Γιώργος Αλογοσκούφης

Το γράφημα της προηγούμενης εβδομάδας δείχνει την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος της Ελλάδας από το 1948 έως σήμερα. Για την περίοδο 1948-2000 παρουσιάζεται η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής και από το 2001 και μετά η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ. Το γράφημα έχει προσαρμοσθεί από το τελευταίο βιβλίο μου, Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, (Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2024). Τα στοιχεία είναι ετήσιοι μέσοι όροι και προέρχονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). 

Τα ερωτήματα αφορούσαν τις παρατηρήσεις σας αναφορικά με την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας πριν και μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, του κυριότερους σταθμούς στην εξέλιξη αυτή και το πως επηρεάστηκε από τις μεταβολές του διεθνούς νομισματικού συστήματος, και, τέλος, το τι σηματοδοτεί για την εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας η ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ.

Τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν στο ChatGPT 5.2 το οποίο απάντησε τα εξής:

«Το γράφημα της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελληνικού νομίσματος από το 1948 έως σήμερα δεν αποτυπώνει απλώς αριθμούς. Συμπυκνώνει τις μεγάλες επιλογές, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της ελληνικής οικονομικής πολιτικής σε τρεις διαφορετικές εποχές: τη μεταπολεμική σταθεροποίηση, την περίοδο της διολίσθησης της δραχμής και τη φάση της ένταξης στο ευρώ.

Η ιστορία αυτή είναι, στην πραγματικότητα, η ιστορία της σχέσης της Ελλάδας με τη διεθνή οικονομία.

Στην περίοδο 1953-1973 η σύνδεση της δραχμής με το δολάριο των ΗΠΑ λειτούργησε ως άγκυρα σταθερότητας. Η μεγάλη τομή ήρθε το 1953–54, με τη νομισματική μεταρρύθμιση και την υποτίμηση της δραχμής. Η Ελλάδα εντάχθηκε πλήρως στο σύστημα Bretton Woods, το παγκόσμιο καθεστώς σταθερών ισοτιμιών που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δραχμή αγκυρώθηκε στο δολάριο σε ισοτιμία περίπου 30 δραχμών ανά δολάριο και παρέμεινε εκεί σχεδόν αμετάβλητη για δύο δεκαετίες.

Αυτή η νομισματική σταθερότητα δεν ήταν δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Δημιούργησε προβλέψιμο περιβάλλον για επενδύσεις, εξαγωγές και αποταμιεύσεις. Στηρίχθηκε από μια σχετικά πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική και από μια οικονομία που τότε εκσυγχρονιζόταν ταχύτατα. Η περίοδος αυτή ταυτίζεται με το ελληνικό «οικονομικό θαύμα» των δεκαετιών του 1950 και του 1960.

Το γράφημα δείχνει καθαρά αυτή την εποχή: μια σχεδόν οριζόντια γραμμή για τη δραχμή, σύμβολο σταθερότητας σε έναν κόσμο που τότε ακόμη διέθετε κανόνες.

Όλα αλλάζουν μετά το 1971–73, όταν οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν τον χρυσό και το σύστημα Bretton Woods καταρρέει. Οι μεγάλες χώρες περνούν σε κυμαινόμενες ισοτιμίες. Η δραχμή ακολουθεί.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, το ελληνικό νόμισμα εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο διολισθαίνουσας υποτίμησης. Το γράφημα δείχνει τη δραχμή να περνά από περίπου 30 δραχμές ανά δολάριο σε πάνω από 150 στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια: πρόκειται για απώλεια άνω του 80% της εξωτερικής της αξίας.

Η υποτίμηση αντανακλούσε βαθύτερα προβλήματα: υψηλό πληθωρισμό, μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, αυξανόμενα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η δραχμή λειτουργούσε ως μηχανισμός απορρόφησης αυτών των ανισορροπιών. Όταν η ανταγωνιστικότητα χανόταν και τα ελλείμματα διογκώνονταν, το νόμισμα διολίσθαινε.

Η Ελλάδα είχε έτσι μια ιδιότυπη ευελιξία: μπορούσε να υποτιμά για να διατηρεί τις εξαγωγές και τον τουρισμό ανταγωνιστικούς, αλλά με τίμημα πληθωρισμό και απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ξεκινά μια συνειδητή στρατηγική αλλαγή. Στόχος είναι η ένταξη στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Αυτό απαιτεί χαμηλό πληθωρισμό, δημοσιονομική πειθαρχία και σταθερή ισοτιμία.

Η διολίσθηση της δραχμής περιορίζεται και η δραχμή εντάσσεται στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Η υποτίμηση του 1998 λειτουργεί ως το «τελικό σοκ» προσαρμογής. Έπειτα, η ισοτιμία κλειδώνει. Το 2001, η Ελλάδα εισέρχεται στη ζώνη του ευρώ.

Το γράφημα δείχνει το τέλος της μακράς καμπύλης της δραχμής. Ένα ιστορικό κεφάλαιο κλείνει.

Μετά το 2001, η Ελλάδα δεν έχει πια δικό της νόμισμα. Η ισοτιμία που εμφανίζεται στο γράφημα είναι του ευρώ έναντι του δολαρίου. Εκφράζει τις ισορροπίες της Ευρωζώνης, όχι της Ελλάδας.

Την πρώτη δεκαετία, το ευρώ ανατιμάται διεθνώς. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει φθηνό δανεισμό, εύκολες εισαγωγές και απώλεια ανταγωνιστικότητας. Το ισχυρό νόμισμα τροφοδοτεί μια περίοδο «ευρω-ευφορίας» και υπερδανεισμού.

Όταν έρχεται η κρίση μετά το 2009, η Ελλάδα δεν μπορεί να υποτιμήσει. Η προσαρμογή γίνεται εσωτερικά: μισθοί, τιμές και εισοδήματα μειώνονται. Το γράφημα δεν δείχνει τη δραματική αυτή προσαρμογή — ακριβώς επειδή η χώρα έχει χάσει το εργαλείο της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Η ένταξη στο ευρώ σηματοδότησε τη μετάβαση από μια οικονομία που προσαρμοζόταν μέσω της υποτίμησης σε μια οικονομία που οφείλει να προσαρμόζεται μέσω της παραγωγικότητας, των θεσμών και της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Η δραχμή επέτρεπε λάθη, αλλά τα τιμωρούσε με πληθωρισμό. Το ευρώ δεν επιτρέπει εύκολες διορθώσεις, αλλά προσφέρει νομισματική σταθερότητα. Το αν η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει αυτή τη σταθερότητα εξαρτάται πλέον όχι από την ισοτιμία, αλλά από το βάθος των μεταρρυθμίσεων και της ανάπτυξης.

Το γράφημα, τελικά, αφηγείται τη μετάβαση από την ευελιξία της δραχμής στην πειθαρχία του ευρώ — μια μετάβαση που συνεχίζει να καθορίζει την ελληνική οικονομία μέχρι σήμερα.»

Στο βιβλίο μου Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, (Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2024), σελ. 370-372, αναφέρω τα εξής:

«Για μεγάλο μέρος της περιόδου πριν τη μεταπολίτευση, η δραχμή συμμετείχε στο σύστημα σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, με σταθερή ισοτιμία 30 δραχμών ανά δολάριο. Η ένταξη στο σύστημα του Bretton Woods επιτεύχθηκε μετά την υποτίμηση του 1953 και τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1954. Η ισοτιμία δραχμής-δολαρίου διατηρήθηκε σταθερή σε όλη την περίοδο από την υποτίμηση του 1953 έως την κατάρρευση του Bretton Woods το 1973, αλλά και έως τη μεταπολίτευση. Στην περίοδο αυτή, και έως το 1971, ο ελληνικός πληθωρισμός δεν διέφερε κατά μέσο όρο από τον μέσο πληθωρισμό των χωρών του ΟΟΣΑ, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα χαμηλός.

Μεταξύ 1948 και 1954 η δραχμή είχε υποτιμηθεί έναντι του δολαρίου κατά 83,3%, από 5 (νέες) δραχμές ανά δολάριο το 1948 σε 30 (νέες) δραχμές ανά δολάριο το 1954. Μεταξύ 1954 και 1973 η ισοτιμία δραχμής-δολαρίου παρέμεινε σταθερή στις 30 δραχμές ανά δολάριο, στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος του Bretton Woods. Η πολιτική αυτή συντέλεσε στη διατήρηση χαμηλού πληθωρισμού, στα όρια του διεθνούς πληθωρισμού. Μετά τις υποτιμήσεις του δολαρίου έναντι των ευρωπαϊκών νομισμάτων και του γιεν από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, επειδή η δραχμή παρέμεινε συνδεδεμένη με το δολάριο, στην ουσία υποτιμήθηκε και αυτή απέναντι στα ευρωπαϊκά νομίσματα και το γιεν, με αποτέλεσμα την άνοδο του πληθωρισμού, ιδιαίτερα κατά την τριετία 1972-1974.

Μετά τη μεταπολίτευση η σύνδεση με το δολάριο εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε η πολιτική των σταδιακών υποτιμήσεων της ισοτιμίας του νομίσματος απέναντι σε ένα καλάθι νομισμάτων, το οποίο περιλάμβανε τα νομίσματα των κυριότερων εμπορικών εταίρων της Ελλάδας στον Ο.Ο.Σ.Α, ώστε να αντισταθμίζεται η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και των εμπορικών της εταίρων. Η πολιτική αυτή, η οποία είναι γνωστή ως ‘πολιτική της διολίσθησης’ της ισοτιμίας, σε συνδυασμό με τη νομισματική χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την αλληλουχία υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων, αυξήσεων τιμών, αλλά και περιοδικών εφάπαξ υποτιμήσεων του νομίσματος οδήγησε σε μεγάλη και επίμονη αύξηση του πληθωρισμού, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1980. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 υιοθετήθηκε η πολιτική της ‘σκληρής δραχμής’, καθώς οι υποτιμήσεις υπολείπονταν της διαφοράς πληθωρισμού της Ελλάδας με τους εμπορικούς της εταίρους, ενώ από το 2001 η δραχμή αντικαταστάθηκε από το ευρώ.

Μεταξύ 1973 και του τέλους της δεκαετίας του 1980 η δραχμή είχε υποτιμηθεί έναντι του δολαρίου κατά περίπου 80%. Το 1990 η μέση ισοτιμία της δραχμής ήταν 158,5 δραχμές ανά δολάριο, από 30,0 δραχμές ανά δολάριο κατά το 1974. Μεταξύ 1990 και 2000, τη χρονιά της ένταξης της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ η δραχμή είχε υποτιμηθεί κατά ένα επιπλέον 57% περίπου και η ισοτιμία της είχε διαμορφωθεί στις 365,4 δραχμές ανά δολάριο. Μετά την υιοθέτηση του ευρώ η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου διαμορφωνόταν πλέον ελεύθερα στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος.»