Γιώργος Αλογοσκούφης

Το γράφημα της περασμένης εβδομάδας δείχνει την εξέλιξη και τις διακυμάνσεις του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στην Ελλάδα, σε σχέση με το ΑΕΠ. Δείχνει επίσης και την εξέλιξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όπως μετράται από το αντίστροφο της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας, έναντι των χωρών της ΕΕ των 15. Τα στοιχεία προέρχονται από την τράπεζα στοιχείων AMECO της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούσαν τις παρατηρήσεις σας αναφορικά με την εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστού του ΑΕΠ, και τη σύνδεση της εξέλιξης του με την εξέλιξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και τα γενικότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Τέθηκε επίσης το ερώτημα του τι μπορεί να γίνει ώστε να μειωθεί το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και να πάψει να λειτουργεί ως ο βασικός περιοριστικός παράγων στην ταχύτερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με το ChatGPT 5.2, στο οποίο τέθηκαν τα ερωτήματα αυτά,

«Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες των αντοχών –και των ορίων– της ελληνικής οικονομίας. Η εξέλιξή του, σε συνδυασμό με την πορεία της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, αποκαλύπτει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: κάθε περίοδος ισχυρότερης ανάπτυξης συνοδεύεται από διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος, το οποίο τελικά λειτουργεί ως φραγμός στη συνέχεια της μεγέθυνσης.

Στα χρόνια αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση (1975–1979), το ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό αλλά σε σχετικά περιορισμένα επίπεδα. Η οικονομία ανακάμπτει, ωστόσο η παραγωγική της βάση δεν επαρκεί για να στηρίξει την εγχώρια ζήτηση χωρίς αυξημένες εισαγωγές. Τη δεκαετία του 1980, ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού, δημοσιονομικής χαλάρωσης και χαμηλής παραγωγικότητας οδηγεί σε πιο επίμονα ελλείμματα. Παρά τις διαδοχικές υποτιμήσεις της δραχμής, η διεθνής ανταγωνιστικότητα επιδεινώνεται, καθώς το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγικότητα.

Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται από προσπάθειες σταθεροποίησης και σύγκλισης. Το εξωτερικό έλλειμμα περιορίζεται κατά περιόδους, χωρίς όμως να εξαλειφθεί. Η βελτίωση βασίζεται κυρίως στη συγκράτηση της ζήτησης και λιγότερο σε βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές. Με την είσοδο στη ζώνη του ευρώ, η εικόνα αλλάζει δραματικά. Την περίοδο 2000–2007, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών διογκώνεται σε πρωτοφανή επίπεδα, φθάνοντας έως και το 15% του ΑΕΠ. Η πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση και η πιστωτική επέκταση τροφοδοτούν κατανάλωση και επενδύσεις, κυρίως σε μη εμπορεύσιμους κλάδους, ενώ η ανταγωνιστικότητα κόστους επιδεινώνεται.

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και η ελληνική κρίση χρέους επιβάλλουν μια απότομη προσαρμογή. Κατά την περίοδο 2010–2018, το έλλειμμα του ισοζυγίου περιορίζεται δραστικά και σε ορισμένα έτη σχεδόν μηδενίζεται. Η βελτίωση αυτή, όμως, οφείλεται κυρίως στη βαθιά ύφεση και στη συρρίκνωση των εισαγωγών, όχι σε μια θεαματική ενίσχυση της εξαγωγικής βάσης. Παράλληλα, μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, η ανταγωνιστικότητα κόστους βελτιώνεται αισθητά, χωρίς όμως να μετασχηματιστεί ουσιαστικά το παραγωγικό πρότυπο.

Μετά το 2019, καθώς η οικονομία επιστρέφει σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών γίνεται και πάλι ελλειμματικό. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και η ανάκαμψη της ζήτησης αναδεικνύουν εκ νέου την εισαγωγική εξάρτηση της οικονομίας. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το πρόβλημα επανεμφανίζεται παρά το γεγονός ότι η ανταγωνιστικότητα κόστους παραμένει σαφώς καλύτερη σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο θέμα τιμών και μισθών, αλλά κυρίως διάρθρωσης της παραγωγής.

Για να πάψει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να λειτουργεί ως μόνιμος περιορισμός της ανάπτυξης, απαιτείται αλλαγή αναπτυξιακού υποδείγματος. Οι επενδύσεις πρέπει να κατευθυνθούν συστηματικά προς τους διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους, να ενισχυθεί η μη-κοστολογική ανταγωνιστικότητα μέσω θεσμικών μεταρρυθμίσεων και να μειωθεί η ενεργειακή εισαγωγική εξάρτηση. Παράλληλα, η αύξηση των μισθών οφείλει να συμβαδίζει με την αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να διατηρηθεί η εξωτερική ισορροπία.

Το διαχρονικό δίδαγμα είναι σαφές: χωρίς μια οικονομία που να παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες σε επαρκή κλίμακα, κάθε αναπτυξιακή επιτάχυνση θα σκοντάφτει στο ίδιο εμπόδιο – το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.»

Ερμηνείες έστειλε και η κα. Τζωρτζήνη Βασιλάκη, Τελειόφοιτη στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης στο ΗΠΑ. Το πλήρες κείμενο της επισυνάπτεται εδώ. Ανάμεσα στα άλλα η κα Βασιλάκη παρατηρεί ότι,

«Η ανάλυση του διαγράμματος αποκαλύπτει μια χρόνια παθογένεια της ελληνικής οικονομίας: το δομικό έλλειμμα (structural deficit) στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τη στενή του σύνδεση με την απώλεια ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα την περίοδο της ένταξης στο Ευρώ. … Η παρατήρηση του γραφήματος επιβεβαιώνει ότι το έλλειμμα λειτουργεί ως περιοριστικός παράγοντας της ανάπτυξης. Κάθε φορά που το ΑΕΠ αυξάνεται (ανάπτυξη), αυξάνονται δυσανάλογα οι εισαγωγές, δημιουργώντας έλλειμμα που απαιτεί εξωτερικό δανεισμό. Δημιουργείται υπερθέρμανση. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως προκυκλική (pro-cyclical) πολιτική. Όταν ο δανεισμός σταματά, η οικονομία αναγκάζεται σε ύφεση για να ισορροπήσει.»

Αναφορικά με το τι πρέπει να γίνει, η κ. Βασιλάκη τονίζει ότι «Η Ελλάδα πρέπει να παράγει περισσότερα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγωγές. Μέχρι σήμερα, πολλές Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (FDI) κατευθύνονται στην αγορά ακινήτων και τον τουρισμό. Αν και χρήσιμα, αυτά συχνά αυξάνουν τις εισαγωγές (υλικά, ενέργεια, κατανάλωση τουριστών κ.α.). Πρέπει να δοθούν κίνητρα για επενδύσεις στη μεταποίηση, την αγροδιατροφή και την τεχνολογία, και συνεπώς να παράγουμε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας που να εξάγονται. Ένα τεράστιο μέρος του ελλείμματος οφείλεται στην εισαγωγή καυσίμων, που είναι απαραίτητα για την παραγωγική διαδικασία (πετρέλαιο, φυσικό αέριο). Κρίνεται απαραίτητη η στροφή στις εγχώριες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ)  και σε οικονομικά και θεσμικά κίνητρα σε οποιαδήποτε δραστηριότητα βρίσκεται πέριξ αυτού του τομέα. Έτσι, θα συγκρατήσουμε την εκροή συναλλάγματος, που επιδεινώνει αυτό το ισοζύγιο.»

Παρατηρήσεις αναφορικά με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την οικονομική πολιτική γίνονται και στα δύο πρόσφατα βιβλία μου που αναφέρονται στην ελληνική οικονομία, πριν και μετά τη μεταπολίτευση.

Στο βιβλίο μου Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα (2021), αναφέρονται τα εξής αναφορικά με το «δίλημμα του Mundell», τη σύγκρουση δηλαδή μεταξύ των στόχων της εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας σε μία ανοικτή οικονομία με ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και χωρίς δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος (σελ, 105-106):

«Η σύγκρουση αυτή, μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας είναι χαρακτηριστικό οικονομιών με χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα, οι οποίες μετέχουν σε καθεστώτα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, σε συνθήκες ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων. 

Η σύγκρουση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη αν δεν υπάρχει και η επιλογή της εφάπαξ υποτίμησης σε περίπτωση κρίσης, κάτι που αποκλείεται εκ προοιμίου σε ένα καθεστώς ενιαίου νομίσματος όπως είναι η ζώνη του ευρώ. Το μόνο εργαλείο που απομένει για τη σταθεροποίηση της οικονομίας σε αυτή την περίπτωση είναι η δημοσιονομική πολιτική. Το πρόβλημα αυτό είναι γνωστό ως το δίλημμα του Mundell

Ωστόσο, ακόμη και αν δεν υπήρχε το μεγάλο πρόβλημα του δημοσίου χρέους, η δημοσιονομική πολιτική δεν θα μπορούσε από μόνη της να λύσει το πρόβλημα της σύγκρουσης μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας, ούτε καν βραχυχρόνια. 

Σε συνθήκες ελεύθερης διεθνούς κίνησης κεφαλαίων, μία δημοσιονομική επέκταση συντελεί βραχυχρόνια στην αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, την επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης και την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, αλλά οδηγεί παράλληλα σε διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών, με επέκταση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. 

Από την άλλη, μία δημοσιονομική συρρίκνωση, οδηγεί σε μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αλλά εις βάρος της μεγέθυνσης και της απασχόλησης, μέσω της μείωσης της εσωτερικής ζήτησης και της δημιουργίας ύφεσης. 

Αυτή η σύγκρουση μεταξύ των στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής ισορροπίας είναι η βασική αδυναμία της δημοσιονομικής πολιτικής ως εργαλείου σταθεροποίησης της οικονομίας σε ανοικτές οικονομίες που έχουν ενταχθεί σε ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών, χωρίς δυνατότητα υποτίμησης, όπως είναι η ζώνη του ευρώ.»

Αναφορικά με την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ και την πολιτική που ακολουθήθηκε αναφέρονται τα εξής (σελ. 110-111):

«Λόγω των αδυναμιών και υστερήσεων της μακροοικονομικής προσαρμογής κατά την περίοδο της σύγκλισης, η απεμπόληση του βραχυχρόνιου εργαλείου της νομισματικής πολιτικής στέρησε από την ελληνική οικονομία τη δυνατότητα να μπορεί να ακολουθήσει ένα μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής που να της επιτρέπει να συνδυάζει τις βασικές εσωτερικές της οικονομικές προτεραιότητες, όπως οι στόχοι της υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης και απασχόλησης, με τους εξωτερικούς περιορισμούς που προκύπτουν από το ισοζύγιο πληρωμών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε επίσης λόγω των θεσμικών και διαρθρωτικών αδυναμιών της ίδιας της ευρωζώνης.

Στην πρώτη δεκαετία μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, η Ελλάδα έδωσε, όπως συνέβη άλλωστε και στις υπόλοιπες χώρες τις περιφέρειας της ευρωζώνης, μεγαλύτερη έμφαση στις εσωτερικές της προτεραιότητες, όπως η ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης και της οικονομικής μεγέθυνσης και η αντιμετώπιση της ανεργίας. Αυτό όμως, λόγω της χαμηλής και επιδεινούμενης διεθνούς ανταγωνιστικότητας έγινε σε βάρος των εξωτερικών προτεραιοτήτων, όπως η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Στην δεύτερη δεκαετία, μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, τα προγράμματα προσαρμογής έδωσαν σχεδόν αποκλειστική έμφαση στην αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών, σε βάρος όμως των εσωτερικών προτεραιοτήτων, όπως η οικονομική μεγέθυνση και η αντιμετώπιση της ανεργίας.

Το κόστος της προσαρμογής υπήρξε τεράστιο. Μεταξύ 2010 και 2017, το έλλειμμα του ισοζύγιου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά δέκα (10) περίπου εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, από το 11% του ΑΕΠ περίπου το 2010, στο 1% το 2017. Στην ίδια περίοδο, το πραγματικό ΑΕΠ (σε τιμές του 2010) μειώθηκε κατά 17% περίπου, από €226 δις το 2010 σε €187 δις το 2017. Κατά μέσο όρο, στην περίοδο 2010 έως 2017 το πραγματικό ΑΕΠ μειωνόταν κατά 2,5% το χρόνο. 

Κατά συνέπεια, ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων προσαρμογής, κάθε μονάδα μείωσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στοίχιζε στην ελληνική οικονομία δύομιση (2,5) εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ του 2010, το ισοδύναμο €5,7 δις του 2010.

Το κόστος της προσαρμογής σε όρους ανεργίας ήταν το ίδιο υπέρογκο. Το μέσο ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε από 9,6% του εργατικού δυναμικού το 2009, σε 21,5% το 2017. Μέση ετήσια αύξηση κατά 1,5% του εργατικού δυναμικού περίπου, ή μέση ετήσια απώλεια εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) θέσεων εργασίας.»

Αναφορικά με το δέον γενέσθαι, στα συμπεράσματα του βιβλίου αναφέρονται τα εξής (σελ. 407):

«Αναφορικά με την Ελλάδα, η επιλογή της εξόδου από τη ζώνη του ευρώ, προκειμένου η οικονομία να ξεφύγει από το δίλημμα του Mundell για τη δημοσιονομική πολιτική, θα αποτελούσε μια επικίνδυνη και επιπόλαια επιλογή. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα αποσταθεροποιούσε εκ νέου την οικονομία και θα επανέφερε όλα τα προβλήματα του παρελθόντος. Έτσι, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε επιθυμητή ούτε ρεαλιστική. 

Η τρέχουσα πρόκληση για την Ελλάδα είναι να σχεδιάσει και να υιοθετήσει ένα μεσοχρόνιο πρόγραμμα πολιτικής βασισμένο σε μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς (supply side), το οποίο, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της συνολικής ζήτησης, θα επέτρεπε μια βιώσιμη ανάκαμψη, εντός των ορίων της ζώνης του ευρώ, χωρίς την επανεμφάνιση ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το μείγμα πολιτικής θα πρέπει να επικεντρωθεί σε περαιτέρω βελτιώσεις στην παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και στην αύξηση των εγχώριων αποταμιεύσεων και επενδύσεων, μέσω φορολογικών, χρηματοοικονομικών και διαρθρωτικών παρεμβάσεων και μεταρρυθμίσεων.

Στόχευση ενός αποτελεσματικού προγράμματος πρέπει να είναι η βελτίωση της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και η ανάκαμψη των επενδύσεων και των αποταμιεύσεων που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την δυναμική πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο αυτό θα πρέπει να γίνει χωρίς εκ νέου διεύρυνση των ελλειμμάτων του δημοσίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ως εκ τούτου το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να τηρήσει λεπτές ισορροπίες.»

Αντίστοιχες παρατηρήσεις και προτάσεις γίνονται και στο πιο πρόσφατο βιβλίο μου, Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα (2024).