Από το περιοδικό The Economist

19 Δεκεμβρίου 2020

Η Sally Brown, η οποία γεννήθηκε στο Vermont στις αρχές του 1800, είχε ένα συνήθως ποικίλο πρόγραμμα για μια εργαζόμενη γυναίκα της εποχής. Όπως δείχνει το ημερολόγιό της, τη μια μέρα έπλεκε κάλτσες, μια άλλη άρμεγε μια αγελάδα και μια άλλη έξανε μαλλί. Όλες οι δουλειές της γίνονταν από το σπίτι.

Η μετάβαση από τα γραφεία στα τραπέζια κουζίνας μεταξύ των υπαλλήλων γραφείου το 2020 φαίνεται άνευ προηγουμένου, και δυνατή μόνο με το Slack και το Zoom. Αλλά δεν είναι κάτι νέο. Στην πραγματικότητα, η ιστορία της οικιακής εργασίας έχει μερικούς εκπληκτικούς παραλληλισμούς με το σήμερα.

Η εμφάνιση του καπιταλισμού στη Βρετανία και αλλού από το 1600 έως τα μέσα του 19ου αιώνα δεν έγινε κυρίως στα εργοστάσια, αλλά στα σπίτια των ανθρώπων. Οι εργάτες έφτιαχναν τα πάντα, από φορέματα και παπούτσια έως σπιρτόκουτα, στις κουζίνες ή τα υπνοδωμάτια τους. Όταν ο Adam Smith έγραψε το βιβλίο του Ο Πλούτος των Εθνών το 1776, ήταν απολύτως κοινό να δουλεύεις από το σπίτι. Ο Smith περιέγραψε περίφημα τη λειτουργία του καταμερισμού της εργασίας στην κατασκευή καρφιτσών, αλλά όχι σε ένα σκοτεινό, σατανικό εργοστάσιο. Περιγράφει μια μικρή βιοτεχνία ίσως δέκα ανθρώπων – το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν στο σπίτι κάποιου βιοτέχνη.

Δεν είναι εύκολο να υπολογισθεί με ακρίβεια το πόσα άτομα εργάζονταν από το σπίτι κατά τη διάρκεια διαφορετικών ιστορικών περιόδων. Ακόμη και στη Βρετανία, όπου τα οικονομικά δεδομένα φτάνουν πολύ πιο πίσω από οποιαδήποτε άλλη χώρα, υπάρχουν λίγα αξιόπιστα δεδομένα για το εργατικό δυναμικό μέχρι τα μέσα του 1800. Άλλες πηγές ωστόσο περιέχουν κάποιες ενδείξεις. Το ένα σχετίζεται με την έννοια της λέξης ‘σπίτι’. Σήμερα υποδηλώνει την οικιακή ζωή. Αλλά μέχρι τον 19ο αιώνα είχε έναν πολύ ευρύτερο ορισμό, με το επίθεμα ‘σπιτι’ να περιλαμβάνει και την οικονομική παραγωγή. Στο A Christmas Carol του Dickens, ο Scrooge εργάζεται σε ένα ‘σπίτι καταμέτρησης’. Η αρχιτεκτονική προσφέρει άλλες ενδείξεις. Στη Βρετανία, πολλά σπίτια του 18ου αιώνα έχουν ακόμη ασυνήθιστα μεγάλα παράθυρα στον επάνω όροφο. Οι υφάντρες που εργάζονταν εκεί χρειάζονταν όσο περισσότερο φως μπορούσαν.

Γύρω στο 1900 Γάλλοι δημόσιοι υπάλληλοι έκαναν μία έρευνα για τον τόπο εργασίας των ανθρώπων, και όχι μόνο για το το επάγγελμά τους. Διαπίστωσαν ότι το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της Γαλλίας εργαζόταν από το σπίτι. Έρευνες στη Δανία, περίπου την ίδια εποχή, διαπίστωσαν ότι το ένα δέκατο του συνολικού εργατικού δυναμικού είχε πλήρη απασχόληση στο σπίτι. Αυτές οι ερευνητικές προσπάθειες πραγματοποιήθηκαν στο κορυφαίο σημείο του εργοστασιακού συστήματος παραγωγής. Τις προηγούμενες δεκαετίες το μερίδιο της κατ ‘οίκον εργασίας θα ήταν λογικά πολύ υψηλότερο. Σύμφωνα με μια εκτίμηση για την Αμερική, χρησιμοποιώντας επίσημα στοιχεία, στις αρχές του 1800 περισσότερο από το 40% του συνολικού εργατικού δυναμικού εργαζόταν από το σπίτι. Μόνο μετά το 1914 το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού εργαζόταν σε γραφεία ή εργοστάσια.

Η εμφάνιση ενός βιομηχανικού εργατικού δυναμικού στο σπίτι είχε δύο κύριες αιτίες. Η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου και η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος, από το 1600 και μετά, αύξησαν τη ζήτηση για προϊόντα μεταποίησης όπως τα υφάσματα και τα ρολόγια. Όμως, η αναδυόμενη νέα τεχνολογία ήταν πιο κατάλληλη για εργασία μικρής κλίμακας από ό,τι για εργοστάσια μεγάλης κλίμακας. Αλλωστε, η περιστρεφόμενη κλωστική μηχανή (spinning jenny), η μηχανή που ξεκίνησε τη βιομηχανική επανάσταση, δεν εφευρέθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1760. Τα σπίτια ήταν το προφανές μέρος για την παραγωγή.

Αυτό που προέκυψε ονομάστηκε σύστημα εργασίας ‘κατ’ αποκοπή’. Οι εργαζόμενοι συνέλεγαν πρώτες ύλες, και μερικές φορές εξοπλισμό, από μια κεντρική αποθήκη. Επέστρεφαν στο σπίτι τους και κατασκεύαζαν τα τελικά προϊόντα για λίγες μέρες, πριν τα παραδόσουν και πληρωθούν. Οι εργαζόμενοι ήταν ανεξάρτητοι εργολάβοι. Πληρώνονταν με το κομμάτι, όχι ανά ώρα, και είχαν ελάχιστη ή καμιά εγγύηση ότι θα είχαν εργασία από εβδομάδα σε εβδομάδα.

Οι περιγραφές για το πώς ήταν πραγματικά να δουλεύεις από το σπίτι τον 18ο και τον 19ο αιώνα είναι λίγες και όχι ιδιαίτερα συστηματικές. Πολλοί εργαζόμενοι ‘κατ’ αποκοπή’ ήταν γυναίκες, οι οποίες ήταν λιγότερο πιθανό να γράψουν αυτοβιογραφίες. Η κυριαρχία των γυναικών στο σύστημα της ‘κατ’ αποκοπή’ εργασίας εξηγεί επίσης γιατί γενιές ιστορικών δεν της έδωσαν μεγάλη προσοχή. Ωστόσο, ορισμένα χαρακτηριστικά προκύπτουν από τα αρχεία. Οι μέσες ώρες εργασίας ήταν περισσότερες (βλέπε γράφημα). Σε αντίθεση με σήμερα, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μία δουλειά, οι άνθρωποι μετακινούνταν από τη μια εργασία στην άλλη, ανάλογα με το πού θα μπορούσαν να κερδίσουν χρήματα, όπως η Sally Brown.

Με δάχτυλα κουρασμένα και φθαρμένα

Μερικοί οικονομικοί ιστορικοί υποδηλώνουν ότι οι εργοδότες εκμεταλλεύονταν τους εργαζομένους στο σύστημα της ‘κατ’αποκοπή’ εργασίας. Εκείνοι που είχαν τα μηχανήματα και τις πρώτες ύλες (το κεφάλαιο), απολάμβαναν τεράστια δύναμη σε σχέση με εκείνους που τα χρησιμοποιούσαν. Με τους εργαζόμενους διασκορπισμένους στο χώρο, ήταν δύσκολο για αυτούς να συνεργαστούν εναντίον εκμεταλλευτικών αφεντικών για να απαιτήσουν καλύτερη αμοιβή, πόσο μάλλον για τη δημιουργία συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τα αφεντικά ‘μπορούσαν εύκολα να συννενοηθούν εναντίον του κλώστη της επαρχίας που αντιμετώπιζε μια προσφορά εργασίας της μορφής ‘ή αυτό ή τίποτα’.’ υποστηρίζουν η Jane Humphries και ο Ben Schneider του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σε μία μελέτη τους του 2019. Μερικοί εργαζόμενοι πραγματικά λιμοκτονούσαν. Το ποίημα του Thomas Hood, ‘Το Τραγούδι του Πουκάμισου’ αναφέρεται σε μία γυναίκα που ράβει πουκάμισα στο σπίτι σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας.

Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι ιστορικοί χαιρετίζουν την ανάπτυξη του εργοστασιακού συστήματος από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά. Οι εργαζόμενοι μετακόμισαν από ένα μέρος όπου η οικιακή ζωή συνδυάζεται με την οικονομική παραγωγή σε έναν τόπο αποκλειστικά αφιερωμένο στην επιδίωξη της αποδοτικότητας. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν υψηλότερη στα εργοστάσια, ούτε το ότι το εργοστασιακό σύστημα ξεπέρασε σταδιακά το σύστημα της ‘κατ’αποκοπήν’ εργασίας και κατέληξε να το αντικαταστήσει. Συγκεντρωμένοι μαζί σε ένα εργοστάσιο, οι εργαζόμενοι μπορούσαν πιο εύκολα να συννενοηθούν για να ζητήσουν υψηλότερους μισθούς. Τα συνδικάτα άρχισαν να αναπτύσσονται από τη δεκαετία του 1850 και μετά. Σύμφωνα με τα αγγλικά στοιχεία, οι εργάτες στα εργοστάσια πληρώνονταν 10-20% περισσότερο από τους οικιακούς.

Αλλά αυτή δεν είναι όλη η ιστορία. Κάποιοι οικιακοί εργάτες αντιστάθηκαν στη μετάβαση στο εργοστασιακό σύστημα – κυρίως με την ένταξή τους στους Luddites, μια κοινωνία άγγλων εργαζομένων στην κλωστουφαντουργία κατά τον 19ο αιώνα, που έσπαγαν τις μηχανές, καθώς θεωρούσαν ότι τους έθεταν εκτός της αγοράς εργασίας. Μια άλλη εξήγηση είναι ότι οι ιδιοκτήτες εργοστασίων, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς για να δελεάσουν τους εργαζόμενους να βγουν από τα σπίτια τους. Αυτό δείχνει ότι η εργασία στο σπίτι είχε και τα πλεονεκτήματά της.

Ένα τέτοιο πλεονέκτημα ήταν το οικονομικό. Οι οικιακοί εργαζόμενοι μπορεί να είχαν χαμηλή αμοιβή σε σχέση με τους εργάτες στα εργοστάσια, αλλά μπορούσαν να κερδίσουν εισόδημα με παράλληλη απασχόληση. Οι οικιακοί εργάτες της βιομηχανίας μαλλιού παραλάμβαναν μια δεδομένη ποσότητα υλικού και έπρεπε έπειτα να επιστρέψουν το ίδιο βάρος υλικού σε κάλτσες. Αλλά με την έκθεση του μαλλιού στον ατμό, αυτό ζύγιζε περισσότερο, επιτρέποντας στους εργάτες να οικειοποιούνται ένα μέρος από τις πρώτες ύλες.

Αυτό δεν ήταν το μόνο πλεονέκτημα. Οι οικιακοί εργάτες σε αγροτικές ή ημι-αγροτικές περιοχές θα μπορούσαν να απασχολούνται με το να μαζεύουν ξύλα για καύσιμα και να συλλέγουν καρπούς για τη διατροφή τους, και έτσι να αυξάνουν τα πενιχρά εισοδήματά τους. Ένας παρατηρητής το 1813 σημείωσε δηκτικά ότι οι γυναίκες στο Surrey, μια κομητεία κοντά στο Λονδίνο, κέρδιζαν τρία σελίνια την εβδομάδα, μαζεύοντας ρείκια για να κάνουν σκούπες – ‘άθλιες παραγωγές και ασήμαντες δουλειές’, κατά την άποψή του. Όμως, τρία σελίνια την εβδομάδα δεν ήταν μακριά από τα μέσα εισοδήματα των γυναικών εκείνη την εποχή.

Οι οικιακοί εργαζόμενοι είχαν επίσης μεγαλύτερο έλεγχο του χρόνου τους. Εφόσον η δουλειά γινόταν σύμφωνα με το απαιτούμενο πρότυπο και έγκαιρα, είχαν επιλογή αναφορικά με το ακριβώς πότε ή πώς θα εργάζονταν. Αυτό ήταν σε έντονη αντίθεση με το εργοστάσιο, όπου κάθε πτυχή της ζωής είχε προγραμματιστεί εκ των προτέρων, και οι εργαζόμενοι παρακολουθούνταν στενά. Επιπλέον, οι οικιακοί εργαζόμενοι θα μπορούσαν να αποφασίσουν για τον ακριβή συνδυασμό μεταξύ εργασίας και αναψυχής – σε αντίθεση με τους εργάτες, οι οποίοι είτε εργάζονταν τις 12 ή 14 ώρες που ορίζονταν από τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου ή καθόλου. Οι μέσες ώρες εργασίας τον 18ο αιώνα ήταν λιγότερες από αυτές του 19ου αιώνα. Αφού έπιναν έντονα το απόγευμα της Κυριακής, οι οικιακοί εργάτες συχνά αναπαύονταν τη Δευτέρα, πριν επιστρέψουν ‘απρόθυμα στη δουλειά την Τρίτη, δουλέψουν χαλαρά την Τετάρτη και εργαστούν εντατικά την Πέμπτη και την Παρασκευή’, όπως αναφέρει ο David Landes, οικονομικός ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Harvard. Οι άνθρωποι μπορούσαν επίσης να κοιμηθούν περισσότερες ώρες.

Αυτή η μεγαλύτερη αυτονομία ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τις μητέρες. Σε έναν κόσμο όπου οι άνδρες έκαναν ελάχιστη οικογενειακή εργασία, οι γυναίκες μπορούσαν να συνδυάσουν τη φροντίδα των παιδιών με τη συμβολή στο οικογενειακό εισόδημα. Δεν ήταν εύκολο. Μερικές φορές οι γυναίκες έδιναν στα βρέφη τους το ‘Godfrey’s Cordial’, ένα μείγμα σιροπιού από ζάχαρη και υπνωτικού, για να τα ξεφορτωθούν για λίγες ώρες. Όμως η κατ ‘οίκον εργασία επέτρεπε τον συνδυασμό αμειβόμενης εργασίας και οικογενειακής εργασίας με τρόπο που δεν επέτρεπε το εργοστασιακό σύστημα. Καθώς εξαπλώθηκαν τα εργοστάσια, η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό μειώθηκε.

Το 1920 ο Max Weber, ένας Γερμανός κοινωνιολόγος, υποστήριξε ότι ο διαχωρισμός του τόπου εργασίας του εργαζομένου από το σπίτι του είχε ‘εξαιρετικά μεγάλες’ συνέπειες. Το εργοστάσιο ήταν πιο αποτελεσματικό από το οικιακό σύστημα που είχε προηγηθεί – αλλά ήταν επίσης ένας χώρος στον οποίο οι εργαζόμενοι είχαν λιγότερο έλεγχο στη ζωή τους και όπου είχαν πολύ λιγότερο χρόνο για διασκέδαση. Ανάλογα με το πόσο μόνιμη θα αποδειχθεί, η σημερινή μετατόπιση πίσω στην εργασία από το σπίτι, η οποία προκαλείται από την πανδημία θα μπορούσε να έχει παρόμοια εκτεταμένα αποτελέσματα.

Σύνδεσμος στο Αρχικό Άρθρο στο Περιοδικό The Economist