Γιώργος Αλογοσκούφης

Προσαρμοσμένο από άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα , Κυριακή 25 Απριλίου 2021.

Το άρθρο βασίζεται στο νέο βιβλίο του Γιώργου Αλογοσκούφη, Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2021.

_________________________________________________________________________________________________

Κατά τα φαινόμενα, η μεγάλη διεθνής οικονομική κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία του κορονοϊού πλησιάζει προς το τέλος της. Η υποστηρικτική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική που εφαρμόστηκε στο σύνολο σχεδόν των οικονομιών του κόσμου, και ιδιαίτερα στις δύο ατμομηχανές της παγκόσμιας οικονομίας, τις ΗΠΑ και την Κίνα, απέτρεψε την οικονομική καθίζηση και η ανάκαμψη φαίνεται ήδη στον ορίζοντα. Παράλληλα, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε αντίθεση με την κρίση του 2008-2009, ανέλαβε τολμηρές, για τα δεδομένα της, δημοσιονομικές πρωτοβουλίες, με τη θεσμοθέτηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η ελληνική οικονομία τελικά επηρεάστηκε και αυτή λιγότερο από την κρίση σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών, κυρίως λόγω των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης της οικονομίας που υιοθετήθηκαν παράλληλα με τους υγιειονομικούς περιορισμούς. Παρά τη μεγάλη ύφεση και την αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους, με δεδομένο ότι πολλά από τα μέτρα στήριξης της οικονομίας που υιοθετήθηκαν έχουν μάλλον προσωρινές δημοσιονομικές επιπτώσεις, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας θα είναι ευκολότερη σε σχέση με ανάλογες περιπτώσεις μεγάλων υφέσεων στο παρελθόν.

Η τρέχουσα πρόκληση για την Ελλάδα, ανεξάρτητα από τις μελλοντικές επιλογές της ΕΕ σε σχέση με το πρόβλημα της αμοιβαιοποίησης του δημοσίου χρέους που προκλήθηκε από την πανδημία, είναι να σχεδιάσει και να υιοθετήσει ένα νέο μείγμα πολιτικής για την ανάκαμψη, βασισμένο σε δύο άξονες: Πρώτον, μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς, ώστε να αλλάξει σταδιακά το παραγωγικό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας, και δεύτερον, στήριξη της συνολικής ζήτησης σε επίπεδα που να διευκολύνουν την ανάκαμψη της παραγωγής και της απασχόλησης.

Στα συμπεράσματα του τελευταίου βιβλίου μου, Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, 2021, έχοντας αναλύσει διεξοδικά την οικονομική πολιτική των τελευταίων σαράντα ετών, αναφέρομαι στα κύρια προ-απαιτούμενα μιας πολιτικής ανάκαμψης, πέραν της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης. Αυτά περιλαμβάνουν, πρώτον, μία ουδέτερη ως προς τα έσοδα φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία θα ενθαρρύνει τις ιδιωτικές αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις, δεύτερον, την αποκατάσταση της ικανότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος να χρησιμοποιεί τις αυξημένες αποταμίευσεις προκειμένου να χρηματοδοτεί την ανάκαμψη της οικονομίας, και τρίτον, ευρείες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία ευκαιριών και κινήτρων για εγχώριες και άμεσες ξένες επενδύσεις, κυρίως σε τομείς που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες. Σε αρκετά σημεία αυτοί οι άξονες συμπίπτουν με προτάσεις πολλών άλλων οικονομολόγων, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής Πισσαρίδη.

Ωστόσο, ένα μακρόπνοο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα θα πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια, κάτι που απαιτεί την υιοθέτηση των κύριων αξόνων του από το ευρύτερο δυνατό πολιτικό φάσμα. Κανένα πολυετές πρόγραμμα ανάκαμψης δεν μπορεί να επιτύχει αν κυριαρχούν προσδοκίες ανατροπής του από την επόμενη κυβέρνηση. Αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, όταν υπάρχει στον ορίζοντα η, έστω και μακρινή, προοπτική πολιτικής αστάθειας, λόγω της απλής αναλογικής που θα ισχύσει στις επόμενες εκλογές.

Για να έχει συνέπεια, συνέχεια και αποτελεσματικότητα ένα πρόγραμμα ανακαμψης θα πρέπει να διαθέτει επαρκή χρονικά περιθώρια επιτυχίας, κάτι που απαιτεί ευρεία πολιτική νομιμοποίηση. Αυτό δεν ίσχυε για τα προγράμματα προσαρμογής του παρελθόντος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της περιόδου 2010-2018. Η διασφάλιση ευρείας πολιτικής νομιμοποίησης και συναίνεσης δεν είναι μόνο ευθύνη της εκάστοτε κυβέρνησης, η οποία μπορεί να την ζητήσει, αλλά και των υπολοίπων ελληνικών πολιτικών κομμάτων. 

Οι πολιτικές διαφορές αναφορικά με την πολιτική ανάκαμψης θα μπορούσαν να συγκεραστούν σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον μεταξύ των κομμάτων εξουσίας. Μόνο με αυτή την προϋπόθεση μπορεί να προχωρήσει η χώρα σε μια πορεία αποτελεσματικής και ταχείας οικονομικής ανάκαμψης. Άλλωστε, οι κυβερνητικές πρακτικές των κομμάτων εξουσίας στο παρελθόν αναφορικά με τη μακροοικονομική πολιτική δεν είχαν τις μεγάλες διαφορές που εμφανίζονται στις ρητορικές αντιπαραθέσεις τους.

Πολιτική συναίνεση δεν σημαίνει βεβαίως ούτε πολιτική συνεργασία ούτε κατάργηση των θεμελιωδών πολιτικών και ιστορικών διαφορών μεταξύ των κομμάτων. Σημαίνει όμως περιορισμό πολλών από τις ανούσιες και χωρίς ουσιαστική βάση αντιπαραθέσεις, οι οποίες απλώς ορθώνουν εμπόδια στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, δυναμιτίζουν το οικονομικό κλίμα και επιβραδύνουν την ανάκαμψη των εγχώριων επενδύσεων και την εισροή κεφαλαίων, απαραίτητων προϋποθέσεων για τη δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα, 25 Απριλίου 2021