Προσαρμοσμένο άπο άρθρο του Γιώργου Αλογοσκούφη στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 17, Απριλίου 2021. Το άρθρο δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της έκδοσης του νέου του βιβλίου, Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2021.

__________________________________________________________________________________

Η διεθνής οικονομική κρίση που βιώνουμε ως αποτέλεσμα της πανδημίας του κορωνοϊού από τις αρχές του 2020 έχει βυθίσει σε νέα βαθιά ύφεση και την ελληνική οικονομία.

Η κρίση αυτή έχει πολλές ομοιότητες με τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009, η οποία οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση χρέους του 2010, αλλά έχει και σημαντικές διαφορές.

Σε ένα νέο βιβλίο μου (Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2021), εξετάζω διεξοδικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά τη μεταπολίτευση, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο μετά την ένταξη στην ΕΕ. 

Στόχος του βιβλίου, το οποίο βασίζεται σε μία πολυετή και σε βάθος έρευνα και ανάλυση των στοιχείων και των εξελίξεων, είναι η εξαγωγή των κατάλληλων συμπερασμάτων για το μέλλον, και όχι η πυροδότηση νέων άγονων κομματικών αντεγκλήσεων και αντιπαραθέσεων για το παρελθόν.

Τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν δύο θετικά στη σημερινή κρίση σε σχέση με αυτή του 2010. Το πρώτο είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι πολιτικά απομονωμένη, όπως συνέβη στις αρχές του 2010. Το δεύτερο είναι ότι, σε αντίθεση με το 2010, όταν το κόστος της προσαρμογής μετακυλίθηκε στις οικονομίες της περιφέρειας όπως η Ελλάδα, το 2020 οι χώρες της ΕΕ συμφώνησαν τελικά στη δημιουργία ενός σημαντικού νέου προσωρινού κοινοτικού μηχανισμού αντιμετώπισης της κρίσης. Με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και άλλες πρωτοβουλίες ύψους 750 δις δημιουργείται για πρώτη φορά ένας μηχανισμός για την από κοινού αντιμετώπιση κρίσεων εκ μέρους της ΕΕ.

Το κύριο ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι εάν η Ελλάδα θα μπορέσει να αλλάξει πορεία μετά την κρίση και, σε συνδυασμό με την κοινοτική βοήθεια, να υιοθετήσει πολιτικές που θα οδηγήσουν σε επαρκή και βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομίας. Αυτό απαιτεί αλλαγή του παραγωγικού προτύπου και μία πολιτική χωρίς τα μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τις άλλες μακροοικονομικές ανισορροπίες του παρελθόντος.

Το κύριο συμπέρασμα της ανάλυσης του βιβλίου μου είναι ότι, ανεξαρτήτως των προθέσεων και των σχεδιασμών των κυβερνήσεων των τελευταίων σαράντα ετών, η Ελλάδα δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που της έδωσε η συμμετοχή της στην ΕΕ και αργότερα στην ευρωζώνη, λόγω εσωτερικών θεσμικών, πολιτικών και οικονομικών εμποδίων και αδυναμιών.

Οι κυριότερες οικονομικές αδυναμίες υπήρξαν η χαμηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα, οι δημοσιονομικές ανισορροπίες και, έως την ένταξη στην ευρωζώνη, η νομισματική αστάθεια. Οι δημοσιονομικές ανισορροπίες εντείνονταν κυρίως σε περιόδους ύφεσης και σε εκλογικές περιόδους, όταν αναστέλλονταν τα προγράμματα σταδιακής δημοσιονομικής προσαρμογής. Από την άλλη, οι πολιτικές λιτότητας, κυρίως αυτή της περιόδου 2010-16, λόγω του ότι ενέτειναν την ύφεση, οδηγούσαν σε αύξηση του λόγου του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ.

Η κυριότερη πολιτική αδυναμία υπήρξε διαχρονικά η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης, ακόμη και στα αυτονόητα αναφορικά με την οικονομική πολιτική και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Οι εμπειρίες του 2009-10 και του 2014-15 είναι χαρακτηριστικές και δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επαναληφθούν.

Για παράδειγμα, το 2009 η τότε αντιπολίτευση αρνήθηκε την έκκληση του τότε πρωθυπουργού για στοιχειώδη συνεννόηση, υπερθεμάτισε σε εξαγγελίες παροχών, εξεβίασε πρόωρες εκλογές στην κορύφωση της παγκόσμιας κρίσης και απευθύνθηκε στο εκλογικό σώμα με το ‘λεφτά υπάρχουν’. Ως κυβέρνηση, μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, προχώρησε σε παροχές, άφησε τα φορολογικά έσοδα να καταρρεύσουν και εξήγαγε τις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στο εξωτερικό, χωρίς να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει την επερχόμενη κρίση χρέους με ένα δικό της πρόγραμμα προσαρμογής. Αντίστοιχα φαινόμενα υπήρξαν και το 2014-15, με την πρόκληση πρόωρων εκλογών και την ατελέσφορη προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης του ως τότε ισχύοντος προγράμματος προσαρμογής από την τότε αξιωματική αντιπολίτευση και μετέπειτα κυβέρνηση. Αυτό τελικά οδήγησε στα μέσα του 2015 στο δημοψήφισμα και στο Τρίτο Μνημόνιο. Σήμερα, εν μέσω πανδημίας και διεθνούς κρίσης, οι αντιπαραθέσεις κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης έχουν στοιχεία που αρχίζουν να θυμίζουν εκείνες τις περιόδους.

Η συναίνεση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι αναγκαία σήμερα περισσότερο από ποτέ. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της  σημερινής κρίσης, όπως η ανάγκη αναδιάρθρωσης του παραγωγικού προτύπου της χώρας και η ανάγκη μείωσης του επιπλέον δημοσίου χρέους που δημιουργείται λόγω της κρίσης, θα απαιτήσει ένα πρόγραμμα σταδιακής διαρθρωτικής και δημοσιονομικής προσαρμογής. Για να αποδώσει ένα τέτοιο φιλόδοξο πρόγραμμα θα χρειασθεί συνέχεια και συνέπεια που υπερβαίνει μία ή και δύο κυβερνητικές θητείες. 

Κανένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα δεν μπορεί να επιτύχει αν κυριαρχούν αντικρουόμενες οικονομικές προτεραιότητες μεταξύ των κομμάτων εξουσίας και προσδοκίες ανατροπής του σε περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης. Αν διδαχθούμε από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και αντιδικίες του παρελθόντος και ομονοήσουμε στα αυτονόητα, μπορούν, μετά την τρέχουσα κρίση, να μπουν οι βάσεις για την πολυπόθητη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Το κύριο προ-απαιτούμενο είναι μία ελάχιστη διακομματική συναίνεση στις βασικές κατευθύνσεις ενός προγράμματος προσαρμογής και ανάκαμψης.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17 Απριλίου 2021

Σύνδεσμος για το βιβλίο Πριν και Μετά το Ευρώ, Εκδόσεις Gutenberg