020 θα υπάρξει σταδιακή εξομάλυνση της κατάστασης, προβλέπεται ταχεία ανάκαμψη εντός του 2021.

Η πανδημία έπληξε τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την ελληνική οικονομία σε μία περίοδο που εξακολουθούσαν να είναι ευάλωτες σε νέες διαταραχές. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ‘είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η ΕΕ έχει εισέλθει στη βαθύτερη οικονομική ύφεση στην ιστορία της’.

Η Εαρινή Οικονομική Πρόβλεψη του 2020 προβλέπει ότι η οικονομία της ζώνης του ευρώ θα συρρικνωθεί κατά 7¾% το 2020 και θα αυξηθεί κατά 6% το 2021. Η οικονομία της ΕΕ προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 7% το 2020 και να αυξηθεί κατά περίπου 6% το 2021.  Οι προβλέψεις για την ΕΕ και τη ζώνη του ευρώ έχουν αναθεωρηθεί κατά περίπου εννέα εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την οικονομική πρόβλεψη του φθινοπώρου του 2019.

Η νέα κρίση οφείλεται σε μία συμμετρική διαταραχή που πλήττει όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η Ελλάδα δεν είναι πολιτικά απομονωμένη όπως συνέβη στις αρχές του 2010, με ευθύνη της τότε κυβέρνησης. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της κρίσης και ο τρόπος με τον οποίο θα επηρεάσει τα διάφορα κράτη-μέλη θα είναι κάθε άλλο παρά συμμετρικός.

Οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν όχι μόνο από τη σοβαρότητα της εξέλιξης της πανδημίας και την αυστηρότητα των μέτρων περιορισμού της, ένα τομέα στον οποίο η Ελλάδα πέρασε τα πρώτα στάδια με επιτυχία, αλλά και από τις συγκεκριμένες οικονομικές παρενέργειες και τις αρχικές οικονομικές συνθήκες των διαφόρων κρατών μελών, καθώς και από τα περιθώρια αντίδρασης της δημοσιονομικής τους πολιτικής. 

Για μία ακόμη φορά, η ΕΕ και η Ευρωζώνη αποδεικνύονται ανέτοιμες για την από κοινού αντιμετώπιση μιας τέτοιας κρίσης. 

Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση έχουν από καιρού παραπεμφθεί στις ευρωπαϊκές καλένδες, με αποτέλεσμα η αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης να εναπόκειται, για μία ακόμη φορά, στις εθνικές δυνατότητες των κρατών-μελών και όχι στις συλλογικές δυνατότητες της ΕΕ και της Ευρωζώνης. 

Λόγω της ισχυρής αλληλεξάρτησης των οικονομιών της ΕΕ, μια ατελής ανάκαμψη σε μια χώρα, ιδιαίτερα σε μία από τις μεγάλες οικονομίες, θα επηρεάσει όλες τις άλλες χώρες και θα επιβραδύνει την οικονομική ανάκαμψη παντού.

Η οικονομία της Ελλάδας έχει ήδη πληγεί σοβαρά από την πανδημία, τα αντίμετρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της εξάπλωσής της το 2020 και την παγκόσμια ύφεση. Ο αντίκτυπος αναμένεται από όλους του διεθνείς οργανισμούς να είναι μεγάλος λόγω της σημασίας του τομέα του τουρισμού και το πολύ υψηλό μερίδιο στην παραγωγή των πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες. Παρά τα άμεσα μέτρα στήριξης της οικονομίας, η ισχυρή συρρίκνωση της παραγωγής αναμένεται να επηρεάσει την απασχόληση. Επιπλέον, τόσο η ύφεση όσο και το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης θα οδηγήσουν σε ένα σημαντικό δημοσιονομικό έλλειμμα και εκ νέου άνοδο του δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ.

Παρότι η κρίση της πανδημίας βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, και οι προβλέψεις είναι εξαιρετικά αβέβαιες, οι άμεσες οικονομικές προοπτικές διαφαίνονται ως εξαιρετικά αρνητικές.

Τι πρέπει όμως να γίνει προκειμένου η νέα αυτή διεθνής κρίση να μην εξελιχθεί σε μία νέα μεσοχρόνια καθίζηση της ελληνικής οικονομίας;

Η τρέχουσα πρόκληση για την Ελλάδα, εκτός από τα άμεσα πυροσβεστικά μέτρα που έχουν υιοθετηθεί, είναι να σχεδιάσει και να υιοθετήσει ένα μεσοχρόνιο μείγμα πολιτικής βασισμένο σε μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς (supply side), το οποίο θα επέτρεπε μια βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας εντός των ορίων της ζώνης του ευρώ, αλλά χωρίς την επανεμφάνιση εξωτερικών ανισορροπιών. Το μείγμα πολιτικής θα πρέπει να επικεντρωθεί σε περαιτέρω βελτιώσεις στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και στην αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αύξηση των επενδύσεων.

Σύνδεσμος στη Μαγνητοσκόπηση της Διαδικτυακής Συζήτησης