Γιώργος Αλογοσκούφης
Το άρθρο αυτό βασίζεται στην εκτενή ανάλυση που περιέχεται στο πρόσφατο βιβλίο μου Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2024, το οποίο ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα μπορούσε να συμβουλευτεί για περισσότερες λεπτομέρειες.
_________________________________________________
Αν μελετήσει κανείς την Ελλάδα των τελευταίων 75 χρόνων, θα δει μια χώρα που έχει μεταμορφωθεί ριζικά. Βρίσκεται ενταγμένη στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή οικογένεια, με στέρεους δημοκρατικούς θεσμούς και ένα σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο. Η σημερινή της θέση είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδρομής που ξεκίνησε μετά την απελευθέρωση το 1944, αλλά εδραιώθηκε με την ένταξη της στο συνασπισμό της Δύσης κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου και την συμμετοχή της στο Σχέδιο Μάρσαλ, που έβαλε τις βάσεις της μεταπολεμικής της ανασυγκρότησης και ανάπτυξης. Ωστόσο, η σημερινή Ελλάδα αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις που προέρχονται όχι μόνο από το ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, αλλά και τις συσσωρευμένες εγχώριες ανισορροπίες και στρεβλώσεις που έχουν προκληθεί στην πορεία.
Τα 75 χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949 μπορούν να χωριστούν νοητά σε 3 διακριτές διαδοχικές 25ετίες. Από την ανοικοδόμηση, την ανάπτυξη και τον αυταρχισμό της μετεμφυλιακής περιόδου 1950-1974, στη δημοκρατική έκρηξη και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς της Μεταπολίτευσης και της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, και από την ευφορία της ευρωπαϊκής σύγκλισης και της ένταξης στη ζώνη του ευρώ το 2000, στην κρίση, την απογοήτευση και τον σημερινό πραγματισμό. Κάθε διαδοχική 25ετία κουβαλά τη δική της ιδεολογική σφραγίδα, τους δικούς της κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς και τις δικές της θεσμικές εξελίξεις. Οι αλληλεξαρτήσεις όλων αυτών, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές και εξωτερικές διαταραχές που επηρέασαν την πορεία της έχουν οδηγήσει στη σύγχρονη Ελλάδα.
Στόχος αυτού του άρθρου είναι να εξετάσει αυτές τις μεταμορφώσεις και αλληλεξαρτήσεις και με βάση αυτές να εξετάσει τις μελλοντικές προοπτικές της χώρας.
1. Ιδέες και Αξίες
Η Ελλάδα άλλαξε ριζικά στην πορεία των τελευταίων 75 χρόνων – και οι αξίες με τις οποίες καθορίζεται άλλαξαν μαζί της.
Ποια ήταν όμως η εξέλιξη των ιδεών και των αξιών της ελληνικής κοινωνίας και πως επηρέασε την κοινωνική, θεσμική και οικονομική πορεία της χώρας ή και επηρεάστηκε από αυτήν;
1.1 1950–1974: Η Ελλάδα Διχασμένη αλλά Προσηλωμένη στην Οικονομική Ανάπτυξη
Η Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960 είναι μια χώρα που προσπαθεί να ξεπεράσει τη φτώχεια και να σταθεί στα πόδια της μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Το κράτος, με την έντονη βοήθεια και εποπτεία των ΗΠΑ αρχικά, και αργότερα με την πολιτική σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, θέτει ως προτεραιότητες την οικονομική σταθερότητα, την ανάπτυξη και την κοινωνική πειθαρχία.
Το αναπτυξιακό θαύμα της εποχής –με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης επί δύο δεκαετίες– αλλάζει το πρόσωπο της χώρας. Η μαζική αστικοποίηση, η ανάδειξη δυναμικών μεσαίων στρωμάτων και η εξάπλωση της βιομηχανικής παραγωγής και της οικοδομής δημιουργούν ένα νέο κοινωνικό τοπίο.
Όμως, πίσω από την οικονομική πρόοδο υπάρχει πολιτική αστάθεια και ένας σκληρός πυρήνας εθνικοφροσύνης και πολιτικού αυταρχισμού. Ο αντικομμουνισμός καθορίζει την πολιτική ζωή, τα δικαιώματα είναι περιορισμένα και η δημοκρατία λειτουργεί με διακρίσεις και τριγμούς. Η περίοδος κλείνει με τη δικτατορία του 1967, ένα ακραίο καταπιεστικό καθεστώς, που, ευτυχώς, τελικά δεν άντεξε και κατέρρευσε, με μεγάλο όμως εθνικό και κοινωνικό κόστος.
Οι αξίες της εποχής συνοψίζονται στο τρίπτυχο: εργατικότητα, κινητικότητα, πειθαρχία. Κινητήρια δύναμη το να ξεφύγουμε από τη φτώχεια.
1.2 1975–1999: Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης: Δημοκρατία, Ελευθερία, Ισονομία και Κοινωνική Προστασία
Με την κατάρρευση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, η Ελλάδα εισέρχεται σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ιστορίας της. Η Μεταπολίτευση, με πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αποκαθιστά τη δημοκρατία, καταργεί αναχρονιστικούς θεσμούς και ενσωματώνει νέες ελευθερίες, ανοίγει τον δρόμο για την ευρωπαϊκή πορεία και επαναφέρει ένα αίσθημα συλλογικής αυτοπεποίθησης. Η πολιτική γίνεται υπόθεση της κοινωνίας: κόμματα, συνδικάτα, πανεπιστήμια και κινήματα αποκτούν νέο ρόλο. Το 1981 η Ελλάδα εντάσσεται ως δέκατο μέλος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ).
Στη δεκαετία του 1980, με καταλύτη το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, κυριαρχεί μια κοινωνική ατζέντα εισοδηματικής αναδιανομής, κοινωνικής προστασίας και διόρθωσης των ανισοτήτων του παρελθόντος. Το κράτος αποκτά πρωτοφανή δύναμη: κρατικοποιήσεις, προσλήψεις στο δημόσιο, παροχές, κοινωνική πολιτική και δημόσιοι οργανισμοί μετατρέπονται σε εργαλεία κοινωνικού μετασχηματισμού αλλά και οικονομικής αποσταθεροποίησης. Οι πόροι από την Ε.Ο.Κ στηρίζουν αυτήν την πορεία αλλά οδηγούν και σε αναβολή των απαιτούμενων οικονομικών προσαρμογών.
Στη δεκαετία του 1990, η Ελλάδα στρέφεται με καθυστέρηση στην προσαρμογή προς τα πρότυπα τη δυτικής Ευρώπης: απελευθέρωση της οικονομίας, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, προετοιμασία για την ΟΝΕ, πειθαρχία στα δημόσια οικονομικά.
Οι αξίες της εποχής: δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, πολιτική συμμετοχή, αναδιανομή, κοινωνική προστασία, ισχυρότερο κράτος, ευρωπαϊκή προοπτική. Κινητήρια δύναμη η έμφαση στην ελευθερία, την ισότητα και την κοινωνική προστασία. Καταλύτης οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η μεγάλη αντίφαση: η αναδιανομή και η διεύρυνση του κοινωνικού κράτους χτίστηκε σε αναιμική παραγωγική βάση και σταδιακά στηρίχθηκε όλο και περισσότερο στον δανεισμό. Η πολιτική της περιόδου δεν συνοδεύτηκε από αποτελεσματικές και διατηρήσιμες μεταρρυθμίσεις στο κράτος και την οικονομία.
1.3 2000–2025: Από την Ευφορία και την Ευρωπαϊκή Αυτοπεποίθηση στην Αμφισβήτηση και την Πόλωση της Κρίσης και την κατοπινή Ανασύνθεση
Η είσοδος στο ευρώ, το κύμα νέων υποδομών, η εκτίναξη της κατανάλωσης και η αίσθηση ότι η Ελλάδα ‘ανήκει πλέον στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης’ διαμορφώνουν μια νέα εποχή. Την εποχή της ευημερίας και της αυτοπεποίθησης, 2000-2008.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 μοιάζουν να επικυρώνουν την αλλαγή σελίδας. Οι Έλληνες υιοθετούν ένα πρότυπο ζωής ευρωπαϊκού τύπου: δάνεια, ακίνητα, ταξίδια, νέες τεχνολογίες, επαγγελματική ευελιξία.
Οι αξίες της εποχής: ευημερία, κατανάλωση, ιδιωτική πρωτοβουλία, ευρωπαϊκή σύγκλιση.
Όμως κάτω από την επιφάνεια, συσσωρεύεται ο εξωτερικός δανεισμός που θα οδηγήσει στη μεγάλη κρίση.
Η δεκαετία της κρίσης, 2009-2018 είναι το βαθύτερο σοκ της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας. Μέσα σε λίγα χρόνια, το εισόδημα της χώρας συρρικνώνεται, η ανεργία εκτοξεύεται και η πολιτική σκηνή ανατρέπεται ριζικά.
Οι αξίες της εποχής αλλάζουν βίαια: Από την ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση περνάμε στην αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών θεσμών. Από την ιδιωτική ευημερία στην αγωνία της επιβίωσης. Από την μετριοπάθεια στην πόλωση (μνημόνιο–αντιμνημόνιο). Από την πολιτική σταθερότητα στη ρευστότητα.
Η κρίση κλονίζει την εμπιστοσύνη προς το κράτος, την πολιτική, την οικονομία και τα ΜΜΕ. Ταυτόχρονα, όμως, γεννά νέες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης, εθελοντισμού και πολιτικής συμμετοχής.
Μετά το τέλος των μνημονίων και την επιστροφή στην οικονομική κανονικότητα, η χώρα κινείται με βάση μια πιο ρεαλιστική, λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένη προσέγγιση. Η περίοδος 2019-2025 μπορεί να χαρακτηριστεί ως η περίοδος της ανασύνθεσης και του πραγματισμού. Η αντιμετώπιση της πανδημίας, η ψηφιακή μεταρρύθμιση του κράτους, η άνοδος των startups και η έμφαση στην αποτελεσματικότητα δείχνουν μια κοινωνία που αναζητά σταθερότητα, τεχνογνωσία και θεσμική σοβαρότητα. Από την άλλη, το πολιτικό σύστημα ανασυντίθεται μέσα από μια νέα περίοδο ρευστότητας.
Η εμπειρία της κρίσης φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα, πιο ώριμη κουλτούρα: λιγότερες υπερβολές, περισσότερος πραγματισμός. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια, οι αδυναμίες του παρελθόντος δεν έχουν διορθωθεί, όπως έδειξε η τραγωδία των Τεμπών, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και όπως δείχνει η συνεχιζόμενη πολιτική πόλωση.
Οι αξίες της εποχής: σταθερότητα, τεχνοκρατική επάρκεια, ψηφιακή προσαρμογή, ευρωπαϊκός πραγματισμός δυσκολεύονται να επιβληθούν σε βάρος των πιο παραδοσιακών αξιών του παρελθόντος.
1.4 Η Σύνδεση
Ο Πίνακας 1 συνοψίζει την μετεξέλιξη των ιδεών και των αξιών κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εικοσιπενταετιών.
Πίνακας 1: Ιδέες και Αξίες, 1950-2024
| 1950-1974 | Ψυχροπολεμικός Αντικομμουνισμός | Ανασυγκρότηση Ανάπτυξη | Εργασία Αποταμίευση | Κοινωνική Πειθαρχία |
| 1975-1999 | Δημοκρατικές Ελευθερίες | Ισότητα Αναδιανομή | Δικαιωματισμός Καταναλωτισμός | Ευρωπαϊσμός |
| 2000-2024 | Ατομισμός Καταναλωτισμός | Συστημική Αμφισβήτηση | Περιορισμός Προσδοκιών | Πραγματισμός |
Αν υπάρχει κάτι που συνδέει τις τρεις 25ετίες, αυτό είναι η δυναμική σχέση ανάμεσα στις ιδέες και τις αξίες, την κοινωνία και την οικονομία και τους θεσμούς. Η Ελλάδα εξελίχθηκε από μια κοινωνία επιβίωσης και πειθαρχίας (1950–1974), σε μια κοινωνία δικαιωμάτων και κρατικής προστασίας (1975–1999), και τέλος σε μια κοινωνία που πέρασε από την ευημερία στην κρίση – και τώρα αναζητά μια νέα ισορροπία (2000–2024).
Η ιστορία των τελευταίων 75 χρόνων δείχνει ότι οι αξίες και οι ιδέες που επικρατούν σε μια κοινωνία δεν είναι δεδομένες. Διαμορφώνονται από τις ανάγκες, τις κρίσεις, τις επιτυχίες και τις επιλογές κάθε εποχής. Και σε μεγάλο βαθμό είναι αυτές που καθορίζουν το πού πηγαίνει – και το πού μπορεί να πάει – η χώρα.
2. Οι μεγάλες μεταμορφώσεις της ελληνικής κοινωνίας (1950–2024)
Η εξέλιξη των ιδεών και των αξιών συνοδεύεται και αλληλοεπηρεάζεται από μεγάλους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Από το τέλος του Εμφυλίου έως τα μέσα της δεκαετίας του 2020, η ελληνική κοινωνία διανύει τρεις μεγάλες περιόδους ριζικής αλλαγής:
Την μεταπολεμική ανασυγκρότηση και τη δημιουργία μιας νέας μεσαίας τάξης (1950–1974),
Την μεταπολιτευτική χειραφέτηση της μεσαίας τάξης (1975–1999), και
Την εποχή του ευρώ, της κρίσης και της ψηφιοποίησης (2000–2024).
Η μετάβαση από την αγροτική οικονομία των μέσων του 20ού αιώνα στην ψηφιακή κοινωνία του 21ου δεν υπήρξε γραμμική ούτε χωρίς αντιφάσεις. Όμως, κοιτάζοντας προς τα πίσω, διακρίνουμε τις τρεις παραπάνω φάσεις, καθεμία από τις οποίες άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική εμπειρία:
2.1 1950–1974: Η Μεταπολεμική Ανασυγκρότηση και η Δημιουργία της Νέας Ελλάδας
Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1950 μόλις είχε εξέλθει από δύο συνεχόμενους καταστροφικούς πολέμους. Ήταν μια κατά βάση αγροτική χώρα με βαθύτατα τραύματα, δημογραφική αποδιάρθρωση και θεσμούς που προσπαθούσαν να ανασυγκροτηθούν.
Από την Ύπαιθρο στην Πόλη: Η έκρηξη της εσωτερικής μετανάστευσης
Στη διάρκεια των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν, η μεγαλύτερη κοινωνική αλλαγή ήταν η αστικοποίηση. Ο πληθυσμός εγκαταλείπει την ύπαιθρο για να εγκατασταθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η βιομηχανία και οι υπηρεσίες προσέφεραν νέες ευκαιρίες απασχόλησης.
Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλάζουν μορφή: οι συνοικίες επεκτάθηκαν, οι πολυκατοικίες ξεφύτρωναν παντού, και γύρω από αυτές αναπτύχθηκε ένας νέος τρόπος ζωής που συνδύαζε το παραδοσιακό με το σύγχρονο.
Παράλληλα, η μαζική εξωτερική μετανάστευση –προς τη Γερμανία, το Βέλγιο, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία– άλλαξε τη σύνθεση πολλών οικογενειών και δημιούργησε νέες κοινωνικές εμπειρίες: το φαινόμενο της ‘ξενιτιάς’, τα εμβάσματα, τις διττές ταυτότητες.
Η εκβιομηχάνιση και το νέο κοινωνικό μωσαϊκό
Η εκβιομηχάνιση του ’60 έφερε μια νέα κοινωνική διαστρωμάτωση: εργατοτεχνίτες, μικρομεσαίοι επαγγελματίες της πόλης, επιστήμονες, τεχνικοί, δημόσιοι υπάλληλοι. Τα παραδοσιακά αγροτικά στρώματα υποχωρούσαν, ενώ οι νεότερες γενιές στρέφονταν στην εκπαίδευση και την αναζήτηση καλύτερης ζωής στην πόλη.
Η αλλαγή αυτή συνοδεύτηκε από νέες πολιτισμικές επιρροές: ο κινηματογράφος, η μουσική, η τηλεόραση στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ήταν η στιγμή που η Ελλάδα άρχισε να υιοθετεί τον δυτικό τρόπο ζωής.
Η δικτατορία και το τέλος εποχής
Το πραξικόπημα του 1967 πάγωσε προσωρινά τις πολιτικές εξελίξεις, αλλά δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τις κοινωνικές μεταβολές.
Όταν κοιτάζουμε την περίοδο 1950–1974 συνολικά, βλέπουμε μια Ελλάδα που μεταμορφώνεται: από χώρα αγροτική και φτωχή, γίνεται χώρα αστική, με νέες κοινωνικές τάξεις, νέες ανάγκες, νέες διεκδικήσεις και διαφορετική αυτοσυνείδηση.
Από αυτή την αλλαγή θα γεννηθεί η μεταπολιτευτική Ελλάδα.
2.2 1975–1999: Μεταπολίτευση, Μεσαία Στρώματα και Κοινωνικό Κράτος
Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 δεν σήμανε μόνο πολιτική αλλαγή. Άνοιξε μια νέα εποχή κοινωνικής ενσωμάτωσης, πολιτικής χειραφέτησης και οικονομικής ανόδου ευρύτερων στρωμάτων.
Ο εκδημοκρατισμός της δημόσιας ζωής
Η δεκαετία του ’70 και του ’80 υπήρξε περίοδος κοινωνικής ωρίμανσης. Το νέο Σύνταγμα του 1975, ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης, η ελευθερία του λόγου και η μαζική συμμετοχή στα κόμματα, τα συνδικάτα και στους συλλόγους δημιούργησαν μια κοινωνία πολύ πιο ανοιχτή και συμμετοχική από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών.
Η πολιτική έγινε υπόθεση όλων και συνδέθηκε με την καθημερινότητα: τις εργασιακές σχέσεις, την εκπαίδευση, τις κοινωνικές παροχές.
Τα Μεσαία Στρώματα και το Κοινωνικό Κράτος
Η δεκαετία του 1980 αποτέλεσε τομή από πολλές απόψεις. Το νέο κοινωνικό κράτος –με επίκεντρο το ΕΣΥ, τις συντάξεις και την προστασία της εργασίας– ενίσχυσε τη θέση μεγάλων κοινωνικών ομάδων. Οι μισθοί αυξήθηκαν, ο δημόσιος τομέας διευρύνθηκε, και τα νέα επαγγέλματα της εκπαίδευσης, της υγείας, της διοίκησης και των υπηρεσιών, αλλά και οι επιδοτήσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, αναδιαμόρφωσαν τη μεσαία τάξη. Παράλληλα, η κατανάλωση έγινε βασικό στοιχείο της κοινωνικής ταυτότητας: το αυτοκίνητο, οι οικογενειακές διακοπές, η απόκτηση κύριας ή και εξοχικής κατοικίας.
Νέες Κοινωνικές Προτεραιότητες, Μαζική Εκπαίδευση, Υποδοχή Μεταναστών
Στη δεκαετία του ’80 και του ’90 η κοινωνία μεταβάλλεται με βάση νέες προτεραιότητες :
Αναγνώριση της ισότητας των γυναικών, αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, μαζική είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εξοικείωση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Μετά το 1990, η Ελλάδα βιώνει και το πρώτο μαζικό κύμα εισροής μεταναστών, κυρίως από τα Βαλκάνια. Οι νέοι πληθυσμοί ενσωματώνονται σταδιακά, αλλάζοντας την κοινωνική σύνθεση, ανανεώνοντας την οικονομία αλλά προκαλώντας και νέες κοινωνικές εντάσεις.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η ελληνική κοινωνία έχει σταθεροποιηθεί οικονομικά και δημογραφικά. Η επόμενη φάση θα φέρει νέες προκλήσεις – και μια πρωτοφανή κρίση.
2.3 2000–2024: Το ευρώ, οι κρίσεις και η ψηφιακή μετάβαση
Η τρίτη περίοδος είναι η πιο σύνθετη. Αποτυπώνει την πορεία από την αισιοδοξία των αρχών της δεκαετίας του 2000 μέχρι τις πολυεπίπεδες κρίσεις της δεκαετίας του 2010 και τη νέα πραγματικότητα μετά το 2019.
Η εποχή του ευρώ και η πρώτη περίοδος της ευφορίας
Η είσοδος στο ευρώ συνοδεύτηκε από οικονομική ανάπτυξη, αύξηση εισοδημάτων και ενίσχυση της κατανάλωσης. Οι υποδομές αναβαθμίστηκαν, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 έφεραν αυτοπεποίθηση, και η ελληνική κοινωνία συγκλίνει οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά με την υπόλοιπη Ευρώπη με μεγάλη ταχύτητα.
Όμως κάτω από την επιφάνεια ελλόχευαν αδυναμίες: υπερδανεισμός, διαρθρωτικές υστερήσεις, ένας δημόσιος τομέας και μια οικονομία που δυσκολευόταν να προσαρμοστεί και να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις.
Η μεγάλη καθίζηση και ο κοινωνικός της αντίκτυπος
Από το 2010 έως το 2018, η Ελλάδα βίωσε μια κρίση άνευ προηγουμένου. Η κοινωνική της επίδραση υπήρξε καθοριστική: Η ανεργία εκτινάχθηκε, χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν και χιλιάδες νοικοκυριά είδαν τα εισοδήματά τους να καταρρέουν. Η μεσαία τάξη συρρικνώθηκε ενώ η φυγή νέων επιστημόνων προς το εξωτερικό (brain drain) απέκτησε ιστορικές διαστάσεις. Η κρίση άφησε επίσης ένα βαθύ ψυχολογικό αποτύπωμα. Η πόλωση, η δυσπιστία προς τους θεσμούς και η αίσθηση αβεβαιότητας έγιναν μέρος της δημόσιας ζωής.
Το μεταναστευτικό και οι νέες κοινωνικές προκλήσεις
Η περίοδος μετά το 2015 φέρνει στο προσκήνιο και το προσφυγικό ζήτημα. Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των μετακινήσεων πληθυσμών. Οι επιπτώσεις είναι πολύπλοκες: κοινωνικές, δημογραφικές, πολιτικές.
Παράλληλα, η υπογεννητικότητα επιδεινώνεται. Η Ελλάδα ήδη από το 2010 συγκαταλέγεται στις πιο γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης.
Μετά το 2019: ψηφιακό άλμα και νέα κοινωνική δυναμική
Η πανδημία ταρακούνησε και πάλι την ελληνική κοινωνία αλλά λειτούργησε και ως επιταχυντής της ψηφιοποίησης. Δημόσιες υπηρεσίες, επιχειρήσεις και πολίτες στράφηκαν μαζικά στις ψηφιακές λύσεις. και πιο εκτεθειμένη στις ανισότητες και στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο τρόπος ζωής αλλάζει: τηλεργασία, ηλεκτρονικές συναλλαγές, νέες μορφές εκπαίδευσης, επιχειρηματικότητας και απασχόλησης. Η ελληνική κοινωνία γίνεται πιο δικτυωμένη, πιο ατομικιστική αλλά και πιο απαιτητική απέναντι στους κρατικούς θεσμούς.
Η νέα μεσαία τάξη που αναδύεται είναι διαφορετική από εκείνη της δεκαετίας του 1990: πιο μορφωμένη, πιο τεχνολογικά εξοικειωμένη, αλλά και πιο εκτεθειμένη στις ανισότητες και στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας.
2.4 Η Σύνδεση
Ο Πίνακας 2 συνοψίζει την μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εικοσιπενταετιών.
Πίνακας 2: Κοινωνικοί Μετασχηματισμοί, 1950-2024
| 1950-1974 | Πληθυσμιακή Έκρηξη | Μετανάστευση Αστικοποίηση Εκβιομηχάνιση | Κοινωνική Κινητικότητα Μεσαία Τάξη | Πολιτικές Διακρίσεις |
| 1975-1999 | Διεύρυνση Πολιτικής Συμμετοχής | Αναδιανομή υπέρ της Μεσαίας Τάξης | Κοινωνικό Κράτος | Εθνική Συμφιλίωση |
| 2000-2024 | Πληθυσμιακή Συρρίκνωση Γήρανση Πληθυσμού | Ευμάρεια Φτωχοποίηση Ανάκαμψη Μεσαίας Τάξης | Κρίση Κοινωνικού Κράτους | Νέες Κοινωνικές Διαιρέσεις |
Παρά τις διαφορές τους, οι τρεις περίοδοι παρουσιάζουν ένα κοινό στοιχείο: η ελληνική κοινωνία αλλάζει συνεχώς, συχνά απότομα, αλλά πάντοτε με ένταση.
Από την αγροτική κοινωνία της δεκαετίας του ’50, η χώρα πέρασε στη μεγάλη αστική κοινωνία της μεταπολίτευσης.
Από την ακμάζουσα μεσαία τάξη της δεκαετίας του 1990 και του 2000 οδηγήθηκε στην κρίση και στη συρρίκνωση του 2010–2018.
Και από εκεί, στην πιο σύνθετη κοινωνία των τελευταίων ετών, που παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό και τις νέες ανισότητες.
Η Ελλάδα του 2025 είναι μια κοινωνία πιο ώριμη, πιο ανοικτή απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά και αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις: δημογραφικές, τεχνολογικές, κοινωνικές. Είναι επίσης μια κοινωνία που διατηρεί ισχυρές αντοχές και μεγάλη προσαρμοστικότητα – το χαρακτηριστικό ίσως που τη βοήθησε να συνέλθει μετά τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου.
3. Πολιτικοί και Οικονομικοί Θεσμοί, 1950-2024
Η μετεξέλιξη των ιδεών και αξιών και της ελληνικής κοινωνίας, συνοδεύθηκε και επηρέασε και τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς. Αν παρακολουθήσει κανείς την πορεία της Ελλάδας από το 1950 μέχρι σήμερα μέσα από το πρίσμα των πολιτικών και οικονομικών θεσμών, θα αντικρίσει μια χώρα που θεσμικά μεταμορφώθηκε επανειλημμένα: από τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση και την πολιτική αστάθεια, στη σταθεροποίηση και τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό της Μεταπολίτευσης, κι από εκεί στην εποχή του ευρώ, της κρίσης και της ψηφιακής διοίκησης.
Πίσω από κάθε μεγάλη στροφή, θεσμοί –πολιτικοί, οικονομικοί και διοικητικοί– συνέβαλαν στο να μετακινηθεί η χώρα από ένα μονοδιάστατο μοντέλο κρατικού παρεμβατισμού σε ένα πιο ευέλικτο ευρωπαϊκό κράτος-μέλος της ΕΕ. Ωστόσο παραμένουν μεγάλες αδυναμίες, τόσο στην οικονομία όσο και στο κράτος.
3.1 1950–1974: Από τη Μετεμφυλιακή Δημοκρατία στη Στρατιωτική Δικτατορία
Τα χρόνια μετά τον εμφύλιο χαρακτηρίστηκαν από μια εύθραυστη δημοκρατία, όπου τα ανάκτορα και ο στρατός είχαν συχνά καθοριστικό ρόλο. Επιπλέον, το σύνταγμα του 1952, σε συνδυασμό με τα νομοθετήματα της περιόδου του εμφυλίου και το ψυχροπολεμικό κλίμα της περιόδου, συνέβαλε στη διατήρηση των πολιτικών διακρίσεων. Τα πολιτικά κόμματα –από τον Ελληνικό Συναγερμό και την ΕΡΕ έως την Ένωση Κέντρου και την ΕΔΑ– κινήθηκαν σε ένα περιβάλλον πόλωσης, όπου οι κυβερνητικές κρίσεις ήταν συχνές και οι θεσμοί δοκιμάζονταν συνεχώς. Ο ανένδοτος του 1961, η δολοφονία του Λαμπράκη, η παραίτηση του Καραμανλή, η κρίση του 1965, η παραίτηση του Παπανδρέου και η ‘αποστασία’, κατέδειξαν τα όρια του πολιτικού συστήματος της εποχής.
Η Ελλάδα εκείνων των δεκαετιών γνώρισε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, βασισμένους σε αναπτυξιακό σχεδιασμό, δημοσιονομική και νομισματική σταθερότητα και κρατικό παρεμβατισμό. Θεσμοί όπως τα πενταετή αναπτυξιακά προγράμματα, η συμμετοχή της δραχμής στο σύστημα του Bretton Woods, η διοχέτευση των πιστώσεων μέσω της Νομισματικής Επιτροπής, ο κανόνας του ισοσκελισμένου τακτικού προϋπολογισμού, ο καθορισμός των αυξήσεων των μισθών από την εκάστοτε κυβέρνηση, αποτέλεσαν τους πυλώνες μιας οικονομίας που ρυθμιζόταν από το κέντρο. Προστατευτισμός, ελεγχόμενα επιτόκια και μισθοί, κρατικά τιμολόγια και επιλεκτικές πιστώσεις και ενισχύσεις συνόδευαν τη βιομηχανική ανάπτυξη.
Η δικτατορία του 1967 εκμεταλλεύθηκε τις πολιτικές κρίσεις μετά το 1963. Η αναστολή του Συντάγματος, η διάλυση των κομμάτων και ο ασφυκτικός έλεγχος της δημόσιας διοίκησης πάγωσαν την πορεία εκδημοκρατισμού και δημιούργησαν έναν θεσμικό κλυδωνισμό που οδήγησε σε ριζικές αλλαγές μετά τη μεταπολίτευση.
3.2 1975–1999: Η Μεταπολίτευση και η Ευρωπαϊκή Ενσωμάτωση
Η Μεταπολίτευση του 1974-1975 αποτελεί ίσως την πιο αποτελεσματική περίοδο θεσμικής ανασυγκρότησης στη σύγχρονη Ελλάδα. Το Σύνταγμα του 1975 εγκαθίδρυσε ένα σταθερό σύστημα προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας βασισμένο σε διευρυμένα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Τα κόμματα –Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ– απέκτησαν ισχυρή κοινωνική επιρροή και αποτέλεσαν θεμέλια πολιτικής συμμετοχής. Η βασιλεία καταργήθηκε, τα συνδικάτα αναβαθμίστηκαν ως συλλογικοί θεσμοί, τα πανεπιστήμια απελευθερώθηκαν και επεκτάθηκαν, και ο δημόσιος διάλογος άνθισε.
Η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 σταδιακά μετέβαλε και τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί –κοινοτικό δίκαιο, διαρθρωτικά ταμεία, ΚΠΣ– ανάγκασαν τη δημόσια διοίκηση να υιοθετήσει νέες διαδικασίες.
Στην οικονομία, η προσαρμογή των θεσμών δεν ήταν το ίδιο επιτυχημένη. Οι αναπτυξιακοί θεσμοί, όπως τα πενταετή προγράμματα, στην ουσία εγκαταλείφθηκαν. Η κατάρρευση του Bretton Woods το 1973 οδήγησε σε μία μεγάλη περίοδο νομισματικής χαλάρωσης, πριν η Ελλάδα αρχίζει να προσαρμόζεται στην πειθαρχία της πορείας προς το ενιαίο νόμισμα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η δημοσιονομική πειθαρχία αντικαταστάθηκε από την δημοσιονομική χαλάρωση, η οποία συνεχίστηκε συγκαλλυμένα ακόμη και όταν άρχισαν να εφαρμόζονται οι κανόνες της σύγκλισης εν όψει του ενιαίου νομίσματος. Το κράτος παρέμεινε κυρίαρχος ρυθμιστής –ειδικά τη δεκαετία του 1980– με επεκτάσεις του κοινωνικού κράτους, κρατικοποιήσεις και έναν ενισχυμένο οικονομικό ρόλο. Το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τους μισθούς οδήγησε σε ένα φαύλο κύκλο μισθών-τιμών και υποτιμήσεων του νομίσματος.
Από την άλλη, η δεκαετία του 1990 σηματοδότησε μια αλλαγή πορείας, με άνοιγμα των αγορών, απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αποκρατικοποιήσεις, είσοδο του Χρηματιστηρίου σε μια νέα εποχή, αλλά και προσπάθειες νομισματικής και δημοσιονομικής προσαρμογής ενόψει της συμμετοχής στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Η ένταξη στην ΟΝΕ το 1999, παρά τις αδυναμίες της πολιτικής της σύγκλισης, θα αποτελέσει το επιστέγασμα αυτής της αλλαγής πορείας.
3.3 2000–2024: Η Εποχή του Ευρώ, η Κρίση και οι νέοι Οικονομικοί Θεσμοί
Με το ευρώ να κυκλοφορεί στην Ελλάδα από το 2001, η χώρα μετείχε σε ένα οικονομικό περιβάλλον όπου η νομισματική και, λιγότερο, η δημοσιονομική πολιτική καθορίζονταν πλέον σε μεγάλο βαθμό από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Οι κανόνες της ΕΕ, από τις αποφάσεις της ΕΚΤ έως το Σύμφωνο Σταθερότητας, διαμόρφωσαν νέες ισορροπίες. Ωστόσο, η Ελλάδα ήδη από πριν την ένταξη της δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στους δημοσιονομικούς κανόνες και το 2004 εντάχθηκε στη διαδικασία του ‘υπερβολικού ελλείμματος’. Η προσαρμογή και πάλι δεν ήταν επαρκής και τα δημόσια οικονομικά επιδεινώθηκαν με το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και της μεγάλης διεθνούς ύφεσης το 2008-2009.
Η κρίση χρέους του 2010 αποκάλυψε με δραματικό τρόπο τα κενά του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού θεσμικού συστήματος. Η χώρα βρέθηκε υπό το καθεστώς των μνημονίων και της Τρόικας, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να έχουν κυρίαρχο ρόλο στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής μέσω των διαδοχικών μνημονίων. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), η αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών και τα προγράμματα επιτήρησης αποτέλεσαν τις κεντρικές μεταβολές των οικονομικών θεσμών.
Η πολιτική σκηνή ανατράπηκε: το παραδοσιακό δίπολο ΝΔ–ΠΑΣΟΚ υποχώρησε μετά τη συγκυβέρνηση της περιόδου 2011-2014, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία το 2015, και η δημόσια συζήτηση συνέχισε να περιστρέφεται γύρω από ζητήματα κυριαρχίας, δημοκρατίας και κοινωνικής συνοχής.
Ταυτόχρονα, όμως, η περίοδος αυτή έφερε και μια σειρά θεσμικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων που –παρά το μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό κόστος– πέτυχαν κάποια αποτελέσματα σε βάθος χρόνου:
τα δημόσια οικονομικά σταδιακά βελτιώθηκαν, η ΕΛΣΤΑΤ έγινε ανεξάρτητη αρχή, η ΑΑΔΕ ανέλαβε τη φορολογική διοίκηση, ενώ ενισχύθηκε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και άλλοι εποπτικοί θεσμοί. Οι ρυθμιστικές αρχές απέκτησαν κρίσιμο ρόλο σε αγορές όπως οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια και η προστασία προσωπικών δεδομένων.
Από το 2020 και μετά, η ψηφιακή διακυβέρνηση –με κορμό την πλατφόρμα gov.gr– έδωσε μια νέα διάσταση στη σχέση κράτους-πολίτη. Η Ελλάδα, από χώρα που υστερούσε σε διοικητική αποτελεσματικότητα, άρχισε να κερδίζει έδαφος σε τομείς όπως η ψηφιακή πρόσβαση, η διαλειτουργικότητα υπηρεσιών και η ηλεκτρονική διοίκηση.
3.4 Η Σύνδεση
Ο Πίνακας 3 συνοψίζει την θεσμική μετεξέλιξη της χώρας κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εικοσιπενταετιών.
Πίνακας 3: Πολιτικοί και Οικονομικοί Θεσμοί, 1950-2024
| 1950-1974 | Μετεμφυλιακή Δημοκρατία Σύνταγμα 1952 Δικτατορία | Πενταετή Αναπτυξιακά Προγράμματα | Συμμετοχή στο Bretton Woods Έλεγχος ΓΣΕΕ | Αυστηροί Δημοσιονομικοί Νομισματικοί Κανόνες |
| 1975-1999 | Συμμετοχική Δημοκρατία Κόμματα Σύνταγμα 1975 | Ευρωπαϊκοί Θεσμοί Προγράμματα Σύγκλισης | Πολιτική Διολίσθησης Συλλογικές Διαπραγματεύσεις | Χαλαροί Δημοσιονομικοί Νομισματικοί Κανόνες |
| 2000-2024 | Συμμετοχική Δημοκρατία Κόμματα Σύνταγμα 1975 | Ευρωπαϊκοί Θεσμοί Ευρωομάδα (ΣΣΑ) | Νέες Ανεξάρτητες Αρχές Ψηφιακή Διοίκηση | Ευρώ (ΕΚΤ) Δημοσιονομικοί Κανόνες ΕΖ Μνημόνια |
Αν εξετάσουμε συνολικά τις τρεις περιόδους, η εικόνα είναι ξεκάθαρη: η Ελλάδα διανύει μια μακρά πορεία από θεσμούς ασταθείς, προσωποπαγείς και συχνά αναποτελεσματικούς, προς ένα πιο σύγχρονο, διαφανές και ευρωπαϊκά εναρμονισμένο κράτος.
Από τη βασιλευόμενη δημοκρατία και τους στρατιωτικούς μηχανισμούς του 1950–60, περάσαμε στην προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία της Μεταπολίτευσης και από εκεί στο σύνθετο θεσμικό σύμπλεγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, των ανεξάρτητων αρχών και της ψηφιακής διοίκησης.
Από την άλλη, η προσαρμογή των οικονομικών θεσμών ήταν σε κάθε περίπτωση ανεπαρκής και προβληματική.
Επιπλέον μια σειρά από θεσμικές αδυναμίες όπως η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η κομματικοποίηση, η συχνή έλλειψη θεσμικής συνέχειας και η τάση για αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις εξακολουθούν να είναι πραγματικές προκλήσεις. Όμως, η διαδρομή των τελευταίων 75 ετών δείχνει ότι οι θεσμοί –ακόμη και όταν αργούν– τείνουν να προσαρμόζονται, έστω και ατελώς και με μεγάλες υστερήσεις.
4. Οικονομικές Επιδόσεις και Οικονομικοί Μετασχηματισμοί
Το ερώτημα που ανακύπτει αφορά στις αλληλεπιδράσεις των ιδεών και αξιών με τους κοινωνικούς, θεσμικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς και τις οικονομικές επιδόσεις.
Οι αλληλεπιδράσεις αυτές λειτουργούν μέσω και του πολιτικού συστήματος, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την προώθηση των αναγκαίων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και την εφαρμογή της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.
Ένα κεντρικό ερώτημα είναι γιατί το πολιτικό σύστημα στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση δεν κατόρθωσε να προωθήσει αποτελεσματικά τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στο κράτος και τους οικονομικούς θεσμούς και να υιοθετήσει μια αποτελεσματική κοινωνική και οικονομική πολιτική.
Τα στοιχεία αναφορικά με τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας είναι συντριπτικά για την περίοδο μετά τη μεταπολίτευση.
Στα 25 χρόνια πριν την μεταπολίτευση του 1974, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, μετρούμενο σε σταθερές τιμές του 2020, είχε υπέρ-τετραπλασιαστεί, από €2.725 το 1950 σε €11.260 το 1974. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ήταν 6,1%.
Στα επόμενα 25 χρόνια, από τη μεταπολίτευση του 1974 έως ότου αποφασισθεί η ένταξη της Ελλάδας στην ζώνη του ευρώ, και αφού η Ελλάδα είχε γίνει μέλος της ΕΕ, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο κατά 1,4 φορές, από €11.260 το 1974, τη χρονιά της πρώτης μεταπολεμικής ύφεσης, σε €15.545 το 1999. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσής του είχε πέσει μόλις στο 1,3%.
Στα επόμενα 25 χρόνια, αυτά της συμμετοχής της Ελλάδας στην ευρωζώνη, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε ελάχιστα. Από τα €16.122 του 2020, το πραγματικό κατά κεφαλήν διαμορφώθηκε μόλις στα €19.130 το 2024. Μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης μόλις 1,0%. Αυτό οφείλεται βέβαια στη διεθνή ύφεση της περιόδου 2008-2009 και στη ‘μεγάλη καθίζηση΄ της περιόδου 2010-2013.
Το ιστορικά υψηλότερο επίπεδο του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ επετεύχθη το 2007, όταν διαμορφώθηκε στα €21.469 του 2020, 1,3 φορές υψηλότερο από ό,τι το 2000. Το επίπεδο αυτό ακόμη δεν έχει προσεγγισθεί, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 2024 υπολείπεται αυτού του 2007 κατά περίπου 11%.
Οι κύριες μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από το τέλος του εμφυλίου πολέμου έως σήμερα, ανά διαδοχική εικοσιπενταετία, παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4: Μακροοικονομικές Επιδόσεις, 1950-2024
| Περίοδος | Οικονομική Μεγέθυνση | Πληθωρισμός | Ανεργία | Εξωτερικό Ισοζύγιο |
| 1950-1974 | 6,1% | 5,5% | 5,1% | -1,5% |
| 1975-1999 | 1,3% | 15,0% | 6,6% | -3,0% |
| 2000-2024 | 1,0% | 2,2% | 15,4% | -6,7% |
Οι οικονομικές επιδόσεις της χώρας χειροτέρευσαν γενικότερα στην περίοδο μετά τη μεταπολίτευση. Το ερώτημα είναι γιατί η μετάβαση στο πιο αποτελεσματικό και δημοκρατικό πολιτικό καθεστώς της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας συνοδεύθηκε από μία τόσο μεγάλη επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων της χώρας. Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα το οποίο θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια, εξετάζοντας τις αλληλεπιδράσεις πολιτικής, θεσμών και οικονομίας.
4.1 Οικονομικοί Κανόνες και Θεσμοί της Περιόδου πριν τη Μεταπολίτευση
Πριν τη μεταπολίτευση, στην περίοδο 1950-1973, η ελληνική οικονομία λειτουργούσε ως μια μικτή οικονομία στην οποία το κράτος διαδραμάτιζε κεντρικό συντονιστικό και παρεμβατικό ρόλο, έχοντας στη διάθεσή του ποικίλα διοικητικά, οικονομικά και νομισματικά μέσα. Το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής ήταν κάθε άλλο παρά ακραιφνώς φιλελεύθερο. Ωστόσο, σε αντίθεση με το τι επικράτησε μετά τη μεταπολίτευση του 1974, το καθεστώς της οικονομικής πολιτικής χαρακτηριζόταν από σαφείς κανόνες και μία συνέχεια και συνέπεια, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων η οποία συνέβαλε στην αποτελεσματική του λειτουργία.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος οικονομικής πολιτικής που επικράτησε ήταν συνοπτικά τα εξής:
1. Η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στα πλαίσια μιας μικτής οικονομίας της αγοράς αλλά και ο καθορισμός τομέων προτεραιότητας για τις επενδύσεις μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων.
2. Ο κυβερνητικός έλεγχος του πιστωτικού συστήματος ώστε οι εγχώριες αποταμιεύσεις να κατευθύνονται στην χρηματοδότηση των τομέων προτεραιότητας, κυρίως των βιομηχανικών επενδύσεων και των επενδύσεων σε υποδομές.
3. Ο κυβερνητικός έλεγχος των εργασιακών σχέσεων και του καθορισμού μισθών και ημερομισθίων ώστε οι πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις να μην υπερβαίνουν τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.
4. Στα πλαίσια που επέτρεπε η συμμετοχή της Ελλάδας στην GATT, και μετά το 1961 η συμφωνία σύνδεσης με την Ε.Ο.Κ, η προστασία της εγχώριας παραγωγής μέσω δασμών και άλλων μέτρων εμπορικής πολιτικής. Παράλληλα υπήρχαν περιορισμοί στην εξαγωγή κεφαλαίων και αυξημένη προστασία των άμεσων ξένων επενδύσεων.
5. Ο αυξημένος ρόλος του κράτους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ηλεκτρική ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, την ύδρευση και κάποιες άλλες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
6. Η νομισματική σταθερότητα, μέσω της σταθερής ισοτιμίας της δραχμής απέναντι στο δολάριο στα πλαίσια του συστήματος του Bretton Woods.
7. Η δημοσιονομική πειθαρχία, μέσω του κανόνος περί ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού τακτικού προϋπολογισμού.
Η αναπτυξιακή πολιτική βασίστηκε στον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της αγοράς εργασίας, ώστε να υπάρχουν αφενός υψηλές αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και αφετέρου υψηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα. Οι αποταμιεύσεις χρηματοδοτούσαν τις επενδύσεις στους δύο τομείς προτεραιότητας, οικονομικές υποδομές και βιομηχανία, και η διεθνής ανταγωνιστικότητα, η οποία είχε ενισχυθεί μετά την υποτίμηση του 1953, διατηρείτο υψηλή μέσω του ελέγχου των αυξήσεων των μισθών ώστε να μην υπερβαίνουν το άθροισμα του πληθωρισμού και της αύξησης της παραγωγικότητας. Εξίσου σημαντική οικονομική προτεραιότητα ήταν και η διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας και της νομισματικής σταθερότητας, μέσω του κανόνος του ισοσκελισμένου τακτικού προϋπολογισμού και της συμμετοχής της δραχμής στο σύστημα σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων, η οποία συνέβαλε στη μεγάλη συσσώρευση κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την ταχεία βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, των πραγματικών μισθών και του βιοτικού επιπέδου γενικότερα.
Ωστόσο, η σταδιακή επούλωση των πληγών του εμφυλίου στη συνείδηση των Ελλήνων, οι ακρότητες της δικτατορίας, οι μεγάλοι κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί που επέφερε η οικονομική ανάπτυξη, αλλά και οι διεθνείς εξελίξεις όπως η αύξηση του διεθνούς πληθωρισμού και οι κρίσεις του συστήματος του Bretton Woods, άρχισαν σταδιακά να υπονομεύουν τους βασικούς πυλώνες του μετεμφυλιακού θεσμικού, πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Το ότι είχε φθάσει στα όρια του φάνηκε κυρίως μετά τη μεταπολίτευση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις εντυπωσιακές της επιδόσεις στην εικοσιπενταετία 1948-1973, το 1974, τη χρονιά της μεταπολίτευσης, η ελληνική οικονομία εξακολουθούσε να παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.
Το οικονομικό θαύμα των δεκαετιών του 1950 και του 1960 είχε πραγματοποιηθεί υπό προστατευτικούς δασμούς και περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, που αποτελούσαν μία ασπίδα για την νηπιακή αρχικά αλλά ταχέως αναπτυσσόμενη αργότερα ελληνική βιομηχανία.
Επιπλέον, η ανάπτυξη δεν ήταν εξωστρεφής, καθώς η Ελλάδα ήταν σχετικά απομονωμένη γεωγραφικά από τη Δυτική Ευρώπη, και δεν μπορούσε, για γεωπολιτικούς λόγους, να στηριχθεί σε στενές οικονομικές σχέσεις με γειτονικές χώρες, όπως η Τουρκία στα ανατολικά, ή οι χώρες-δορυφόροι της Σοβιετικής Ένωσης στα βόρεια.
Η βιομηχανική παραγωγή επεκτάθηκε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες προκειμένου να εξυπηρετήσει κυρίως την εγχώρια αγορά, μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών. Ωστόσο, η ελληνική βιομηχανία ποτέ δεν απέκτησε διεισδυτικότητα στις πιο ανταγωνιστικές αγορές της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Επιπλέον, κατά την περίοδο της δικτατορίας 1967-1974 η Ελλάδα απομονώθηκε πολιτικά από την υπόλοιπη Ευρώπη, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα και την περαιτέρω σχετική οικονομική της απομόνωση και την ανεπαρκή προσαρμογή εν όψει της ένταξης στην Ε.Ο.Κ.
Σε κάθε περίπτωση, το μετεμφυλιακό υπόδειγμα μιας ανάπτυξης βασισμένης απλώς και μόνον στη συσσώρευση κεφαλαίου και στις μετακινήσεις εργαζόμενων από τις χαμηλής παραγωγικότητας δραστηριότητες του αγροτικού τομέα στις υψηλότερης παραγωγικότητας δραστηριότητες στα αστικά κέντρα, είχε αρχίσει να δείχνει σημεία κορεσμού ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, λόγω των φθινουσών αποδόσεων στη συσσώρευση κεφαλαίου και την επιβράδυνση των μετακινήσεων του πληθυσμού από την ύπαιθρο προς στα αστικά κέντρα.
Ο πληθωρισμός είχε αυξηθεί υπερβολικά μετά την αποσταθεροποίηση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods και την πρώτη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Εξάλλου, το 1974, τη χρονιά της μεταπολίτευσης, η ελληνική οικονομία ήδη βρισκόταν σε ύφεση, την πρώτη της μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.
4.2 Οικονομικές Επιπτώσεις των Θεσμικών και Πολιτικών Εξελίξεων μετά τη Μεταπολίτευση
Παρά το ότι αναφορικά με τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες, καθώς και τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, το θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον μετά τη μεταπολίτευση ήταν σαφώς υπέρτερο, το περιβάλλον αυτό οδήγησε αρχικά σε μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις και συγκρούσεις και ατελέσφορους πειραματισμούς αναφορικά με την οικονομία, καθώς και δημοσιονομική και νομισματική αποσταθεροποίηση.
Ακόμη και όταν δημιουργήθηκαν κάποιες πολιτικές συγκλίσεις αναφορικά με τους κύριους στόχους της εξωτερικής, κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, οι συγκλίσεις αυτές δεν οδήγησαν σε επαρκείς συναινέσεις αναφορικά με τα μέσα τα οποία ήταν απαραίτητα για την επιδίωξη αυτών των στόχων, με αποτέλεσμα να αναβάλλονται συνεχώς, ή να επιδιώκονται μερικώς μόνο οι απαραίτητες πολιτικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις.
Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις φάσεις στις θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις μετά τη μεταπολίτευση.
Πρώτον, τη φάση των μεγάλων ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων αναφορικά με τους στόχους, τα μέσα και τους κανόνες της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής.
Δεύτερον, τη φάση των μερικών συγκλίσεων αναφορικά με τους στόχους αλλά αποκλίσεων σε σχέση με τα μέσα και του κανόνες της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Οι διαφορές αυτές αφορούσαν κυρίως τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, τη Ν.Δ και το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Η τρίτη φάση είναι η περίοδος μετά την κρίση χρέους του 2010, και αφορά στην πολιτική των ‘μνημονίων’ και των απαιτούμενων προσαρμογών μετά τα μνημόνια.
Η πρώτη φάση, αυτή των μεγάλων ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων, διήρκεσε έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, για περίπου μία εικοσαετία.
Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας, της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ εκτείνονταν από τον εξωτερικό προσανατολισμό της χώρας έως την κοινωνική και οικονομική πολιτική. Αφορούσαν αρχικά τόσο τους στόχους όσο και τα μέσα.
Παρότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ ως κυβέρνηση δεν επιδίωξε μετά το 1981 την έξοδο της Ελλάδας από το Ν.Α.Τ.Ο, στο οποίο είχε μόλις επανενταχθεί, ούτε από την Ε.Ο.Κ, στην οποία είχε μόλις ενταχθεί, η πολιτική του ‘μακροοικονομικού λαϊκισμού’ την οποία υιοθέτησε οδήγησε σε οικονομική στασιμότητα, δημοσιονομική αποσταθεροποίηση και νομισματική αστάθεια.
Επιπλέον, ως αντιπολίτευση το ΠΑ.ΣΟ.Κ αρχικά αντιτάχθηκε βίαια στην πολιτική της απελευθέρωσης της οικονομίας και της δημοσιονομικής προσαρμογής που επεδίωξε η κυβέρνηση της Ν.Δ στην περίοδο 1990-1993.
Η δεύτερη φάση ακολούθησε την περίοδο της πολιτικής σύγκλισης αναφορικά με το στόχο της ένταξης της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η σύγκλιση αυτή δημιουργήθηκε σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ολοκληρώθηκε το 1994, μετά την υιοθέτηση της πολιτικής της σύγκλισης από το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Ωστόσο, ενώ υπήρξαν πολιτικές συγκλίσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας αναφορικά με το στόχο της ένταξης και παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ, συνέχισαν να υπάρχουν μεγάλες πολιτικές διαφοροποιήσεις αναφορικά με τα μέσα επιδίωξης αυτής της πολιτικής.
Οι αρχικές συγκρούσεις αφορούσαν τα μέσα τα οποία μετήλθαν οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ στη δεύτερη φάση της οικονομικής προσαρμογής προκειμένου να επιτευχθεί η ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Μία σύγκρουση η οποία αποδείχθηκε καθοριστική αφορούσε τη χρήση της ‘δημιουργικής λογιστικής’, η οποία συγκάλυπτε τις δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αδυναμίες που συνέχιζαν να χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία την εποχή της ένταξης. Οι συγκρούσεις αναφορικά με τη ‘δημιουργική λογιστική’ κορυφώθηκαν το 2004, μετά την απογραφή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, και επανήλθαν το 2009, λίγο πριν την κρίση χρέους.
Και σε αυτή τη δεύτερη φάση της σχετικής πολιτικής σύγκλισης, παρέμεναν μεγάλες αδυναμίες στην εφαρμογή των κανόνων της οικονομικής πολιτικής, κυριότερες από τις οποίες ήταν η αποφυγή επώδυνων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, όπως για παράδειγμα στο ασφαλιστικό, στο φορολογικό σύστημα, στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών και στην αγορά εργασίας.
Μία ακόμη μεγάλη οικονομική αδυναμία της περιόδου ήταν η δημοσιονομική και γενικότερη οικονομική αποσταθεροποίηση που εκδηλωνόταν συστηματικά σε περιόδους εθνικών εκλογών, ο λεγόμενος εκλογικός κύκλος. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει η ελληνική οικονομία να αποφύγει την κρίση χρέους του 2010 η οποία οδήγησε και στη μεγάλη καθίζηση της περιόδου 2010-2013.
Η τρίτη φάση αφορά στην περίοδο μετά την κρίση χρέους του 2010 και στις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις που εκδηλώθηκαν λίγο πριν αλλά και μετά. Αυτές αφορούσαν τις πολιτικές ευθύνες για την ίδια την κρίση αλλά και την απόφαση της ένταξης της χώρας στο μηχανισμό στήριξης.
Στη φάση αυτή το ΠΑ.ΣΟ.Κ κατέρρευσε εκλογικά και στη θέση του αναδείχθηκε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, αρχικά ως αξιωματική αντιπολίτευση και κατόπιν ως κυβέρνηση.
Οι κύριες πολιτικές συγκρούσεις αφορούσαν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που περιλάμβαναν τα μνημόνια. Ωστόσο, κανένα από τα κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που κυβέρνησαν στην περίοδο αυτή δεν υιοθέτησε πολιτικά αυτές τις μεταρρυθμίσεις, παρότι ήταν αναγκασμένα να εφαρμόσουν μια πολιτική δημοσιονομικής και οικονομικής προσαρμογής. Μεγάλο μέρος των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων κατά συνέπεια είτε αναβλήθηκε, είτε υιοθετήθηκε μερικώς και σε αυτή την περίοδο.
Η φάση αυτή συνεχίσθηκε και μετά το πέρας των προγραμμάτων των μνημονίων το 2018. Η δε κρίση της πανδημίας το 2020 αποτέλεσε το έναυσμα μιας περαιτέρω προσωρινής δημοσιονομικής χαλάρωσης και αναβολής των μεταρρυθμίσεων που είχε επαγγελθεί αρχικά η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γιατί όμως το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης δεν υιοθέτησε έγκαιρα και με δική του πρωτοβουλία ένα επαρκές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα οδηγούσε σε δημοσιονομική εξυγίανση και βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας;
Ποιοι ήταν οι πολιτικοί παράγοντες που οδηγούσαν σε αναβολή, αναστολή ή και αντιστροφή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και στην υιοθέτηση αποσταθεροποιητικών επεκτατικών δημοσιονομικών και εισοδηματικών πολιτικών;
Η επίκληση του διλήμματος του Mundell, είναι η μόνη ορθολογική εξήγηση αυτού του φαινομένου για τη μακροοικονομική προσαρμογή μετά την ένταξη στην ευρωζώνη. Το δίλημμα του Mundell συνίσταται στην αδυναμία της ταυτόχρονης επιδίωξης υψηλής απασχόλησης και εξωτερικής ισορροπίας με δημοσιονομικά μέσα σε ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών ή σε μία νομισματική ένωση. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί δεν προχώρησε η μακροοικονομική προσαρμογή πριν την ένταξη στην ευρωζώνη ή οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο σύνολο της περιόδου της μεταπολίτευσης.
Είναι προφανές ότι υπήρχαν και άλλα, πολιτικά και κοινωνικά αντικίνητρα στη μακροοικονομική προσαρμογή και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
4.3 Πολιτικά και Κοινωνικά Αντικίνητρα σε Οικονομικές Μεταρρυθμίσεις
Η τάση για αναβολή μεταρρυθμίσεων οι οποίες συνεπάγονται μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό κόστος ή και προκαλούν έντονες αντιδράσεις από πολιτικά ισχυρές οργανωμένες μειοψηφίες, είναι ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της βιβλιογραφίας της νέας πολιτικής οικονομίας, μιας οικονομικής προσέγγισης η οποία επιχειρεί να αναλύσει τα κίνητρα και τη συμπεριφορά των κυβερνήσεων και την αλληλεπίδραση τους με τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του ιδιωτικού τομέα και του εκλογικού σώματος, όπως προσδιορίζονται μέσα από τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς.
Σε μια δημοκρατία, εάν η υιοθέτηση συγκεκριμένων πολιτικών ή μεταρρυθμίσεων συναντά την αντίδραση μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος ή ακόμη και οργανωμένων μειοψηφικών κοινωνικών ομάδων με ειδικό πολιτικό βάρος, και δεν υπάρχουν τα κατάλληλα θεσμικά αντίβαρα, τότε η πολιτική διαδικασία καταλήγει στην αναβολή, αναστολή ή στην μερική μόνο υιοθέτηση των πολιτικών και των μεταρρυθμίσεων αυτών, παρά το ότι μπορεί να είναι επωφελείς για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Για παράδειγμα, αν δύο ή περισσότερες κοινωνικές ομάδες πλήττονται ασύμμετρα από μία κοινωνικά ωφέλιμη μεταρρύθμιση ή/και την δημοσιονομική προσαρμογή, και δεν μπορούν να συννενοηθούν και να συμφωνήσουν, και αν η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να προκαθορίσει την πολιτική της περιμένοντας να συμφωνήσουν οι κοινωνικές ομάδες, τότε η μεταρρύθμιση ή η δημοσιονομική προσαρμογή θα αναβάλλεται επ’ αόριστον, καθώς η κάθε κοινωνική ομάδα θα εμποδίζει την εφαρμογή της πολιτικής που την θίγει περισσότερο από ό,τι θίγει τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες, επιδιδόμενη σε ένα πόλεμο φθοράς.
Μια άλλη περίπτωση τάσης για αναβολή ή αναστολή μιας μεταρρύθμισης ή της δημοσιονομικής προσαρμογής προκύπτει αν το κόστος είναι άμεσο και βέβαιο ενώ το όφελος είναι αβέβαιο και μελλοντικό. Τότε τα κίνητρα για την υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων ή της προσαρμογής αμβλύνονται, λόγω της αβεβαιότητας αναφορικά με τα προσδοκώμενα μελλοντικά οφέλη. Ακόμη και αν η μεταρρύθμιση ή η δημοσιονομική προσαρμογή συνεπάγεται συνολικά οφέλη, ο διάμεσος ψηφοφόρος μπορεί να μην την υποστηρίξει λόγω της αβεβαιότητας του αν ο ίδιος θα ανήκει στους συνολικά ωφελημένους ή τους ζημιωμένους στο μέλλον.
Αντίστοιχα αποτελέσματα προκύπτουν αν από τη μία πλευρά υπάρχει μια οργανωμένη μειοψηφία, κάθε μέλος της οποίας έχει πολλά να χάσει από μία μεταρρύθμιση ή/και από τη δημοσιονομική προσαρμογή, και από την άλλη μία μη οργανωμένη πλειοψηφία, κάθε μέλος της οποίας έχει να κερδίσει ελάχιστα. Τα μέλη της οργανωμένης μειοψηφίας έχουν ισχυρά κίνητρα να κινητοποιηθούν ώστε να εμποδίσουν τη μεταρρύθμιση ή την προσαρμογή, ενώ τα μέλη της πλειοψηφίας είναι σχετικά αδιάφορα. Αποτέλεσμα είναι να μην πραγματοποιείται η μεταρρύθμιση ή η προσαρμογή. Δεδομένου ότι τα θετικά αποτελέσματα των περισσοτέρων οικονομικών μεταρρυθμίσεων διαχέονται ευρύτερα στην κοινωνία, με μικρά οφέλη για τους πολλούς και σχετικά μεγάλο κόστος για τους άμεσα θιγόμενους, ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις.
Ένας συνδυασμός αυτών των αντιστάσεων λειτούργησε στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1990, όταν οι δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που επιχείρησαν διαδοχικές κυβερνήσεις συνάντησαν μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Παρά το ότι, στην επιφάνεια τουλάχιστον, σχεδόν όλοι εμφανίζονταν να επιθυμούν την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, ελάχιστοι εμφανίζονταν διατεθειμένοι να υποστηρίξουν τις αναγκαίες διαρθρωτικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις όταν έφτανε η ώρα να εφαρμοστούν.
Ως αποτέλεσμα, το βάρος της προσαρμογής έπεσε κυρίως στη νομισματική πολιτική και την πτώση των πληθωριστικών προσδοκιών, του πληθωρισμού και των ονομαστικών επιτοκίων. Η νομισματική προσαρμογή δεν ανεστάλη κυρίως λόγω της πολιτικής ανεξαρτησίας της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία ενισχύθηκε μετά την υιοθέτηση από την Ελλάδα της συνθήκης του Maastricht. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και πρωτογενής δημοσιονομική προσαρμογή υπήρξαν κυρίως έως το 1994, λόγω της αίσθησης του επείγοντος που δημιούργησε η οικονομική και δημοσιονομική κρίση του 1989-1990.
Ωστόσο, η ταχεία πολιτική φθορά και πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη έγινε ‘μάθημα’ για τους διαδόχους της, και έτσι στα επόμενα χρόνια επιβραδύνθηκε ή και ανεστάλη τόσο η περαιτέρω πρωτογενής δημοσιονομική προσαρμογή όσο και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συνεπάγονταν σημαντικό πολιτικό κόστος ή δημιουργούσαν έντονες αντιδράσεις, ακόμη και από επιχειρηματικές ή συνδικαλιστικές μειοψηφίες.
Μετά το 1994 η περαιτέρω μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων βασίστηκε αποκλειστικά σχεδόν στην σταδιακή μείωση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, ως αποτέλεσμα της μείωσης των ονομαστικών επιτοκίων, λόγω της πτωτικής τάσης του πληθωρισμού και των πληθωριστικών προσδοκιών που προκάλεσε η περιοριστική νομισματική πολιτική. Ένα μέρος της επίσης βασίστηκε και στη χρήση της ‘δημιουργικής λογιστικής’, η οποία θεωρήθηκε τότε ότι, βραχυχρόνια τουλάχιστον, δεν συνεπαγόταν πολιτικό ή κοινωνικό κόστος. Δεν υπήρξε καμμία σχεδόν περαιτέρω πρωτογενής δημοσιονομική προσαρμογή μετά το 1994.
Το μείγμα αυτό, μιας σχετικά επεκτατικής δημοσιονομικής και εισοδηματικής πολιτικής και μιας σχετικά περιοριστικής νομισματικής πολιτικής είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα και την περαιτέρω σημαντική επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Λόγω της πολιτικής της ‘σκληρής δραχμής’ η μείωση του πληθωρισμού των τιμών προηγείτο της μείωσης του πληθωρισμού των μισθών, με αποτέλεσμα να μειώνεται συνεχώς η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, δεν υπήρξαν παρά ελάχιστες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που να συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας ή της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών.
Η Ελλάδα πέτυχε μεν να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ στο τέλος αυτού του κύκλου, αλλά τα δημοσιονομικά προβλήματα παρέμεναν μεγάλα, ενώ ταυτόχρονα τα προβλήματα διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας είχαν οξυνθεί.
Μετά την ένταξη στη ευρωζώνη, τα κίνητρα για αναβολή ή αναστολή των κοινωνικά ωφέλιμων μεταρρυθμίσεων αμβλύνθηκαν ακόμη παραπάνω, λόγω και του διλήμματος του Mundell. Έπρεπε να υπάρξει η κρίση του 2010 και να επιβληθούν στην Ελλάδα από την τρόϊκα μερικές από τις πολιτικά πιο επώδυνες προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, λόγω των τεχνικών αδυναμιών των προγραμμάτων προσαρμογής που εφαρμόστηκαν μετά την κρίση, αλλά και της αντίστασης των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου αυτής να υιοθετήσουν τη λογική αυτών των προγραμμάτων ή να προτείνουν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, το αποτέλεσμα των προγραμμάτων προσαρμογής υπήρξε η μεγάλη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας.
4.4 Θεσμικές και Διαρθρωτικές Αδυναμίες της Ευρωζώνης
Σημαντικό ρόλο στην ελληνική κρίση έπαιξαν επίσης και οι θεσμικές αδυναμίες και ασυμμετρίες της ίδιας της ευρωζώνης και των ευρωπαϊκών μηχανισμών αντιμετώπισης κρίσεων.
Η ευρωζώνη παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες ως νομισματική ένωση. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες οικονομικές ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών μελών που την αποτελούν και χαμηλή διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων. Επιπλέον ούτε είχε ούτε έχει αποκτήσει έναν επαρκή ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που να μπορεί να απορροφά μέρος των ασύμμετρων οικονομικών διαταραχών στις διάφορες χώρες που την αποτελούν, και, επιπλέον, δεν επιτρέπει στην κεντρική της τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να λειτουργεί ελεύθερα ως δανειστής ύστατης προσφυγής στα κράτη-μέλη της σε περιόδους κρίσης. Η ευρωζώνη δεν ήταν καν μία τραπεζική ένωση.
Οι αδυναμίες αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα και στη μετάδοση της κρίσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δίλημματα του Mundell και τα πολιτικά εμπόδια στις μεταρρυθμίσεις δεν αντιμετωπίστηκαν μόνο από την Ελλάδα, αλλά από όλες τις οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Τα δίλημματα δε αυτά αποδείχθηκαν οξύτερα στην περίπτωση της ευρωζώνης σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου, λόγω των θεσμικών και διαρθρωτικών αδυναμιών και ασυμμετριών της.
Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι η Ελλάδα είχε διαχρονικά βαθύτερες και πιο σοβαρές μακροοικονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες από τις υπόλοιπες οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης.
Η ελληνική οικονομία ανέκαμψε σχετικά ικανοποιητικά από την κρίση της πανδημίας. Η συλλογική προσπάθεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η οποία συνεπάγεται μία όχι αμελητέα μεταφορά πόρων προς την ελληνική οικονομία ασφαλώς βοήθησε και θα βοηθήσει και τα αμέσως επόμενα χρόνια. Ωστόσο, απαιτούνται και άλλες σημαντικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, μέσω ενός προγράμματος προσαρμογής για μία μονιμότερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η οποία ακόμη και πριν την κρίση της πανδημίας δεν παρουσίαζε ικανοποιητική ανάκαμψη από τη μεγάλη καθίζηση της περιόδου 2010-2016.
4.5 Η Τρέχουσα Κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας
Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας για το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί στα €19.615, σε τιμές του 2020. Αυτό είναι υψηλότερο κατά περίπου 24% από το κατώτατο επίπεδο του το 2013, στο μέσον της μεγάλης καθίζησης (€15.801 σε τιμές του 2020), αλλά χαμηλότερο κατά 9,1% από ότι το 2007, πριν το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης (€21.469 σε τιμές του 2020). Επιπλέον, σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί μόλις στο 66,9% του μέσου όρου της ΕΕ των 15 πιο αναπτυγμένων οικονομιών, έναντι 82,2% το 2017, πριν την μεγάλη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας.
Άλλοι δείκτες, όπως τα ποσοστά πληθωρισμού και ανεργίας αναμένεται να διαμορφωθούν κατά το 2025 στο 2,8% και 9,4% αντίστοιχα, υψηλότερα από το μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ.
Το δημοσιονομικό ισοζύγιο στην Ελλάδα αναμένεται να εξακολουθήσει να είναι πλεονασματικό, κάτι που, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, συντελεί στην σχετικά ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό και να αποτελεί μία εν δυνάμει μελλοντική απειλή για την ελληνική οικονομία.
Μεγάλο πρόβλημα εξακολουθεί να είναι το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που παραμένει πάνω από το 6% του ΑΕΠ, οδηγώντας σε συνεχιζόμενη συσσώρευση εξωτερικού χρέους.
Οι πρόσφατες μακροοικονομικές εξελίξεις σε Ελλάδα και ζώνη του ευρώ παρουσιάζονται στον Πίνακα 5.
Πίνακας 5: Πρόσφατες Οικονομικές Εξελίξεις στην Ελλάδα και τη Ζώνη του Ευρώ
| 2024 | 2025 | 2026 | ||
| Μεγέθυνση | Ελλάδα | 2,1% | 2,1% | 2,2% |
| Ευρωζώνη | 1,2% | 1,2% | 1,4% | |
| Πληθωρισμός | Ελλάδα | 2,7% | 2,8% | 2,3% |
| Ευρωζώνη | 2,2% | 2,0% | 1,8% | |
| Ανεργία | Ελλάδα | 10,1% | 9,3% | 8,6% |
| Ευρωζώνη | 6,4% | 6,4% | 6,3% | |
| Εξωτερικό Ισοζύγιο | Ελλάδα | -7,4% | -6,2% | -6,4% |
| Ευρωζώνη | 3,3% | 2,7% | 2,6% | |
| Δημοσιονομικό Ισοζύγιο | Ελλάδα | 1,2% | 1,1% | 0,3% |
| Ευρωζώνη | -3,1% | -3,2% | -3,3% | |
| Δημόσιο Χρέος | Ελλάδα | 154,2% | 147,6% | 142,1% |
| Ευρωζώνη | 88,1% | 88,8% | 89,8% |
Στο ευρύτερο οικονομικό πεδίο οι διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας παραμένουν μεγάλες και αφορούν σε έξι κυρίως περιοχές:
- Αγορές Αγαθών και Υπηρεσιών
- Αγορά Εργασίας και οι Συλλογικές Διαπραγματεύσεις
- Το Χρηματοπιστωτικό Σύστημα
- Δημόσια Διοίκηση και Δημόσιος Τομέας
- Φορολογικό και Προνοιακό Σύστημα
- Εκπαιδευτικό Σύστημα
Αυτές είναι και οι περιοχές στις οποίες θα πρέπει να επικεντρωθούν εφεξής οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις.
4.6 Διεθνείς Οικονομικές Προοπτικές και Προκλήσεις για την Ελλάδα
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μεταβατική φάση, με τους κανόνες του διεθνούς οικονομικού συστήματος να αλλάζουν υπό το βάρος νέων πολιτικών πρωτοβουλιών, αυξημένου προστατευτισμού και έντονης αβεβαιότητας. Μετά την επιβολή υψηλότερων δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 2025, και ενώ ορισμένες μεταγενέστερες συμφωνίες περιόρισαν τα πιο ακραία αποτελέσματα, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να προσαρμόζεται σε μια νέα πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και επιδείνωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης. Παράλληλα, ορισμένες αναπτυγμένες οικονομίες προχώρησαν σε βαθιές περικοπές της αναπτυξιακής βοήθειας και αυστηρότερους περιορισμούς στη μετανάστευση, ενώ άλλες υιοθέτησαν επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική τους βιωσιμότητα.
Οι κίνδυνοι προέρχονται πλέον από πολλά μέτωπα ταυτόχρονα: γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακή αστάθεια, επίμονος πληθωρισμός, δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές πιέσεις και τεχνολογικές ανατροπές.
Η Ευρώπη, περισσότερο από άλλες περιοχές του κόσμου, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των προκλήσεων, λόγω της ενεργειακής εξάρτησης, της χαμηλής παραγωγικότητας και της δημογραφικής πίεσης. Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζει και η Ελλάδα η οποία, παρά τις πρόσφατες προόδους της, επηρεάζεται σε πολλά επίπεδα από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές αβεβαιότητες, και μάλιστα συχνά αρκετά πιο έντονα από άλλες χώρες, λόγω των διαχρονικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του παγκόσμιου ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στην επόμενη πενταετία 2026-2030 κατά σχεδόν μία εκατοστιαία μονάδα, από το 3,6% στην πενταετία 2021-2025 στο 2,6% στην πενταετία 2026-2030.
Η αποκλιμάκωση του ρυθμού μεγέθυνσης στις ΗΠΑ, την Ζώνη του Ευρώ και την Κίνα θα είναι λίγο μεγαλύτερη.
Στη Ζώνη του Ευρώ ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,2% στην πενταετία 2026-2030, ενώ στην Ελλάδα σε λίγο υψηλότερο επίπεδο, στο 1,7%.
Σε αυτό το αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το αποδεχθεί ότι, παραμένοντας μέλος της ευρωζώνης θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και να προσαρμόσει τη δημοσιονομική και διαρθρωτική της πολιτική με τρόπο που να συνδυάζει εφεξής την εσωτερική με την εξωτερική μακροοικονομική ισορροπία.
Το στοίχημα για την ελληνική οικονομία σήμερα, είναι η υιοθέτηση ενός προγράμματος επιτάχυνσης της οικονομικής ανάπτυξης, το οποίο δεν θα βασίζεται σε επιπλέον δανεισμό από το εξωτερικό.
Για να επιτευχθεί αυτό είναι σημαντικό η ανάκαμψη να είναι εξωστρεφής, ώστε να μη συνοδευτεί με εκ νέου διεύρυνση των ήδη υψηλών ελλειμμάτων του εξωτερικού ισοζυγίου, όπως συνέβη στη δεκαετία μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Επίσης, η ανάκαμψη θα πρέπει να επιδιωχθεί εντός της ζώνης του ευρώ, παρά τους περιορισμούς που συνεπάγεται η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν.
Πως μπορεί η Ελλάδα να αντιστρέψει τις αρνητικές αναπτυξιακές επιδόσεις της περιόδου της μεταπολίτευσης; Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να σχεδιάσει και να υιοθετήσει ένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα πολιτικής βασισμένο σε μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς (supply side), το οποίο, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της συνολικής ζήτησης, θα επέτρεπε μια ταχύτερη και βιώσιμη ανάκαμψη, εντός των ορίων της ζώνης του ευρώ, χωρίς την επανεμφάνιση παρατεταμένων ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Το μείγμα πολιτικής θα πρέπει να επικεντρωθεί σε περαιτέρω βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και στην αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων και επενδύσεων, μέσω φορολογικών, χρηματοοικονομικών και διαρθρωτικών παρεμβάσεων και μεταρρυθμίσεων.
Στόχευση ενός αποτελεσματικού προγράμματος πρέπει να είναι η βελτίωση της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και η ανάκαμψη των επενδύσεων και των αποταμιεύσεων που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για μία νέα αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο αυτό θα πρέπει να γίνει χωρίς εκ νέου διεύρυνση των ελλειμμάτων του δημοσίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ως εκ τούτου το πρόγραμμα ανάκαμψης θα πρέπει να τηρήσει λεπτές ισορροπίες.
Προκειμένου να επιτευχθεί η διατηρήσιμη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται πρωτίστως μια αξιόπιστη φορολογική μεταρρύθμιση φιλική προς τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις, καθώς και τολμηρές μεταρρυθμίσεις στον ρόλο και στη λειτουργία των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, της αγοράς εργασίας, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του δημόσιου τομέα και του συστήματος παιδείας.
Η φορολογική μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι δημοσιονομικά ουδέτερη ή να συνδυαστεί με αντίστοιχη μείωση των πρωτογενών δαπανών του Δημοσίου. Αν συνδυαστεί και με περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους εκ μέρους των εταίρων μας αυτό θα είναι ένα επιπλέον θετικό στοιχείο. Οταν επιτευχθεί και εμπεδωθεί η ανάκαμψη, τότε θα δημιουργηθούν περιθώρια και για την πλήρη αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών που χαρακτήρισαν τα προγράμματα προσαρμογής.
Επιπλέον απαιτούνται μεσοπρόθεσμα χειρισμοί που θα ενισχύσουν την αξιοπιστία της ελληνικής πολιτείας έναντι των επενδυτών και των καταναλωτών, ώστε να ενισχυθούν οι άμεσες ξένες επενδύσεις, να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να ανακάμψει η κατανάλωση με βάση τα αυξημένα εισοδήματα και τα περιουσιακά στοιχεία των καταναλωτών και όχι τον εξωτερικό δανεισμό. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ενταθούν οι αναπτυξιακές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών, όπως οι αποκρατικοποιήσεις, η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, με παράλληλο περιορισμό του οικονομικού ρόλου του κράτους στις επιτελικές και κοινωνικές του προτεραιότητες.
Παράλληλα υπάρχει επιτακτική ανάγκη για περαιτέρω και πολύ πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις των κανόνων και της λειτουργίας της ευρωζώνης. Αυτές θα πρέπει να επικεντρωθούν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στη μεγαλύτερη ενοποίηση των κανόνων των αγορών εργασίας, στη δημιουργία ενός επαρκούς μόνιμου κοινού προϋπολογισμού και στην ενίσχυση των χρηματοοικονομικών εργαλείων της ΕΚΤ, ιδίως για την αντιμετώπιση κρίσεων.
Επιπλέον, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας θα πρέπει να ομονοήσουν και σε ένα πρόγραμμα ελάχιστων μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία της ευρωζώνης, και να το προωθήσουν ως θέσεις της Ελλάδος σε όλα τα ευρωπαϊκά φόρα στα οποία μετέχουν.
Για να είναι αποτελεσματικό ένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και ανάκαμψης θα πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια. Κάτι τέτοιο απαιτεί την υιοθέτηση του ως εθνικού σχεδίου από το ευρύτερο δυνατό πολιτικό φάσμα. Κανένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα δεν μπορεί να επιτύχει αν κυριαρχούν αντικρουόμενες βραχυχρόνιες οικονομικές προτεραιότητες μεταξύ των κομμάτων εξουσίας και προσδοκίες ανατροπής του σε περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης. Για το λόγο αυτό απαιτούνται και θεσμικές, ίσως και συνταγματικές, μεταρρυθμίσεις που θα επιβάλλουν στις κυβερνήσεις το σεβασμό των περιορισμών που απαιτεί η εξωτερική και η δημοσιονομική ισορροπία και θα τις εμποδίζει να τους παραβιάζουν.
