Γιώργος Αλογοσκούφης

Επιλογή, Δεκέμβριος 1994

Ένα επίκαιρο άρθρο μου, από το … 1994. Συγκρίνει τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας σε δύο διαδοχικές εικοσαετίες, 1954-1973 και 1974-1993, και αναλύει το πως οι θεσμοί και τα καθεστώτα πολιτικής επηρεάζουν τις οικονομικές επιδόσεις. 

Τα πρώτα σαράντα χρόνια μετά την ανασυγκρότηση των αρχών της δεκαετίας του 1950, η ελληνική οικονομία παρουσίασε δύο όψεις. Μία όψη στην εικοσαετία 1954-73 και μία άλλη στην εικοσαετία 1974-93. Είναι κάτι σαν τον Ιανό, το διπρόσωπο θεό της ρωμαϊκής μυθολογίας που συμβολίζει τις δύο όψεις των πραγμάτων.

Η μία όψη, της περιόδου 1954-73, συνδυάζει ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό οικονομικής ανάπτυξης (7% περίπου) και ιδιαίτερα χαμηλό πληθωρισμό (κάτω από 4% κατά μέσο όρο). Η άλλη όψη, της περιόδου 1974-93 χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό οικονομικής ανάπτυξης (2% περίπου κατά μέσο όρο) και ιδιαίτερα υψηλό πληθωρισμό (18% κατά μέσο όρο). Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας χειροτέρευσαν όχι μόνο απόλυτα αλλά και σε σύγκριση με τις υπόλοιπες οικονομίες του ΟΟΣΑ και της Ενωμένης Ευρώπης. 

Επιπρόσθετα, ο μέσος όρος του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών υπερδιπλασιάστηκε σαν ποσοστό του ΑΕΠ, από 2,1% στην εικοσαετία 1954-73 σε 4,5% στην εικοσαετία 1974-1993.

Τι προκάλεσε αυτή την επιδείνωση των επιδόσεων της οικονομίας μας; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει μεγάλη σημασία πριν προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τις προοπτικές της οικονομίας και εξετάσουμε το πως θα ξεφύγουμε από την σημερινή κρίση. 

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να αναλύσει τους κύριους παράγοντες που συνετέλεσαν στην επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας και στη χειροτέρευση του ισοζυγίου πληρωμών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιώ ένα υπόδειγμα προσδιορισμού των μακροχρόνιων τάσεων μιας μικρής οικονομίας.

Βασική θέση από την οποία ξεκινώ είναι ότι οι κακές επιδόσεις μίας οικονομίας για είκοσι ολόκληρα χρόνια δεν είναι βραχυχρόνιο πρόβλημα σχεδιασμού και εφαρμογής της οικονομικής πολιτικής, αλλά μακροχρόνιο διαρθρωτικό πρόβλημα που σχετίζεται με το ρόλο των θεσμών ως μηχανισμών συντονισμού της οικονομικής δραστηριότητας και εγγύησης των συμβάσεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Τα κυριότερα συμπεράσματα της έρευνας στην οποία βασίζεται αυτό το άρθρο μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:

Επενδύσεις και Οικονομική Ανάπτυξη: Η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης μετά το 1973 οφείλεται αποκλειστικά σχεδόν σε δύο παράγοντες: Πρώτον στην σημαντική πτώση των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων ως ποσοστών του ΑΕΠ και δεύτερον στη σημαντική μείωση της αποδοτικότητας των νέων επενδύσεων. Οι συνολικές επενδύσεις έπεσαν ως ποσοστό του ΑΕΠ από 22% την περίοδο πριν το 1973 σε 18% κατά μέσο όρο την περίοδο μετά το 1974. Από μόνη της αυτή η πτώση συνετέλεσε σε μείωση του μέσου ετήσιου ποσοστού οικονομικής μεγέθυνσης κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες. Ακόμη χειρότερα όμως, η παραγωγικότητα των νέων επενδύσεων έπεσε στο μισό μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η πτώση αυτή συνετέλεσε σε μείωση του μέσου ετήσιου ποσοστού οικονομικής ανάπτυξης κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες. Ετσι έχουμε 1,5+3,5=5 ποσοστιαίες μονάδες που είναι η συνολική πτώση του μέσου ετήσιου ποσοστού οικονομικής μεγέθυνσης μεταξύ 1954-73 και 1974-93.

Η πτώση των επενδύσεων και της αποδότικότητάς τους, με την εξαίρεση των περιόδων των δύο πετρελαϊκών σοκ, οφείλεται σε εγχώριες στρεβλώσεις και ιδιαίτερα στις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, στη φορολογική πολιτική και την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στη μείωση των επενδύσεων υποδομής. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης μία σειρά από μικροοικονομικές στρεβλώσεις που σχετίζονται με τις εθνικοποιήσεις και την επέκταση του κράτους-παραγωγού, την αύξηση των επιδοτήσεων και επιχορηγήσεων και τη χειροτέρευση της δημόσιας διοίκησης.

Νομισματικό Καθεστώς και Πληθωρισμός: Ενα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού οφείλεται στη μεταβολή του νομισματικού καθεστώτος μετά το 1972, από το καθεστώς σταθερών ισοτιμιών σε σχέση με κάποιο ισχυρό νόμισμα, στο καθεστώς της διευκολυντικής διολίσθησης. Ο πληθωρισμός πυροδοτήθηκε το 1973 λόγω του ότι η δραχμή ακολούθησε την υποτίμηση του δολλαρίου απέναντι στα ευρωπαϊκά νομίσματα, σε συνθήκες υπερθέρμανσης της ελληνικής οικονομίας. Συνεχίσθηκε λόγω της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, του πρώτου πετρελαϊκό σοκ και της σχετικά διευκολυντικής στάσης της νομισματικής πολιτικής στις μεγάλες μισθολογικές αυξήσεις του υπολοίπου της δεκαετίας του 1970.

Ο πληθωρισμός μονιμοποιήθηκε σε υψηλά επίπεδα μετά το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ, βοηθούμενος από την καθιέρωση της ΑΤΑ και την ακόμη ελαστικότερη πολιτική της διολίσθησης σε μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1980. Σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος μισθολογικών αυξήσεων, διολίσθησης ή και υποτίμησης, νέων μισθολογικών αυξήσεων και τανάπαλιν. Η χώρα δεν εκμεταλλεύθηκε τις ευκαιρίες που τις προσέφερε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, ώστε να προσδώσει ένα αξιόπιστο αντιπληθωριστικό χαρακτήρα στη νομισματική πολιτική. Ακόμη και όταν άρχισε ο περιορισμός της διολίσθησης, αυτός έγινε εξαιρετικά σταδιακά και για μεγάλο διάστημα δεν είχε καμμία σχεδόν επίδραση στις πληθωριστικές προσδοκίες.

Δημοσιονομική Πολιτική, Μεταβιβάσεις από την ΕΟΚ και Ισοζύγιο Πληρωμών: Τέλος, ένα τρίτο συμπέρασμα είναι ότι οι εξελίξεις στο ισοζύγιο πληρωμών, εκτός από τις περιόδους των δύο πετρελαϊκών σοκ, οφείλονται στην έντονα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, που συνετέλεσε στην μείωση των εθνικών αποταμιεύσεων. Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική οφείλεται στις διαδοχικές προσπάθειες των κυβερνήσεων από το 1981 να ‘εξαγοράσουν’ το εκλογικό σώμα σε περιόδους εκλογών. Με μία εξαίρεση, οι προσπάθειες αυτές δεν είχαν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, καθώς οι κυβερνήσεις που τις επιχειρούσαν έχαναν τις εκλογές.

Στην δεκαετία του 1980, και ιδιαίτερα μετά το 1986, σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι υψηλές μεταβιβάσεις από την ΕΟΚ, οι οποίες, μαζί με την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, επέτρεψαν σημαντικές αυξήσεις στην ιδιωτική κατανάλωση, παρά την κατάρρευση του ποσοστού οικονομικής μεγέθυνσης. Ακόμη και μετά το 1990, όταν αναλήφθηκαν προσπάθειες περιορισμού των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, με αύξηση της φορολογίας,  οι μεταβιβάσεις από την ΕΟΚ συντήρησαν υψηλή την ιδιωτική κατανάλωση. Η επίδραση αυτή των μεταβιβάσεων από την ΕΟΚ υπήρξε θετική για το ισοζύγιο πληρωμών αλλά αρνητική για το εμπορικό ισοζύγιο. Οι μεταβιβάσεις επέτρεψαν υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, άρα και μικρότερη διεθνή ανταγωνιστικότητα από ότι θα ήταν δυνατόν αν δεν υπήρχαν. Η μικρότερη διεθνής ανταγωνιστικότητα και η μείωση της ιδιωτικής αποταμίευσης συνετέλεσαν στο να εκτοπισθεί ο τομέας των εμπορευσίμων. Επίσης οι μεταβιβάσεις από την ΕΟΚ συνετέλεσαν στο να διατηρηθεί επί μακρόν ο επεκτατικός χαρακτήρας της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς μείωσαν τις αρνητικές επιπτώσεις από τη χειροτέρευση του βασικού ισοζυγίου. Καθώς δε οι μεταβιβάσεις αυτές δεν χρησιμοποιήθηκαν για την βελτίωση των υποδομών της οικονομίας, δεν είχαν καμμία σχεδόν αναπτυξιακή επίδραση.

1. Ο Ρόλος των Θεσμών και των Καθεστώτων Οικονομικής Πολιτικής

Το κεντρικό μήνυμα που προκύπτει από τα παραπάνω συμπεράσματα είναι ότι ο κύριος παράγων πίσω από τη δυσάρεστη εξέλιξη των μακροοικονομικών επιδόσεων στην Ελλάδα μετά το 1974 είναι η αποτυχία του πολιτικού μας συστήματος να υποκαταστήσει επιτυχώς τους θεσμούς εκείνους που συνετέλεσαν στο οικονομικό «θαύμα», όπως χαρακτηριζόταν εκείνη την εποχή, της εικοσαετίας 1954-1973.

Προκειμένου να αναπτύξω το κεντρικό αυτό μήνυμα, θέλω πρώτα να αναφερθώ γενικώτερα στο ρόλο των θεσμών στην οικονομία. Οι θεσμοί έχουν δύο κύριες οικονομικές λειτουργίες. Αφενός λειτουργούν ως ‘μηχανισμοί εγγύησης’ και αφετέρου ως ‘μηχανισμοί συντονισμού’.

Ως μηχανισμοί εγγύησης οι θεσμοί επηρεάζουν τις προσδοκίες για το μέλλον και προσδίδουν αξιοπιστία στις αμοιβαίες υποσχέσεις και δεσμεύσεις οικονομικών παραγόντων, όπως η κυβέρνηση, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Τέτοιες εγγυήσεις είναι απαραίτητες προκειμένου να μπορέσουν να αναληφθούν πρωτοβουλίες που αφορούν στο μέλλον (αποταμίευση, νέες επενδύσεις, μακροχρόνιες συμβάσεις κλπ). Θεσμοί που παρέχουν εγγυήσεις είναι το σύνταγμα και οι νόμοι, το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και επίλυσης οικονομικών διαφορών, το νόμισμα, το καθεστώς των συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, το φορολογικό σύστημα, το καθεστώς της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής κλπ.

Ως μηχανισμοί συντονισμού οι θεσμοί συντονίζουν τις αποφάσεις των οικονομικών παραγόντων ώστε οι αποφάσεις αυτές να οδηγούν σε οικονομικά αποτελέσματα που να είναι επιθυμητά για το σύνολο της κοινωνίας. Τέτοιοι θεσμοί είναι ο μηχανισμός της αγοράς, το πολιτικό σύστημα, η δημόσια διοίκηση, το τραπεζικό σύστημα, ο παρεμβατικός μηχανισμός του κράτους κλπ.

Σημαντικοί θεσμοί είναι επίσης διάφοροι άγραφοι κανόνες συμπεριφοράς που καθοδηγούν την πρακτική κυβερνήσεων και φορέων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, και που λόγω μακρόχρονης παράδοσης προσδίδουν αξιοπιστία και συντονίζουν τις ενέργειες των φορέων αυτών. Εννοείται ότι οι περισσότεροι οικονομικοί θεσμοί λειτουργούν και ως μηχανισμοί εγγύησης και ως μηχανισμοί συντονισμού.

2. Μηχανισμοί Εγγύησης και Συντονισμού στην Ελλάδα

Κατά την διάρκεια της εικοσαετίας 1954-73 υπήρξαν ορισμένοι εξαιρετικά σημαντικοί θεσμοί εγγύησης και συντονισμού, που βοήθησαν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη καθώς και τη διατήρηση χαμηλού πληθωρισμού. Οι θεσμοί αυτοί, μετά την μεταπολίτευση του 1974, λογικό ήταν να υποστούν μεταβολές στα πλαίσια της ριζικής αλλαγής του πολιτικού και κοινωνικού σκηνικού, ενός σκηνικού που είχε κυριαρχήσει στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο. Οι αλλαγές θα μπορούσαν όμως να επέλθουν όχι ανεξέλεγκτα αλλά με υποκατάσταση των θεσμών από διαφορετικούς μηχανισμούς, που και συμβατοί να είναι με την πολιτική φιλελευθεροποίηση αλλά και που να μην δυναμιτήσουν τις επενδύσεις και την εμπιστοσύνη στην αξία του νομίσματος. 

Το πολιτικό σύστημα μετά τη μεταπολίτευση δεν κατόρθωσε να επιτελέσει το σημαντικό αυτό έργο. Αντίθετα συνέβαλε με πράξεις και παραλείψεις στην κατάρρευση σχεδόν των μηχανισμών εγγύησης και συντονισμού που υπήρχαν.

Πρώτον, το φορολογικό καθεστώς: Στην περίοδο 1954-73 υπήρξε ένα φορολογικό καθεστώς που ευνοούσε τις ιδιωτικές επενδύσεις. Το Σύνταγμα του 1952 και οι φορολογικοί νόμοι, σε συνδυασμό με την πρακτική των κυβερνήσεων, εγγυόνταν στους επενδυτές εξαιρετικά ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση και επαρκή προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Μετά τη μεταπολίτευση, και τις νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν, υπήρξαν έκτακτες εισφορές στα κέρδη, σημαντική αύξηση της φορολογίας των επιχείρησεων, αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των ακινήτων και αρκετές εθνικοποιήσεις ή απειλές εθνικοποιήσεων που έθεσαν εν αμφιβόλω τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια αυτός ο μηχανισμός εγγυήσεων για τους επενδυτές, μεταξύ 1974 και 1985 σταδιακά κατέρρευσε χωρίς να υποκατασταθεί από άλλον, και μαζί του κατέρρευσαν και οι ιδιωτικές επενδύσεις.

Δεύτερον, οι εργασιακές σχέσεις: Στην περίοδο 1954-73 υπήρξε ένα καθεστώς εργασιακών σχέσεων που εγγυόταν στις επιχειρήσεις και τους επενδυτές την απόδοση της επένδυσής του. Ιδιαίτερα εγγυόταν ότι η απόδοση αυτή δεν θα μειωνόταν σημαντικά λόγω μελλοντικών μισθολογικών αυξήσεων που θα υπερέβαιναν την αύξηση της παραγωγικότητας. Το καθεστώς αυτό των εργασιακών σχέσεων βασιζόταν στο ασφυκτικό έλεγχο της ΓΣΕΕ στα πλαίσια του αυταρχικού μετεμφυλιακού πολιτικού καθεστώτος. Μετά τη μεταπολίτευση και την απελευθέρωση του εργατικού κινήματος, το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων χαρακτηρίστηκε από έντονη αντιπαλότητα μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Για μία τουλάχιστον δεκαετία οδήγησε σε αυξήσεις των πραγματικών μισθών σημαντικά μεγαλύτερες από την αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς και σε θεσμοθέτηση βραχυχρόνια προστατευτικών κανόνων για την απασχόληση που μακροχρόνια όμως εξαφάνισαν τα κίνητρα για προσλήψεις. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι στην περίοδο αυτή το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων κατέρρευσε ως μηχανισμός εγγύησης, χωρίς να υποκατασταθεί από κάποιον άλλο μηχανισμό. Η αποδοτικότητα του κεφαλαίου και οι επενδύσεις μειώθηκαν με παράλληλη αύξηση της ανεργίας και τροφοδότηση του πληθωρισμού.

Τρίτον, το νομισματικό καθεστώς: Στην περίοδο 1954-72 υπήρξε ένα καθεστώς νομισματικής πολιτικής που, μέσω της συμμετοχής της δραχμής στο μηχανισμό σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, εγγυόταν την εξωτερική και εσωτερική αξία της δραχμής και διατηρούσε χαμηλές τις πληθωριστικές προσδοκίες. Το καθεστώς αυτό κατέρρευσε διεθνώς το 1972. Στην Ελλάδα δεν υποκαταστάθηκε από κάποιο αποτελεσματικό εγχώριο καθεστώς. Παρά το ότι στην περίοδο 1975-79 η νομισματική πολιτική ήταν σχετικά αυστηρή, μετά το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ υπήρξε μετάβαση στο καθεστώς της διευκολυντικής διολίσθησης της δραχμής και των περιοδικών υποτιμήσεων, κάτι που δεν επέτρεψε την ανάκτηση της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής. Μετά το 1987 το καθεστώς αυτό άρχισε να αλλάζει σταδιακά, αλλά για μεγάλο διάστημα η έλλειψη αυτή αξιοπιστίας επηρέαζε δυσμενώς τις πληθωριστικές προσδοκίες, τις αυξήσεις μισθών, τα πραγματικά επιτόκια και τον πληθωρισμό.

Τέταρτον, οι δημοσιονομικοί κανόνες: Στην περίοδο 1954-73 επεκράτησε ένα καθεστώς δημοσιονομικής πολιτικής που βασιζόταν σε τρεις αρχές. Χαμηλές καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου, υψηλές δαπάνες για επενδύσεις υποδομής και ισοσκελισμένο τακτικό προϋπολογισμό. Μετά τη μεταπολίτευση, κοινωνικές πιέσεις και το πολιτικό σύστημα, ιδίως σε περιόδους εκλογών, οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των καταναλωτικών δαπανών του δημοσίου, καθώς και των μεταβιβάσεων, επιδοτήσεων και επιχορηγήσεων. Την ίδια περίοδο, εξωτερικοί παράγοντες έκαναν επιτακτική την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες είχαμε αύξηση της φορολογίας, μείωση των δημοσίων επενδύσεων υποδομής και σταδιακή εγκατάλειψη της αρχής του ισοσκελισμένου τακτικού προϋπολογισμού. Στην δεκαετία του 1980, η τακτική αυτή οδήγησε στην εκρηκτική αύξηση του δημοσίου χρέους.

Πέμπτον, η λειτουργία της αγοράς: Στην περίοδο 1954-73 είχε ενισχυθεί σημαντικά ο συντονιστικός ρόλος του μηχανισμού της αγοράς, λόγω της απελευθέρωσης που συντελέστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ενισχύθηκε με τη συμφωνία σύνδεσης Ελλάδας και ΕΟΚ. Σε συνδυασμό με τον χαμηλό πληθωρισμό και την σχετική απουσία κρατικών παρεμβάσεων πλην του πιστωτικού συστήματος, η απελευθέρωση οδήγησε σε αρκετά αποτελεσματική κατανομή των πόρων. Μετά τη μεταπολίτευση, λόγω της κοινωνικής και πολιτικής πίεσης, άρχισε να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην αναδιανομή και το ρόλο του κράτους και ελάχιστη έμφαση στα οικονομικά κίνητρα. Τα κίνητρα στο δημόσιο τομέα αμβλύνθηκαν σημαντικά την ίδια στιγμή που οι εθνικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις ενίσχυαν το ρόλο του δημοσίου στην οικονομία. Αυτό συνετέλεσε στη μείωση της αποτελεσματικότητας του οικονομικού συστήματος καθώς οι συντεχνίες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα χρησιμοποιήσαν την μονοπωλιακή τους δύναμη και την περιορισμένη δύναμη αντίστασης του πολιτικού συστήματος προκειμένου να αποκτήσουν σημαντικά οικονομικά προνόμια εις βάρος των καταναλωτών και των υπόλοιπων επιχειρήσεων. Επίσης, λόγω του υψηλού πληθωρισμού, αλλά και των ελέγχων τιμών που συχνά χρησιμοποιήθηκαν για τη βραχυχρόνια συγκράτησή του στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού των τιμών μειώθηκε. Αυτό είχε περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες για την κατανομή των πόρων. Ετσι, μετά το 1974, ο συντονιστικός ρόλος του θεσμού της αγοράς έπαυσε να επιτελείται ικανοποιητικά καθώς υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από μη αποτελεσματικές δημόσιες παρεμβάσεις. Σαν αποτέλεσμα μειώθηκε σημαντικά και η κοινωνική αποδοτικότητα των νέων επενδύσεων.

Έκτον, το πιστωτικό σύστημα: Ανάλογη τύχη είχε και ο δεύτερος συντονιστικός μηχανισμός της περιόδου 1954-73. Αναφέρομαι στο μηχανισμό κατανομής των πιστώσεων μέσω της Νομισματικής Επιτροπής, στα πλαίσια ενός ασφυκτικά ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος. Για πολλά χρόνια ο μηχανισμός αυτός κατένειμε αρκετά αποτελεσματικά τις εθνικές αποταμιεύσεις. Μετά το πρώτο πετρελαϊκό σοκ, και τις αυξήσεις του κόστους εργασίας, ο μηχανισμός αυτός συνέχισε να χρηματοδοτεί παραδοσιακούς κλάδους και επιχειρήσεις, όχι για νέες επενδύσεις, όσο για να μπορέσουν να απορροφήσουν τις αυξήσεις του κόστους και να αποφύγουν να μειώσουν τον αριθμό των απασχολουμένων. Από αναπτυξιακό εργαλείο ο μηχανισμός κατανομής των πιστώσεων έγινε εργαλείο βραχυχρόνιας κοινωνικής πολιτικής και αποφυγής της αναγκαίας προσαρμογής. Ο συντονιστικός αυτός μηχανισμός μετατράπηκε σε μηχάνισμο συντήρησης προβληματικών επιχειρήσεων, αμβλύνοντας τα κίνητρα και συμβάλλοντας και αυτός στην λιγότερη αποτελεσματική κατανομή των πόρων σε σχέση με το παρελθόν και στη μικρότερη αποδοτικότητα των νέων επενδύσεων.

Έβδομον, η δημόσια διοίκηση: Κάτω από την πίεση για αναδιανομή του εισοδήματος, σημαντική υπήρξε και η άμβλυνση των κινήτρων στη δημόσια διοίκηση. Τα κίνητρα αποδοτικής εργασίας που συντηρούσαν από τη μία ο δημοσιουπαλληλικός κώδικας και από την άλλη η δυσκολία των βαθμολογικών και μισθολογικών εξελίξεων αντικαταστάθηκαν σταδιακά από την απάθεια που καλλιεργεί η αυτόματη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, η απουσία πειθαρχικών κυρώσεων και η μισθολογική και κοινωνική υποβάθμιση των δημοσίων υπαλλήλων. Η δημόσια διοίκηση, το κυριώτερο ίσως εργαλείο για αποτελεσματικές κρατικές παρεμβάσεις, σχεδόν εξαρθρώθηκε. Αυτό ασφαλώς συνετέλεσε τα μέγιστα στην αποτυχία ακόμη και εκείνων των κρατικών λειτουργιών που δεν αμφισβητεί κανείς, όπως η αστυνομία, η δικαιοσύνη, η είσπραξη των φόρων, η προστασία του περιβάλλοντος, η προστασία του ανταγωνισμού κλπ.

Όγδοον, η ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ: Η είσοδος της Ελλάδος στην ΕΟΚ το 1981, για μεγάλο διάστημα διευκόλυνε αντί να εμποδίσει τις δυσμενείς αυτές εξελίξεις. Με τη σημαντική μεταφορά πόρων προς την Ελλάδα κατέστη δυνατή η αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης παρά την κατάρρευση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Ετσι, για ένα σχετικά μεγάλο διάστημα δεν συνειδητοποιήθηκε η προϊούσα επιδείνωση της οικονομικής μας κατάστασης. Εκτός από σύντομες περιόδους κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών, όπως το 1985 και το 1990, το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών μπορούσε να χρηματοδοτηθεί άνετα, παρά την σημαντική χειροτέρευση του εμπορικού ισοζυγίου. Ο τομέας των εμπορευσίμων, και κυρίως η βιομηχανία, υπέστη σημαντικά πλήγματα, όχι τόσο από την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, η οποία στο μεγαλύτερο βαθμό συντελέσθηκε είτε πριν το 1981 είτε μετά το 1989, αλλά από την εκτόπιση που παραδοσιακά δημιουργούν οι άδηλες πληρωμές, επιτρέποντας αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης. Σε όλη σχεδόν τη δεκαετία του 1980, η ύπαρξη του ρυθμιστικού φόρου και άλλων μορφών μη δασμολογικής προστασίας, παρέσχε σημαντική προστασία στην εγχώρια βιομηχανία. Παρόλα αυτά, λόγω της αύξησης της κατανάλωσης και των μισθολογικών αυξήσεων που υπερέβαιναν την παραγωγικότητα, καθώς και των υπολοίπων οικονομικών στρεβλώσεων, η βιομηχανική παραγωγή υπέστη σημαντικά πλήγματα. Οι μεταβιβάσεις από την ΕΟΚ έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία αυτή, καθώς επέτρεψαν την αύξηση της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης και διευκόλυναν την αναβολή των αναγκαίων προσαρμογών.

3. Συμπεράσματα από το Παρελθόν

Συμπερασματικά, στην περίοδο 1954-73, ο συνδυασμός του φορολογικού και του εργασιακού καθεστώτος συνετέλεσε σε εξαιρετικά υψηλές προσδοκώμενες αποδόσεις για νέες επενδύσεις. Η σχετικά ελεύθερη λειτουργία της αγοράς σε συνδυασμό με ένα ελεγχόμενο πιστωτικό σύστημα κατένεμε τις αποταμιεύσεις σε επιλεγμένους κλάδους υψηλής απόδοσης, καθώς και οι σημαντικές επενδύσεις υποδομής, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερη αποδοτικότητα των ιδιωτικών επενδύσεων. Κατά συνέπεια, είχαμε ιδιαίτερα υψηλές και αποδοτικές επενδύσεις, που οδηγούσαν σε υψηλά ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης. Από την άλλη, ο συνδυασμός του νομισματικού, δημοσιονομικού και εργασιακού καθεστώτος εγγυόταν μη πληθωριστική νομισματική επέκταση, χαμηλές πληθωριστικές προσδοκίες και μισθολογικές αυξήσεις που δεν απέτρεπαν τις ιδιωτικές επενδύσεις ούτε τροφοδοτούσαν τον πληθωρισμό. Τέλος, ο δημόσιος τομέας ήταν σχετικά περιορισμένος, ενώ η δημόσια διοίκηση λειτουργούσε με τρόπο που της επέτρεπε να επιτελεί το ρόλο της σχετικά αποτελεσματικά.

Μετά το 1974, οι μηχανισμοί αυτοί κατέρρευσαν για βαθύτερους λόγους που συνδέονται με την αλλαγή του μεταμφυλιακού πολιτικού και κοινωνικού θεσμικού οικοδομήματος, το οποίο είχε στηριχθεί σε αυταρχικά και όχι συναινετικά πρότυπα. Ωστόσο, το πολιτικό σύστημα απέτυχε να αντικαταστήσει τους θεσμούς που εγγυόνταν την μακροχρόνια αποδοτικότητα των νέων επενδύσεων και την σταθερότητα της αξίας του νομίσματος. Επίσης, με τις παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν μειώθηκε σημαντικά η αποτελεσματικότητα συντονιστικών μηχανισμών, όπως ο μηχανισμός της αγοράς και της κατανομής των αποταμιεύσεων μέσω του πιστωτικού συστήματος. Την ίδια περίοδο επιχειρήθηκαν παρεμβάσεις στη δημόσια διοίκηση που εξαφάνισαν τα κίνητρα για αποδοτική εργασία, με συνέπεια να χειροτερεύσει η ποιότητα και εκείνων των κρατικών λειτουργιών που στο παρελθόν ήταν σχετικά επιτυχείς. Η μεταφορά πόρων από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα διευκόλυνε την κατάσταση αυτή, καθώς στήριξε την ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, παρά την κατάρρευση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Ωστόσο, αυτό επέφερε χειροτέρευση του εμπορικού ισοζυγίου, λόγω του ότι επέτρεψε υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και μικρότερη διεθνή ανταγωνιστικότητα από ό,τι θα μπορούσε να διατηρηθεί υπό διαφορετικές συνθήκες.  

4. Συμπεράσματα για το Μέλλον

Τι σημαίνουν όμως τα παραπάνω για την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την κρίση. Είναι η οικονομία στα πρόθυρα της εξόδου από την κρίση, έτοιμη να μπεί σε μία νέα περίοδο ανάπτυξης. Φοβούμαι πως όχι! Πολλά πρέπει να γίνουν ακόμη προκειμένου να ξεφύγουμε από το σημερινό τέλμα.

Πρώτον, δεν υπάρχει καμμία εγγύηση ότι η ελληνική οικονομία θα εισέλθει αυτόματα σε μία νέα περίοδο ανάπτυξης και χαμηλού πληθωρισμού λόγω του ότι θα εισρεύσουν πόροι από το Δεύτερο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Αν οι πόροι αυτοί δεν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά θα επιδεινώσουν μάλλον παρά θα βελτιώσουν τις μακροχρόνιες προοπτικές της οικονομίας. Αν η εμπειρία μας είναι παρόμοια του παρελθόντος, θα τονωθεί η δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση, θα στηριχθεί το ισοζύγιο πληρωμών και θα πληγεί ακόμη περισσότερο η διεθνής μας ανταγωνιστικότητα και ο τομέας των διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών. Οι πόροι πρέπει να χρησιμοποιηθούν κυρίως για την βελτίωση της παραγωγικής υποδομής και του ανθρωπίνου κεφαλαίου, ώστε να συμβάλλουν ουσιαστικά στην αναπτυξιακή διαδικασία. Προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι απαραίτητη η ριζική αναμόρφωση του πλαισίου εκτέλεσης των δημοσίων έργων, του πλαισίου επαγγελματική εκπαίδευσης και κατάρτισης, του πλαισίου έρευνας και τεχνολογίας. Η ανάγκη αυτή είναι άμεση και απαιτεί τον απεγκλωβισμό των σχετικών διαδικασιών από τα «αρμόδια» υπουργεία και τις νομαρχίες, και την υπαγωγή τους σε ευέλικτους ανεξαρτητους φορείς, που θα συντονίζουν και θα ελέγχουν τις σχετικές διαδικασίες. Οι φορείς αυτοί θα πρέπει να είναι σε θέση να λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, και να παρέχουν εργασιακές συνθήκες και μισθούς ικανούς να προσελκύσουν υψηλής ποιότητας προσωπικό. Η στελέχωσή τους θα μπορούσε να γίνει σε σχετικά σύντομο διάστημα είτε με αποσπάσεις από τον δημόσιο τομέα είτε με νέες προσλήψεις, ώστε να συνδυασθεί η εμπειρία με τον δυναμισμό και τη γνώση.

Η αξιοποίηση των πόρων αυτών ωστόσο δεν αρκεί. Χρειάζονται και άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο θεσμών που να δημιουργήσουν, στα πλαίσια των σημερινών κοινωνικών, τεχνολογικών και διεθνών συνθηκών, τους μηχανισμούς εγγύησης και συντονισμού που θα παίξουν ρόλο ανάλογο με τους θεσμούς της περιόδου 1954-73.

Αρκετές από τις πολιτικές αυτές πρωτοβουλίες έχουν αρχίσει να αναλαμβάνονται, κάτω και από την πίεση που δημιουργεί η Ευρωπαϊκή Ενωση αλλά και η προϊούσα συνειδητοποίηση των αδιεξόδων στα οποία οδηγείται η οικονομία. Οι έλεγχοι τιμών έχουν καταργηθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους. Το καθεστώς των εργασιακών σχέσεων έχει εξελιχθεί προς περισσότερο συναινετικά πρότυπα. Η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική έχει γίνει λιγότερο διευκολυντική στις πληθωριστικές πιέσεις. Το φορολογικό σύστημα έχει απλοποιηθεί στη βάση όχι ιδιαίτερα υψηλών συντελεστών για τις επιχειρήσεις. Μεγάλο μέρος των προβληματικών έχει εκκαθαρισθεί. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η κρίσιμη μάζα των θεσμικών μεταρρυθμίσεων που θα βοηθούσαν την οικονομία να βγεί από την κρίση.

Ειδικώτερα, η φορολογική μεταρρύθμιση του 1992, με την απλοποίηση του συστήματος και τη μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις πρέπει να ενισχυθεί και να εμπεδωθεί ώστε να αποκτήσει αξιοπιστία ως μηχανισμός εγγύησης για τους επενδυτές. Η πρόσφατη αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τις ΑΕ ήταν από τη σκοπιά αυτή βήμα προς τα πίσω. Εννοείται βέβαια ότι πρέπει να συνεχισθούν οι προσπάθειες αποτελεσματικής οργάνωσης του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

Στις εργασιακές σχέσεις πρέπει να εμπεδωθεί και να γίνει περισσότερο ουσιαστικό και αποτελεσματικό το συναινετικό κλίμα που δημιουργείται. Ουδείς διανοείται επιστροφή στα αυταρχικά πρότυπα της περιόδου 1954-73. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης συναίνεσης που επικρατεί μετά το 1990 στον τομέα αυτόν είναι ακόμη πενιχρά. Πρέπει ωστόσο να ενισχυθούν οι πρόσφατες τάσεις για μακροχρόνιες συμβάσεις στα πλαίσια συναινετικών διαδικασιών μεταξύ εργαζομένων και εργοδότων αλλά και να προωθηθούν ρυθμίσεις που θα κάνουν την αγορά εργασίας περισσότερο ευέλικτη. Ο κοινωνικός διάλογος και οι μακροχρόνιες συμβάσεις μπορούν να παίξουν αρκετά αποτελεσματικά το ρόλο ενός μηχανισμού εγγύησης των αποδόσεων των επενδύσεων. Για την προώθηση της ευελιξίας θα βοηθούσε βέβαια αν υπήρχε μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα στη ΓΣΕΕ, η οποία εξακολουθεί να κυριαρχείται από εκπροσώπους του δημόσιου τομέα και των ΔΕΚΟ.

Στον τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής τα βάρη του παρελθόντος, με την μορφή των τόκων του δημοσίου χρέους που οδηγούν στην ανατροφοδότησή του, εξακολουθούν να είναι υπέρογκα. Το χρέος είναι, και με βάση τις σημερινές τάσεις θα εξακολουθήσει να είναι, βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας. Την περίοδο 1990-92 έγιναν σημαντικά βήματα αλλά έκτοτε η προσπάθεια σταμάτησε αν δεν άρχισε να αναστρέφεται. Χρειάζεται μία ακόμη περίοδος έντονης δημοσιονομικής προσαρμογής, με έμφαση στις δημόσιες καταναλωτικές δαπάνες, προκειμένου να αντιστραφεί η αυξητική τάση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Οι σχετικές προβλέψεις του αναθεωρημένου προγράμματος σύγκλισης είναι ελάχιστα φιλόδοξες και εξαιρετικά ευαίσθητες σε απρόβλεπτες αλλά και προβλέψιμες διαταραχές. Η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να βασισθεί σε γενναία μείωση των πρωτογενών δημοσίων δαπανών και να είναι εμπροσθοβαρής ώστε να συμβάλλει στην αξιοπιστία του φορολογικού καθεστώτος και της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα πρέπει να εξασφαλισθεί αξιοπιστία στην κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού καθώς και ότι το πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων δεν θα περικόπτεται κάθε φορά που παρουσιάζονται υστερήσεις στην προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής.

Στην νομισματική πολιτική, η συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ενωση προβλέπει διαδικασίες εμπέδωσης του αντιπληθωριστικού χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής. Η κατάργηση της άμεσης νομισματικής χρηματοδότησης του δημοσίου ήταν ένα σημαντικό αλλά όχι πλήρες βήμα, καθώς εξακολουθεί να υπάρχει το παράθυρο της έμμεσης νομισματικής χρηματοδότησης μέσω των κρατικών εμπορικών τραπεζών. Λόγω του κακού παρελθόντος μας, πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα, θεσμοθετώντας άμεσα την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος ώστε να απελευθερωθεί η νομισματική πολιτική από τις πολιτικές πιέσεις.

Τέλος, οι σημαντικότερες αλλαγές που απαιτούνται σχετίζονται με την ενίσχυση του συντονιστικού ρόλου των μηχανισμών των κινήτρων τόσο στην αγορά όσο και στη δημόσια διοίκηση.

Η αποκρατικοποίηση (όχι μετοχοποίηση) είναι η σημαντικότερη θεσμική πρόκληση που αντιμετωπίζουμε. Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα και αποτελεσματικά ώστε να περιορισθεί η σπατάλη πόρων και το υψηλό κόστος που συνεπάγεται για την υπόλοιπη οικονομία η συντήρηση των μονοπωλιακών προνομίων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τραπεζικό σύστημα, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, μεταφορές, τουρισμός, έργα υποδομής, υγεία και παιδεία, έρευνα και τεχνολογία εξακολουθούν να λειτουργούν αναποτελεσματικά λόγω της ανυπαρξίας κινήτρων αποτελεσματικής οργάνωσης και λειτουργίας. Η αναποτελεσματικότητα αυτή, σε κρίσιμους τομείς με σημαντικές εξωτερικές επιδράσεις και μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης, έχει εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για την λειτουργία της υπόλοιπης οικονομίας, την αποδοτικότητα των ιδιωτικών επενδύσεων και την ανάπτυξη. Ελάχιστα βήματα έχουν γίνει ως τώρα, με την εξαίρεση της μείωσης του ρόλου του ΟΑΕ.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι η βελτίωση της κατάστασης της δημόσιας διοίκησης. Ακόμη και αν προωθηθεί έντονα η αποκρατικοποίηση, το κράτος θα διατηρήσει σημαντικές οικονομικές λειτουργίες. Αν οι λειτουργίες αυτές δεν επιτελούνται αποτελεσματικά, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει σημαντική βελτίωση στην οικονομία. Χωρίς επαρκή δημόσια διοίκηση δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί σε μόνιμη βάση η οικονομία. Χρειάζεται περιορισμός του αριθμού και βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Χρειάζονται επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό στη διοίκηση αλλά και πιο ευέλικτα συστήματα διαχείρισης. Ακόμη περισσότερο από όλα όμως χρειάζεται ενίσχυση των κινήτρων για αποδοτική εργασία, πρωτοβουλίες και συντονισμό με τον ιδιωτικό τομέα. Αυτό μόνο με ριζική αλλαγή του συστήματος του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου μπορεί να επιτευχθεί. Κάτι τέτοιο, όπως και οι αποκρατικοποιήσεις θα συναντήσει έντονες αντιδράσεις από οργανωμένα συμφέροντα.

5. Θεσμοί Δύο Ταχυτήτων

Αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν μπορούν να προωθηθούν άμεσα, και γεγονός είναι ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο και θα εγκυμονούσε κινδύνους, τότε υπάρχει και μία εναλλακτική μεταβατική λύση. Η λύση είναι η δημιουργία μηχανισμών δύο ταχυτήτων. Παράλληλα με τις δημόσιες επιχειρήσεις να επιτραπεί η δημιουργία ιδιωτικών επιχειρήσεων που θα τις ανταγωνίζονται με ίσους όρους. Ειδικές ρυθμίσεις χρειάζονται βέβαια για τα φυσικά μονοπώλια. Παράλληλα με την κοινωνική ασφάλιση να επιτραπεί σε ισότιμη βάση και η συμπληρωματική ιδιωτική ασφάλιση. Παράλληλα με τα δημόσια έργα να προωθηθούν τα έργα με αυτοχρηματοδότηση. Παράλληλα με τη δημόσια ανώτατη παιδεία να επιτραπεί και η ιδιωτική ανώτατη παιδεία. Παράλληλα με τη δημόσια υγεία να επιτραπεί σε ισότιμη βάση και η ιδιωτική υγεία. Οι κανόνες του ανταγωνισμού να ισχύσουν και για τις κρατικές τράπεζες. Να καταργηθούν ορισμένες από τις εντελώς αδικαιολόγητες περιοριστικές πρακτικές που έχουν κατοχυρώσει ορισμένες επαγγελματικές τάξεις ή κλάδοι. Μία μεταβατική λύση είναι να δημιουργηθεί, μέσα στη δημόσια διοίκηση, μία κατηγορία υπαλλήλων «ταχείας εξέλιξης», στην οποία να μπορούν να προσλαμβάνονται, μετά από εθνικό διαγωνισμό, στελέχη με αυξημένα επαγγελματικά εφόδια, και στα οποία να μπορούν να δίνονται υψηλές αποδοχές και πριμ παραγωγικότητας. Οσοι μετέχουν στην κατηγορία αυτή θα υπόκεινται σε διαδικασίες συνεχούς αξιολόγησης και δεν απολαμβάνουν μικρότερη προστασία από πειθαρχικές κυρώσεις και τον κίνδυνο της απόλυσης.

Με την δημιουργία θεσμών δύο ταχυτήτων, μέσω του ανταγωνισμού θα ενισχυθεί η πίεση για προσαρμογή των ήδη υφισταμένων φορέων και θα επιτραπεί η εφαρμογή αποτελεσματικών κρατικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων βασισμένων σε συγκριτικά πρότυπα (yardstick regulation). Σταδιακά, θα καταστεί δυνατόν να υπάρξει ευρύτερη θεσμική μεταβολή, αλλά στο ενδιάμεσο θα εξασφαλίσθεί σημαντική βελτίωση.

6. Συμπεράσματα

Τα τελικά συμπεράσματα είναι προφανή. Σε ορισμένους τομείς έχει υπάρξει μία κάποια πρόοδος σε σχέση με την δεκαετία του 1980. Η συντονιστική λειτουργία των αγορών έχει βελτιωθεί με την κατάργηση των ελέγχων τιμών, η αγορά εργασίας έχει οδηγηθεί προς πιο ευέλικτα και συναινετικά πρότυπα, το φορολογικό σύστημα έχει απλοποιηθεί στη βάση σχετικά χαμηλής φορολογίας εισοδήματος, ο αντιπληθωριστικός χαρακτήρας της νομισματικής πολιτικής έχει ενισχυθεί. Ωστόσο, μένουν ακόμη πολλά να γίνουν στον τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας σε κρίσιμους τομείς, όπως η δημόσια διοίκηση, το τραπεζικό σύστημα, τα έργα υποδομής, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, ο τουρισμός, η υγεία και η παιδεία. Χρειάζεται εκτεταμένη αποκρατικοποίηση, ώστε να εξοικονομηθούν δημόσιοι πόροι και να εξασφαλισθεί η οικονομική αποτελεσματικότητα. Αν δεν κατορθώσουμε να προωθήσουμε σημαντικές θεσμικές μεταβολές στους τομείς που αναφέρθηκαν, και συνεχίσουμε να καρκινοβατούμε στον τομέα της δημοσιονομικής προσαρμογής, πολύ φοβούμαι ότι σύντομα θα αντιμετωπίσουμε δυσάρεστες κοινωνικές και εθνικές παρενέργειες, πολύ χειρότερες από ότι περιμένει ο μέσος Ελληνας. Αντίθετα, αν το πολιτικό μας σύστημα κατορθώσει να απεμπλακεί από το σημερινό αδιέξοδο και να προωθήσει τις μεταβολές που απαιτούνται, τότε η ελληνική οικονομία θα έχει τη δυνατότητα να μπει δυναμικά στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Σύνδεσμος στη Σχετική Ερευνητική Εργασία στο επιστημονικό περιοδικό Economic Policy, Απρίλιος 1995