Γιώργος Αλογοσκούφης
Το γράφημα της προηγούμενης εβδομάδας δείχνει την εξέλιξη και τις διακυμάνσεις του ποσοστού ανεργίας της Ελλάδας και του μέσου όρου του ποσοστού ανεργίας των χωρών της ζώνης του ευρώ, ως ποσοστού του ΑΕΠ, από το 1980 έως το 2030. Τα στοιχεία προέρχονται από την Παγκόσμια Οικονομική Επισκόπηση (World Economic Outlook) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), το Οκτώβριο του 2025. Οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις από το 2025 έως το 2030 οφείλονται στο ΔΝΤ.
Τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούσαν στο πως συνδέεται η εξέλιξη του ποσοστού ανεργίας με τις ευρύτερες μακροοικονομικές εξελίξεις της ελληνικής οικονομίας και πως συγκρίνεται με την αντίστοιχη εξέλιξη του ποσοστού ανεργίας στη ζώνη του ευρώ και στις προβλεπόμενες εξελίξεις την επόμενη πενταετία, 2026-2030.
Σύμφωνα με το ChatGPT 5, «Το γράφημα για την εξέλιξη της ανεργίας στην Ελλάδα και στη ζώνη του ευρώ από το 1980 έως το 2030 αποτυπώνει μια πορεία γεμάτη εντάσεις, κρίσεις, περιόδους ανάκαμψης, αλλά και σταθερές αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με άλλα λόγια, συμπυκνώνει σε μία καμπύλη την οικονομική ιστορία της χώρας τα τελευταία σαράντα χρόνια.
Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, η ανεργία ακολουθεί ανοδική τάση, από το 3% το 1980 σε περίπου 10% στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από μακροοικονομική αστάθεια, υψηλό πληθωρισμό και χαμηλή παραγωγικότητα. Η Ελλάδα δεν αποκλίνει δραματικά από την υπόλοιπη Ευρωζώνη, όμως σταθερά εμφανίζει υψηλότερη ανεργία λόγω χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων και λιγότερο ευέλικτης αγοράς εργασίας.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι το 2008, παρά την είσοδο στο ευρώ και την περίοδο ισχυρής ανάπτυξης, η ανεργία κινείται σε σχετικά υψηλά επίπεδα, μεταξύ 8% και 12%. Παρότι η οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 3%, η δομή της ανάπτυξης –με έμφαση στην κατανάλωση, στις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες και σε έργα υποδομής– δεν δημιουργεί επαρκείς και σταθερές θέσεις εργασίας για να μειώσει ουσιαστικά την ανεργία. Η χώρα εξακολουθεί να διατηρεί διαφορά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που κυμαίνεται χαμηλότερα.
Το πραγματικό χάσμα ανοίγει μετά το 2010. Η κρίση χρέους, η βαθιά ύφεση, τα τρία προγράμματα προσαρμογής, η κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης και η τραπεζική κρίση οδηγούν την ανεργία σε πρωτόγνωρα επίπεδα: 28% το 2013–2014, το υψηλότερο ποσοστό σε ανεπτυγμένη οικονομία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια στιγμή, η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει μεν τη δική της μετα-κρίση ύφεση, αλλά η ανεργία παραμένει γύρω στο 12%, δημιουργώντας απόσταση άνω των 15 ποσοστιαίων μονάδων από την Ελλάδα.
Από το 2015 και μετά, καθώς η οικονομία σταθεροποιείται, ο τουρισμός επεκτείνεται και η δημοσιονομική κατάσταση βελτιώνεται, η ανεργία αρχίζει να υποχωρεί σταδιακά. Η αποκλιμάκωση επιταχύνεται μετά το 2021, με την επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης, την αύξηση των επενδύσεων, τη βελτίωση των προσδοκιών και τις ενισχύσεις στην αγορά εργασίας. Μέχρι το 2025, η ανεργία έχει ήδη μειωθεί κάτω από το 10%, πλησιάζοντας για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το ενδιαφέρον στρέφεται τώρα στις προβλέψεις για την περίοδο 2026–2030. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανεργία στην Ελλάδα θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, αγγίζοντας το 7% μέχρι το 2030. Παρότι θα παραμείνει υψηλότερη από την Ευρωζώνη (που προβλέπεται σταθερή κοντά στο 6%), η χώρα φαίνεται να αφήνει οριστικά πίσω της την εξαιρετικά υψηλή ανεργία της προηγούμενης δεκαετίας. Η βελτίωση συνδέεται με τρεις βασικούς παράγοντες: τη συνέχιση των επενδύσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης, την αναβάθμιση της παραγωγικότητας και την επίδραση των δημογραφικών τάσεων, καθώς η μείωση του εργατικού δυναμικού περιορίζει τη «δομική» ανεργία.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ανεργία αποτελεί πιστό καθρέφτη των μακροοικονομικών εξελίξεων της χώρας. Η εκρηκτική άνοδος 2010–2014 και η σταθερή αποκλιμάκωση μετά το 2015 δείχνουν ότι η αγορά εργασίας ανταποκρίνεται έντονα σε κρίσεις και ανακάμψεις. Αν οι προβλέψεις επαληθευθούν, η επόμενη πενταετία θα σημάνει τη μετάβαση σε μια νέα, πιο ισορροπημένη κανονικότητα, όπου η ανεργία θα κινείται σε επίπεδα συγκρίσιμα –αν και όχι ταυτόσημα– με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.»
Αναφορικά με το ζήτημα αυτό λεπτομερείς αναλύσεις της εξέλιξης του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα παρουσιάζονται σε δύο πρόσφατα βιβλία μου:
Πριν και Μετα το Ευρώ (Εκδοσεις Gutenberg, Αθήνα, 2021), Κεφάλαια 6 έως 10.
Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση (Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2024), Κεφάλαια 6 έως 11.
Όπως συνοψίζεται στο βιβλίο μου Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση, σελ. 352,
«Η ανεργία παρέμεινε χαμηλή κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης του 1974, αλλά άρχισε να ανεβαίνει μετά τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 και τη διεθνή ύφεση της περιόδου 1982-1983. Νέα άνοδος της ανεργίας σημειώθηκε κατά την περίοδο των προσπαθειών σύγκλισης και προσαρμογής της δεκαετίας του 1990. Μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, κατά την περίοδο της οικονομικής ευφορίας που την συνόδευσε έως το 2007, η ανεργία μπήκε και πάλι σε πτωτική τροχιά. Αυτή αντιστράφηκε μετά το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και, κυρίως, μετά την κρίση χρέους του 2010. Κατά την περίοδο των μνημονίων και της μεγάλης καθίζησης η ανεργία εκτοξεύτηκε σε πρωτοφανή επίπεδα. Σε μία πενταετία το ποσοστό ανεργίας ανέβηκε περισσότερο από τρεισήμισι φορές. Το 2013, το χειρότερο έτος της μεγάλης καθίζησης έφθασε σχεδόν το 28% του εργατικού δυναμικού, από 8% το 2008. Έκτοτε η πορεία αντιστράφηκε και πάλι. Λόγω της σταθεροποίησης και κατόπιν σταδιακής ανάκαμψης της παραγωγής και της απασχόλησης, εκτιμάται ότι το ποσοστό ανεργίας το 2025 θα είναι κάτω από 10% του εργατικού δυναμικού.»

