Γιώργος Αλογοσκούφης

Δημοσιεύθηκε (χωρίς το γράφημα) στην εφημερίδα Τα Νέα (Σαββατοκύριακο), στις 26 Φεβρουαρίου 2022.

Το άρθρο αυτό βασίζεται στο πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Αλογοσκούφη, Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2021.

_________________________________________________________________

Η οικονομία της Ελλάδας έχει ήδη πληγεί σοβαρά από την πανδημία, τα αντίμετρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της εξάπλωσής της από τις αρχές του 2020 καθώς και από τη παγκόσμια ύφεση του 2020.

Ο αντίκτυπος στην ελληνική οικονομία υπήρξε μεγάλος λόγω της σημασίας του τομέα του τουρισμού και το πολύ υψηλό μερίδιο στην ελληνική παραγωγή των πολύ μικρών επιχειρήσεων του τομέα των υπηρεσιών, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες. Παρά τα άμεσα μέτρα στήριξης της οικονομίας, η ισχυρή συρρίκνωση της παραγωγής επηρέασε τελικά και την απασχόληση. Επιπλέον, τόσο η ύφεση όσο και το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης έχουν οδηγήσει σε ένα σημαντικό δημοσιονομικό έλλειμμα και εκ νέου άνοδο του δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ καθώς και στην αναβολή των περισσότερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ήταν αναγκαίες για την επάνοδο της οικονομίας σε μία νέα αναπτυξιακή τροχιά.

Η κρίση της πανδημίας βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, και παρά το ότι φαίνεται ότι σημειώθηκε μία σημαντική ανάκαμψη της οικονομίας κατά το 2021, οι προβλέψεις είναι εξαιρετικά αβέβαιες. Οι δε αβεβαιότητες εντείνονται από το γεγονός ότι ήδη πλησιάζουμε στον επόμενο εκλογικό κύκλο καθώς και από τις γεωπολιτικές εξελίξεις που συνδέονται με την Ουκρανία.

Η τρέχουσα εκτίμηση της Επιτροπής είναι ότι το πραγματικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 9% το 2020, αυξήθηκε κατά 8,5% το 2021, από χαμηλότερη βάση, και ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται με χαμηλότερο ρυθμό, κατά 4,9% το 2022 και κατά 3,5% το 2023. Ο μέσος πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί από 0,6% το 2021 στο 3,1% το 2022 και να αποκλιμακωθεί ξανά στο 1,1% το 2023. Ωστόσο οι προβλέψεις αυτές υπόκεινται σε σημαντικές αβεβαιότητες και, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν πραγματοποιηθούν δεν συνεπάγονται ταχύτερη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τους εταίρους της στην ΕΕ ή ανάκτηση του χαμένου εδάφους από τη μεγάλη καθίζηση της περιόδου 2010-2016.

Στο γράφημα που ακολουθεί, παρουσιάζεται η εξέλιξη του πραγματικού και του δυνητικού ΑΕΠ της Ελλάδας, το πως επηρεάστηκε από διεθνείς υφέσεις και κρίσεις και το πως τα κατά καιρού προγράμματα προσαρμογής που υιοθετήθηκαν ανατρέπονταν σε εκλογικές περιόδους.

Πραγματικό και Δυνητικό ΑΕΠ, Διεθνείς Υφέσεις, Εκλογές και Προγράμματα Προσαρμογής

Η συλλογική προσπάθεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η οποία συνεπάγεται μία όχι αμελητέα μεταφορά πόρων προς την ελληνική οικονομία ασφαλώς θα βοήθησει. Ωστόσο, απαιτούνται και άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, μέσω ενός εθνικού προγράμματος προσαρμογής για μία μονιμότερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η οποία ακόμη και πριν την πανδημία δεν ανέκαμπτε ικανοποιητικά.

Προϋπόθεση για μια μονιμότερη και ταχύτερη ανάκαμψη είναι να αντιμετωπιστούν στη ρίζα τους οι διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, που αποτελούν την κυριότερη τροχοπέδη για την επάνοδο της ελληνικής οικονομίας σε μία νέα αναπτυξιακή τροχιά. Ακόμη δε σημαντικότερο είναι να μην υπάρξει νέα αποσταθεροποίηση εν όψει του επόμενου εκλογικού κύκλου και των κινδύνων που αυτός συνεπάγεται.

Στο ευρύτερο οικονομικό πεδίο οι διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν μεγάλες και αφορούν σε επτά κυρίως περιοχές:

  1. στη λειτουργία των αγορών αγαθών και υπηρεσιών,
  2. στην αγορά εργασίας,
  3. στο χρηματοπιστωτικό σύστημα,
  4. στην αγορά ενέργειας
  5. στη λειτουργία του δημοσίου,
  6. στο φορολογικό και προνοιακό σύστημα, και
  7. στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Αυτές είναι και οι περιοχές στις οποίες θα πρέπει να επικεντρωθούν εφεξής οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις.

Το στοίχημα για την ελληνική οικονομία σήμερα, μετά την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την πανδημία του κορωνοϊού, είναι η υιοθέτηση ενός προγράμματος ανάκαμψης της οικονομίας το οποίο δεν θα βασίζεται στον υπερβολικό δανεισμό από το εξωτερικό. Για να επιτευχθεί αυτό είναι σημαντικό η ανάκαμψη να είναι εξωστρεφής, ώστε να μη συνοδευτεί με εκ νέου διεύρυνση των ελλειμμάτων του εξωτερικού ισοζυγίου.

Η ανάκαμψη μπορεί να επιτευχθεί στη βάση ενός εθνικού προγράμματος που να έχει διάρκεια, να περιβάλλεται από πολιτική συναίνεση και να στηρίζεται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν την συνεπή εφαρμογή του και την αξιοπιστία του. Σε αντίθετη περίπτωση τα όποια αποτελέσματα θα είναι πενιχρά και προσωρινά, και η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο των τελευταίων δεκαετιών.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα Τα Νέα, 26 Φεβρουαρίου 2022