Γιώργος Αλογοσκούφης

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Νέα (Σαββατοκύριακο), στις 30 Ιουλίου 2022.

Με την συνεχιζόμενη άνοδο του πληθωρισμού και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να έχει μπει και πάλι σε ένα φαύλο κύκλο. Μετά την διστακτική ανάκαμψη του 2021, το 2022 χαρακτηρίζεται από σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους.

Σε μια παγκόσμια οικονομία που έχει ήδη αποδυναμωθεί από την πανδημία, ο υψηλότερος από τον αναμενόμενο πληθωρισμός σε όλο τον κόσμο –ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες––έχει οδηγήσει σε πιο περιοριστικές χρηματοοικονομικές συνθήκες λόγω της αναμενόμενης ανόδου των επιτοκίων. Από την άλλη, η επιβράδυνση στην Κίνα είναι χειρότερη από ότι αναμενόταν, λόγω των lockdown που έχουν υιοθετηθεί. Σε όλα αυτά προστίθενται και μία σειρά από αρνητικές συνέπειες από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ιδιαίτερα για την Ευρώπη.

Η πρόσφατη νέα εκτίμηση από το ΔΝΤ προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης από 6,1 τοις εκατό πέρυσι σε 3,2 τοις εκατό το 2022, 0,4 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από ό,τι στην αντίστοιχη εκτίμηση του Απριλίου 2022. Για το 2023, η αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική αναμένεται να επηρεάσει ακόμη περισσότερο την παγκόσμια παραγωγή, η οποία αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 2,9%. Στην Ευρώπη, η αναθεώρηση των εκτιμήσεων προς τα κάτω αντικατοπτρίζει τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αυστηρότερη νομισματική πολιτική. 

Ο παγκόσμιος πληθωρισμός έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω λόγω των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας καθώς και των παρατεταμένων ανισορροπιών προσφοράς-ζήτησης και αναμένεται να φτάσει το 6,6 τοις εκατό στις προηγμένες οικονομίες και το 9,5 τοις εκατό στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες φέτος.

Παράλληλα, ο γεωπολιτικός κατακερματισμός θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το παγκόσμιο εμπόριο και την παγκόσμια οικονομική συνεργασία.

Η εμμονή του πληθωρισμού σημαίνει ότι η αντιμετώπιση του θα πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Η αυστηρότερη νομισματική πολιτική θα έχει αναπόφευκτα οικονομικό κόστος για την πραγματική οικονομία, αλλά περαιτέρω καθυστέρηση δεν δικαιολογείται.

Η στοχευμένη δημοσιονομική στήριξη θα μπορούσε να βοηθήσει στο να μετριαστεί ο αντίκτυπος στους πιο ευάλωτους, αλλά με τους κρατικούς προϋπολογισμούς να βρίσκονται στο όριο λόγω της πανδημίας και την ανάγκη για μια γενικότερα αντιπληθωριστική στάση της μακροοικονομικής πολιτικής, επιβάλλεται ότι τέτοιες πολιτικές θα πρέπει να αντισταθμιστούν από αυξημένους φόρους ή χαμηλότερες κρατικές δαπάνες.

Οι εξελίξεις είναι δυσοίωνες και για την Ελλάδα, λόγω της μεγαλύτερης από τον μέσο όρο αύξησης του πληθωρισμού, των στενών περιθωρίων του κρατικού προϋπολογισμού και της σημαντικής επιδείνωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Για μία ακόμη φορά η Ελλάδα θα πρέπει να προσβλέπει στην οικονομική συνεργασία στα πλαίσια της αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ