Γιώργος Αλογοσκούφης

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ την Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021, και βασίζεται εν μέρει στο πρόσφατο βιβλίο του συγγραφέα, Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2021.

_____________________________________________________________

Είναι από μία πλευρά ευτύχημα ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της υγιειονομικής κρίσης της τελευταίας διετίας κινητοποίησαν την ΕΕ να αναλάβει κοινές νομισματικές και δημοσιονομικές πρωτοβουλίες, σε αντίθεση με το τι συνέβη στην κρίση του 2010, όπου το κόστος της προσαρμογής μετακυλίθηκε αποκλειστικά στα εθνικά κράτη, και ιδιαίτερα στα κράτη της περιφέρειας της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα.

Με την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ που ανακοινώθηκε και την ενεργοποίηση του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, ελπίζεται ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης αυτής θα αποδειχθούν προσωρινές και βραχύβιες, και ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα μπορέσει να ανακάμψει σχετικά σύντομα.

Ωστόσο, το πολύ σημαντικό για την Ελλάδα Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, αποτελεί έναν προσωρινό δημοσιονομικό μηχανισμό και δεν υποκαθιστά, παρά μόνο βραχυχρόνια, την ανάγκη για ευρύτερες δημοσιονομικές και νομισματικές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία της ευρωζώνης.
Μετά την επιστροφή στην κανονικότητα, αποκτούν μεγάλη σημασία δύο σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική λειτουργία της ευρωζώνης.

Πρώτον, να δημιουργηθεί ένας επαρκής και κατάλληλα στοχοθετημένος κοινός προϋπολογισμός της ευρωζώνης, που θα συμβάλει στην εξομάλυνση της ασύμμετρης επίδρασης των μακροοικονομικών διαταραχών μέσω της λειτουργίας των αυτόματων δημοσιονομικών σταθεροποιητών. Θα βοηθούσε τις χώρες που εισέρχονται σε ύφεση λόγω ασύμμετρων διαταραχών να αντιμετωπίζουν μικρότερες δημοσιονομικές και χρηματοοικονομικές συνέπειες. Επίσης, αν επικεντρωνόταν στην ασφάλιση της ανεργίας, θα μπορούσε να βοηθήσει και στην αντιμετώπιση του κατακερματισμού των αγορών εργασίας στην ευρωζώνη.

Δεύτερον, είναι επίσης αναγκαία η ρητή αναγνώριση της ευθύνης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να ενεργεί ως δανειστής ύστατης προσφυγής σε τράπεζες και κυβερνήσεις σε περιόδους κρίσης. Αυτό θα βοηθήσει στην αποτροπή των «αιφνιδίων στάσεων» και των διαταραχών της αγοράς που συνδέονται με κρίσεις κρατικών χρεών, πολύ καλύτερα από την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) σε ίδρυμα που να μοιάζει με το ΔΝΤ, λόγω της μεγαλύτερης δυνατότητας των κεντρικών τραπεζών να δημιουργούν ρευστότητα.

Ταυτόχρονα, η τραπεζική ένωση θα πρέπει να προχωρήσει όπως έχει προγραμματιστεί, θα πρέπει να γίνει περισσότερο ευέλικτο το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και θα πρέπει να ενισχυθούν εθνικές μεταρρυθμιστικές λύσεις που θα ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, ιδίως στις χώρες της περιφέρειας.

Οι προτάσεις για έναν κοινό προϋπολογισμό της ευρωζώνης έρχονται σε αντίθεση με τα επιχειρήματα εκείνων που αντιτίθενται σε μια δημοσιονομική ένωση που να βασίζεται σε μεταβιβάσεις. Αυτοί κυρίως εκπροσωπούν τις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, που είναι καθαροί συνεισφέροντες στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Πιστεύω ότι αυτές οι αντιρρήσεις είναι άτοπες. Η ΕΕ και ειδικότερα η ευρωζώνη είναι ήδη μεταβιβαστικές ενώσεις, μέσω της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και της νομισματικής ένωσης. Ενθαρρύνουν σημαντικές οικονομικές μεταβιβάσεις από τους ασθενέστερους και λιγότερο ανταγωνιστικούς τομείς και τις οικονομίες στην περιφέρεια, σε ισχυρότερους και πιο ανταγωνιστικούς τομείς και οικονομίες, όπως της Γερμανίας και των μικρών οικονομιών της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις διαφορετικές μακροοικονομικές επιδόσεις του πυρήνα και της περιφέρειας της ευρωζώνης, ιδίως μετά την κρίση του 2010.

Μια δημοσιονομική ένωση, η οποία θα διόρθωνε εν μέρει τις επιπτώσεις των υπόλοιπων οικονομικών μεταβιβάσεων από τις χώρες της περιφέρειας σε αυτές του πυρήνα, και κυρίως της Γερμανίας, αποτελεί το λογικό αντίβαρο της ενιαίας αγοράς και της νομισματικής ένωσης. Οι μεταβιβάσεις που προτείνονται δεν πρέπει να είναι υπερβολικές, αλλά σίγουρα πολλαπλάσιες από το ισχύον ανώτατο όριο του προϋπολογισμού της ΕΕ, που βρίσκεται περίπου στο 1% του ΑΕΠ της ΕΕ. Θα μπορούσαν να επικεντρωθούν σε κρίσιμες κοινωνικά και κυκλικά ευαίσθητες περιοχές, όπως η ασφάλιση της ανεργίας, μέσω ενός κοινού προγράμματος σε επίπεδο ευρωζώνης.

Οι αντιρρήσεις των χωρών που αποτελούν καθαρούς συνεισφέροντες στον κοινοτικό προϋπολογισμό θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με μια δημοσιονομική μεταρρύθμιση που θα βασίζεται σε κανόνες, κάτι που θα αντιμετώπιζε τον ηθικό κίνδυνο και τα άλλα προβλήματα συντονισμού, και θα εξασφάλιζε την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ κατανομής των κινδύνων και πειθαρχίας της αγοράς.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ, Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2021