Γιώργος Αλογοσκούφης και Laurent Jacque, Journal of Applied Corporate Finance, (Fall 2020), Volume 32, Number 4, pp. 90-104

Το όνειρο της οικοδόμησης μιας ενωμένης Ευρώπης ξεκινά από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο δημιούργησαν μια κοινή αγορά γνωστή ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ή ΕΚ, με την κατάργηση των εμποδίων του μεταξύ τους εμπορίου και τη δημιουργία κοινών εξωτερικών δασμολογικών φραγμών. Για να διευκολυνθεί η λειτουργία της κοινής αγοράς και να ενθαρρυνθεί το ενδοκοινοτικό εμπόριο και οι επενδύσεις, η σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών θεωρήθηκε αναπόσπαστο μέρος της βαθύτερης οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και πολιτικής ολοκλήρωσης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΚ. Στην ακμή του συστήματος του Bretton Woods (1944–1971), οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες παρείχαν την απαραίτητη νομισματική σταθερότητα που έκανε μια νομισματική ένωση έναν λιγότερο επείγοντα στόχο για το ευρωπαϊκό σχέδιο.

Η κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods το 1971 και το επακόλουθο χαοτικό πείραμα γενικευμένων κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών αναβίωσαν τον στόχο μιας Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (1979-99) θέσπισε ξανά σε ευρωπαϊκή κλίμακα ένα σύστημα μίνι-Bretton Woods με καθορισμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες που σχεδιάστηκε ώστε να περιορίσει τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Υπονομευτικά στοιχεία αυτής της αναζήτησης της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών ήταν οι διαρθρωτικές ανισότητες ή οι ασυμμετρίες μεταξύ των χωρών του «πυρήνα» και της «περιφέρειας». Πιο συγκεκριμένα, η πηγή της αποτυχίας ήταν οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών των κρατών μελών, όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η ανεργία, ο πληθωρισμός, τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, τα επιτόκια, οι ονομαστικές και πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος— διαφορές που το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα αποδείχτηκε αδύνατο είτε να εξαλείψει είτε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.

Η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος το 1999 αναζωογόνησε τη δυναμική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για βαθύτερη ολοκλήρωση. Αλλά μια πρώτη δεκαετία χαμηλών επιτοκίων αμαυρώθηκε από τη διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ανισοζυγίων των τρεχουσών συναλλαγών σε αρκετά από τα κράτη της ευρωζώνης, κάτι που το 2010 έφερε μερικά από αυτά στο χείλος της χρεοκοπίας. Μια δεύτερη δεκαετία βραδείας και μονόπλευρης ανάκαμψης έχει από τότε σημαδεύσει βαθιά τον κοινωνικό ιστό της Ευρώπης και διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των ‘νικητών’ του ενιαίου νομίσματος – των χωρών της Βόρειας Ευρώπης – και των ‘ηττημένων’ – κυρίως των μεσογειακών χωρών. Μπορεί μια αναδρομική αναζήτηση της μακροχρόνιας αναζήτησης της ΕΕ για νομισματική ένωση να εξηγήσει πώς δημιουργήθηκε η κρίση του ευρώ; Τι περιμένει το ευρώ μετά το 20ό έτος του; Θα αποδειχθεί η πανδημία του κορωνοϊού ικανή να αλλάξει το παιχνίδι, επιτρέποντας στην ευρωζώνη να ξανακερδίσει τη δυναμική της – ή είναιη ευρωζώνη έτοιμη να εξασθενίσει και τελικά να εξαφανισθεί;

Σε αυτό που έχουμε δομήσει ως δράμα σε πέντε πράξεις, η Πράξη Ι αφηγείται την αναζήτηση μιας Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης και τεκμηριώνει τη σταδιακή εμβάθυνση της νομισματικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Η υπόσχεση που συνεπαγόταν το ενιαίο νόμισμα διατηρήθηκε αρχικά με τη δημιουργία του ευρώ το 1999 (Πράξη II) αλλά αργότερα παραβιάστηκε από την κρίση του ευρώ (Πράξη III). Αυτό εξηγείται μέσω του φακού της ανάλυσης μιας βέλτιστης νομισματικής περιοχής. Είναι πιθανό το ευρώ @ 20 (Πράξη IV) να συνεχίσει να υπολειτουργεί, ή, η πανδημία του κορωνοϊού (Πράξη V) θα οδηγήσει τη ζώνη του ευρώ σε τολμηρές μεταρρυθμίσεις για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, θέτοντας τα θεμέλια μιας δημοσιονομικής ένωσης, ή θα απλώς η ζώνη του ευρώ θα διαλυθεί με μία ή περισσότερες από τις χώρες της κρίσης να εξέρχονται από αυτήν;

Σύνδεσμος στο Πλήρες Άρθρο στα Αγγλικά