Γιώργος Αλογοσκούφης

Μια συντομευμένη μορφή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε μετά από πρόσκληση στην εφημερίδα Real News, την Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026, με τίτλο ‘Η Ελλάδα, η Ευρώπη και η Νέα Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων’.

_________________________________________________________

Τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αισιοδοξία που συνόδευσε το τέλος του έχει δώσει τη θέση της σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, γεωπολιτικών συγκρούσεων και οικονομικών αναταράξεων. Η νέα παγκόσμια πολιτική και οικονομική τάξη πραγμάτων δεν χαρακτηρίζεται πλέον από σαφείς κανόνες και σταθερές ισορροπίες, αλλά από ρευστότητα, ανταγωνισμό και αυξανόμενο κατακερματισμό.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 επικράτησε η αντίληψη ότι η κατάρρευση του διπολικού συστήματος θα άνοιγε τον δρόμο για μια εποχή φιλελεύθερης δημοκρατίας, ειρήνης και οικονομικής σύγκλισης. Η παγκοσμιοποίηση, η απελευθέρωση του εμπορίου και των κεφαλαίων, καθώς και η τεχνολογική πρόοδος θεωρήθηκαν μηχανισμοί που θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε ευημερία και σταθερότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε κυρίαρχη δύναμη, ενώ διεθνείς θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου διαχειρίστηκαν την οικονομική παγκοσμιοποίηση.

Για αρκετά χρόνια, το σύστημα αυτό φάνηκε να λειτουργεί. Το διεθνές εμπόριο αυξήθηκε ραγδαία, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν από την ακραία φτώχεια και οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες αναδιαμόρφωσαν την παγκόσμια παραγωγή. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια συσσωρεύονταν ανισορροπίες. Οι ανισότητες διευρύνθηκαν, η χρηματοπιστωτική σφαίρα αποσυνδέθηκε από την πραγματική οικονομία και μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες ένιωσαν ότι μένουν πίσω.

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–09 αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο τράνταγμα. Δεν ήταν απλώς μια οικονομική κρίση, αλλά μια κρίση εμπιστοσύνης προς το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα. Στην Ευρώπη, η κατάσταση μετατράπηκε σε κρίση χρέους, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο επίκεντρο. Παράλληλα, η Κίνα ενίσχυε τη διεθνή της επιρροή, ενώ η Ρωσία αμφισβητούσε όλο και πιο ανοιχτά τη τάξη ασφαλείας που δημιουργήθηκε μετά το τέλος του ‘ψυχρού πολέμου’.

Η δεκαετία που ακολούθησε ανέδειξε τα όρια της παγκοσμιοποίησης ως αυτοματοποιημένου μηχανισμού ειρήνης και σύγκλισης. Η στενή οικονομική αλληλεξάρτηση δεν σήμαινε πολιτική σύγκλιση, ούτε απέτρεπε τις συγκρούσεις. Αντίθετα, οι εξαρτήσεις σε ενέργεια, πρώτες ύλες και τεχνολογία άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως στρατηγικά μειονεκτήματα.

Η πανδημία COVID-19 και ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυναν δραματικά αυτή τη μετάβαση. Κράτη και κυβερνήσεις επέστρεψαν δυναμικά στο προσκήνιο, επαναφέροντας τη βιομηχανική πολιτική, τις κρατικές ενισχύσεις και την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας». Η παγκόσμια οικονομία κινείται πλέον προς έναν κατακερματισμένο κόσμο, όπου το εμπόριο, η τεχνολογία και οι επενδύσεις οργανώνονται όλο και περισσότερο με γεωπολιτικά κριτήρια.

Ο Νέος Ρόλος των ΗΠΑ

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον κεντρικό πόλο του διεθνούς συστήματος, αλλά όχι πλέον υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ούτε με την ίδια αυτοπεποίθηση. Η εποχή της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας έχει παρέλθει, χωρίς ωστόσο να έχει αντικατασταθεί από μία νέα, σταθερή ηγέτιδα δύναμη. Στη θέση της αναδύεται μια πιο σύνθετη παγκόσμια τάξη, στην οποία οι ΗΠΑ παραμένουν ο ισχυρότερος παίκτης, αλλά υποχρεώνονται να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού, περιορισμών και αβεβαιότητας.

Μετά το 1991, η αμερικανική στρατηγική βασίστηκε στην υπόθεση ότι η στρατιωτική υπεροχή, η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η εξάπλωση των φιλελεύθερων θεσμών θα παγίωναν μια διεθνή τάξη ευνοϊκή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον ρόλο του ‘εγγυητή’ της διεθνούς ασφάλειας και της ανοικτής παγκόσμιας οικονομίας, μέσω θεσμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, καθώς και μέσω του ΝΑΤΟ. Η στρατηγική αυτή παρήγαγε σταθερότητα σε πολλές περιοχές, αλλά συνοδεύτηκε και από υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, ιδίως μετά το 2001, ανέδειξαν τα όρια της αμερικανικής ισχύος. Παρά την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική τους υπεροχή, οι ΗΠΑ δυσκολεύτηκαν να μετατρέψουν τις νίκες στο πεδίο σε βιώσιμες πολιτικές λύσεις. Ταυτόχρονα, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 υπονόμευσε το κύρος του αμερικανικού οικονομικού υποδείγματος και έθεσε υπό αμφισβήτηση τον ρόλο της Ουάσιγκτον ως ‘πυλώνα σταθερότητας’ της παγκόσμιας οικονομίας.

Η κρίση αυτή συνέπεσε με τη ραγδαία άνοδο της Κίνα, η οποία εξελίχθηκε από περιφερειακή δύναμη σε συστημικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, όταν η Κίνα θεωρούνταν ‘ενσωματώσιμη’ στη φιλελεύθερη διεθνή τάξη, σήμερα αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον ως στρατηγικός αντίπαλος. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στο εμπόριο, αλλά εκτείνεται στην τεχνολογία, την ενέργεια, τις υποδομές, ακόμη και στους κανόνες παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των ΗΠΑ μετασχηματίζεται. Η αμερικανική στρατηγική εγκαταλείπει σταδιακά την ιδέα της καθολικής παγκοσμιοποίησης και υιοθετεί μια πιο επιλεκτική προσέγγιση, που βασίζεται στη γεωοικονομία και στις συμμαχίες ‘ομοϊδεατών’ κρατών. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές προηγμένων τεχνολογιών, η επιστροφή της βιομηχανικής πολιτικής και η στήριξη της εγχώριας παραγωγής σηματοδοτούν μια σαφή ρήξη με το παρελθόν.

Η πανδημία COVID-19 και ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυναν αυτή τη μεταβολή. Οι ΗΠΑ επανήλθαν δυναμικά στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ενισχύοντας το ΝΑΤΟ και αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στην υποστήριξη της Ουκρανίας. Ταυτόχρονα, χρησιμοποίησαν οικονομικά εργαλεία –κυρώσεις, έλεγχο τεχνολογιών, χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς– ως βασικά μέσα άσκησης ισχύος. Η στρατιωτική ισχύς παραμένει κρίσιμη, αλλά πλέον δεν είναι επαρκής από μόνη της.

Ωστόσο, η αμερικανική ισχύς δεν είναι απεριόριστη. Οι εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις, το υψηλό δημόσιο χρέος και η κοινωνική πόλωση περιορίζουν τα περιθώρια στρατηγικής συνέπειας. Επιπλέον, η κόπωση της αμερικανικής κοινής γνώμης από μακροχρόνιες διεθνείς δεσμεύσεις καθιστά δυσκολότερη την ανάληψη ρόλου ‘παγκόσμιου χωροφύλακα’. Οι ΗΠΑ καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη ηγεσίας και στην πίεση για εσωστρέφεια.

Στη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, ο ρόλος των ΗΠΑ δεν είναι πλέον να επιβάλλουν κανόνες μονομερώς, αλλά να διαμορφώνουν συμμαχίες και πλαίσια συνεργασίας που εξυπηρετούν τα στρατηγικά τους συμφέροντα. Η Ευρώπη παραμένει κρίσιμος εταίρος, αλλά όχι πάντα εύκολος συνομιλητής. Οι διαφωνίες για την ενέργεια, το εμπόριο και τη βιομηχανική πολιτική αποκαλύπτουν ότι η Δύση δεν είναι τόσο ενιαία όσο στο παρελθόν.

Για μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, η αμερικανική στρατηγική έχει άμεσες συνέπειες. Η ενίσχυση της γεωπολιτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, η έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια και η αναβάθμιση των στρατιωτικών συνεργασιών δημιουργούν νέες ισορροπίες. Παράλληλα, όμως, η αυξανόμενη αντιπαράθεση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αυξάνει την αβεβαιότητα και περιορίζει τον χώρο ελιγμών.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ισχυρές –παραμένουν– αλλά πώς ασκούν την ισχύ τους. Στη νέα τάξη πραγμάτων, η αμερικανική ηγεσία είναι λιγότερο δεδομένη και περισσότερο διαπραγματεύσιμη. Η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της να συνδυάζει ισχύ και συνεργασία, στρατηγική αποφασιστικότητα και θεσμική νομιμοποίηση.

Ο κόσμος δεν επιστρέφει στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά εισέρχεται σε μια εποχή παρατεταμένου ανταγωνισμού χωρίς σαφή τελική ισορροπία. Σε αυτή την εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ούτε παντοδύναμες ούτε περιθωριοποιημένες. Είναι ο κεντρικός, αλλά όχι μοναδικός, διαμορφωτής της νέας παγκόσμιας τάξης – και το πώς θα επιλέξουν να ασκήσουν αυτόν τον ρόλο θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή του κόσμου τις επόμενες δεκαετίες.

Η Κίνα ως Κεντρικός Συστημικός Ανταγωνιστής των ΗΠΑ

Για τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Κίνα υπήρξε ο μεγαλύτερος ωφελημένος της παγκοσμιοποίησης. Η ένταξή της στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων και η μαζική μεταφορά τεχνολογίας την μετέτρεψαν σε εργοστάσιο του κόσμου και σε βασικό μοχλό παγκόσμιας ανάπτυξης. Σήμερα, ωστόσο, η Κίνα δεν είναι απλώς μια ανερχόμενη οικονομία. Είναι ένας συστημικός ανταγωνιστής της Δύσης και βασικός διαμορφωτής της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.

Η κινεζική στρατηγική βασίστηκε σε έναν ιδιότυπο συνδυασμό κρατικού καπιταλισμού, ελεγχόμενου ανοίγματος και αυστηρού πολιτικού ελέγχου. Σε αντίθεση με τις προσδοκίες της δεκαετίας του 1990, η οικονομική ενσωμάτωση δεν οδήγησε σε πολιτικό φιλελευθερισμό. Αντιθέτως, το Κομμουνιστικό Κόμμα ενίσχυσε τον ρόλο του, χρησιμοποιώντας την οικονομική επιτυχία ως πηγή νομιμοποίησης.

Στο νέο διεθνές περιβάλλον, η Κίνα επιδιώκει να μεταβεί από την εξαγωγική εξάρτηση σε ένα μοντέλο τεχνολογικής και βιομηχανικής αυτοδυναμίας. Η έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη, στα δίκτυα 5G, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις σπάνιες γαίες δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την αντίληψη ότι η ισχύς στον 21ο αιώνα δεν είναι μόνο στρατιωτική, αλλά πρωτίστως τεχνολογική.

Παράλληλα, η Κίνα προωθεί ένα εναλλακτικό όραμα διεθνούς τάξης, λιγότερο βασισμένο σε κανόνες και περισσότερο σε διμερείς σχέσεις ισχύος. Η Πρωτοβουλία ‘Ζώνη και Δρόμος’ δεν είναι απλώς οικονομικό σχέδιο, αλλά γεωπολιτικό εργαλείο επέκτασης επιρροής. Μέσω επενδύσεων σε υποδομές, λιμάνια και ενέργεια, το Πεκίνο οικοδομεί δίκτυα εξάρτησης σε Ασία, Αφρική και Ευρώπη.

Ωστόσο, το κινεζικό μοντέλο αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, η κρίση στον τομέα των ακινήτων, η γήρανση του πληθυσμού και οι αυξανόμενοι περιορισμοί από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών. Η Κίνα καλείται να διαχειριστεί τη μετάβαση από την ποσοτική στην ποιοτική ανάπτυξη σε ένα πολύ πιο εχθρικό διεθνές περιβάλλον.

Στη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, η Κίνα δεν επιδιώκει απαραίτητα να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως ηγεμόνα. Επιδιώκει, όμως, να καταστήσει τον κόσμο ασφαλή για το δικό της πολιτικό και οικονομικό υπόδειγμα. Και αυτό από μόνο του αρκεί για να μετασχηματίσει το διεθνές σύστημα.

Η Ευρώπη: Οικονομικός Γίγας με Στρατηγικά Ελλείμματα

Η Ευρώπη εισήλθε στη μεταψυχροπολεμική εποχή ως στρατηγικός δορυφόρος των ΗΠΑ και ως ο κατεξοχήν χώρος ειρήνης, θεσμικής ολοκλήρωσης και οικονομικής ευημερίας. Σήμερα, ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί να παραμείνει παγκόσμιος παράγοντας ισχύος σε έναν κόσμο σκληρού ανταγωνισμού ή θα περιοριστεί σε ρόλο θεσμικού παρατηρητή;

Η ευρωπαϊκή επιτυχία βασίστηκε στην οικονομική ολοκλήρωση, την ενιαία αγορά και το κοινό νόμισμα. Όμως, η νέα παγκόσμια τάξη απαιτεί περισσότερα από κανόνες και διαδικασίες. Απαιτεί στρατηγική ισχύ, τεχνολογική πρωτοπορία και γεωπολιτική βούληση. Σε αυτά τα πεδία, η Ευρώπη εμφανίζει διαχρονικές αδυναμίες.

Η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψαν το κόστος της ευρωπαϊκής στρατηγικής αφέλειας. Η εξάρτηση από φθηνή ρωσική ενέργεια και από αμερικανική ασφάλεια αποδείχθηκε μη βιώσιμη. Παρά τις σημαντικές πρωτοβουλίες κοινής δράσης –όπως το Ταμείο Ανάκαμψης– η Ευρώπη εξακολουθεί να λειτουργεί με βραδύτητα και εσωτερικές αντιφάσεις.

Η τεχνολογική υστέρηση έναντι ΗΠΑ και Κίνας αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση. Η Ευρώπη ρυθμίζει, αλλά δεν καινοτομεί με τον ίδιο ρυθμό. Παράλληλα, οι δημογραφικές τάσεις και η χαμηλή παραγωγικότητα περιορίζουν τη δυναμική της.

Ωστόσο, η Ευρώπη διαθέτει ισχυρά πλεονεκτήματα: θεσμική σταθερότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, υψηλό βιοτικό επίπεδο και ισχυρή κανονιστική ισχύ. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι αν θα μετατρέψει αυτά τα στοιχεία σε στρατηγική ισχύ ή αν θα παραμείνει ‘ρυθμιστική υπερδύναμη’ σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες αμφισβητούνται.

Η Ευρώπη βρίσκεται στο πιο δύσκολο σημείο αυτής της μετάβασης. Από τη μία πλευρά, καλείται να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση, να επιταχύνει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και να ενισχύσει την άμυνά της. Από την άλλη, παραμένει θεσμικά κατακερματισμένη και οικονομικά άνιση. Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα κοινής δράσης, αλλά δεν αρκεί για να καλύψει το στρατηγικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ενίσχυση της Ευρώπης ως γεωπολιτικού παράγοντα αποτελεί πλέον ζήτημα επιβίωσης, όχι επιλογής.

Η Ρωσία: Παράγων Αποσταθεροποίησης

Η Ρωσία εισήλθε στη μεταψυχροπολεμική εποχή ως η μεγάλη ηττημένη. Η απώλεια αυτοκρατορικού κύρους, η οικονομική κατάρρευση της δεκαετίας του 1990 και η διεύρυνση του ΝΑΤΟ διαμόρφωσαν ένα αίσθημα ιστορικής ταπείνωσης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η ρωσική στρατηγική στόχευσε συστηματικά στην αναθεώρηση αυτής της τάξης.

Σε αντίθεση με την Κίνα, η Ρωσία δεν διαθέτει το οικονομικό ή τεχνολογικό βάθος για να ανταγωνιστεί τη Δύση σε παγκόσμια κλίμακα. Διαθέτει, όμως, στρατιωτική ισχύ, ενεργειακούς πόρους και γεωπολιτική αποφασιστικότητα. Αυτά τα εργαλεία χρησιμοποίησε για να επαναφέρει τη βία και τον εξαναγκασμό στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι απλώς περιφερειακή σύγκρουση. Είναι ευθεία αμφισβήτηση των αρχών της ευρωπαϊκής τάξης μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου: της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ειρηνικής συνύπαρξης. Η Ρωσία επιδιώκει να επιβάλει σφαίρες επιρροής και να αποτρέψει την περαιτέρω δυτική διεύρυνση.

Ωστόσο, η ρωσική στρατηγική έχει υψηλό κόστος. Οι κυρώσεις, η τεχνολογική απομόνωση και η εξάρτηση από την Κίνα περιορίζουν τις μακροπρόθεσμες δυνατότητές της. Η Ρωσία μετατρέπεται σταδιακά από αυτόνομο πόλο ισχύος σε δευτερεύοντα εταίρο ενός ευρασιατικού άξονα.

Στη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, η Ρωσία δεν προσφέρει ένα εναλλακτικό όραμα διεθνούς οργάνωσης. Προσφέρει, όμως, αποσταθεροποίηση. Και αυτό αρκεί για να επηρεάσει βαθιά τις ισορροπίες, ιδίως στην Ευρώπη.

Ο Υπόλοιπος Κόσμος και οι Αναδυόμενες Οικονομίες

Στη συζήτηση για τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, η προσοχή στρέφεται συχνά στις μεγάλες δυνάμεις: Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα, Ευρώπη και Ρωσία. Όμως, η πιο κρίσιμη –και λιγότερο προβλέψιμη– μεταβλητή του διεθνούς συστήματος βρίσκεται αλλού: στον λεγόμενο ‘υπόλοιπο κόσμο’. Πρόκειται για ένα ετερογενές σύνολο χωρών της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Μέσης Ανατολής, που δεν επιθυμούν να ενταχθούν σε ένα νέο διπολικό σχήμα και διεκδικούν μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας.

Σε αντίθεση με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ο σημερινός ‘υπόλοιπος κόσμος’ δεν συγκροτείται γύρω από μια ενιαία ιδεολογία ή ένα συνεκτικό πολιτικό μπλοκ. Αυτό που τον ενώνει είναι ο πραγματισμός. Οι περισσότερες χώρες επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους από τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, αποφεύγοντας δεσμεύσεις που θα περιόριζαν την ευελιξία τους. Η στάση αυτή αποτυπώθηκε καθαρά στον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου μεγάλο μέρος του ‘υπόλοιπου κόσμου’ επέλεξε την ουδετερότητα ή μια προσεκτικά ισορροπημένη στάση.

Η Ινδία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της νέας λογικής. Ως η πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου και ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία, η Ινδία επιδιώκει να αναδειχθεί σε αυτόνομο παγκόσμιο παίκτη. Συνεργάζεται στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον Ινδο-Ειρηνικό, διατηρεί όμως παράλληλα στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία και εμπορικούς δεσμούς με την Κίνα. Δεν επιλέγει στρατόπεδα· επιλέγει συμφέροντα.

Ανάλογη στάση τηρεί και η Βραζιλία, η οποία επιχειρεί να επανατοποθετηθεί ως ηγετική δύναμη της Λατινικής Αμερικής. Η Βραζιλία επιδιώκει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, ενισχύοντας τις σχέσεις της με την Κίνα, χωρίς να αποκόπτεται από τη Δύση. Για πολλές χώρες της περιοχής, η νέα παγκόσμια τάξη δεν είναι απειλή αλλά ευκαιρία διαπραγμάτευσης καλύτερων όρων εμπορίου, επενδύσεων και χρηματοδότησης.

Στη Μέση Ανατολή, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία δεν λειτουργούν πλέον ως παθητικοί σύμμαχοι των μεγάλων δυνάμεων, αλλά ως αυτόνομοι γεωπολιτικοί παίκτες. Η ενεργειακή μετάβαση, οι τεχνολογικές επενδύσεις και η διαφοροποίηση των οικονομιών τους επιτρέπουν να διαπραγματεύονται ταυτόχρονα με ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία. Ο έλεγχος κρίσιμων πόρων, όπως το πετρέλαιο, προσδίδει σε αυτές τις χώρες δυσανάλογη επιρροή, ιδίως σε περιόδους διεθνούς αστάθειας.

Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι λεγόμενες ‘μεσαίες δυνάμεις’ με έντονη περιφερειακή παρουσία, όπως η Τουρκία. Εκμεταλλευόμενη τη γεωγραφική της θέση, η Τουρκία κινείται ανάμεσα στη Δύση και την Ευρασία, επιδιώκοντας ρόλο διαμεσολαβητή αλλά και αυτόνομου παίκτη. Η στρατηγική της δεν βασίζεται στη θεσμική συνέπεια, αλλά στη διαρκή επαναδιαπραγμάτευση ισορροπιών.

Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια του ‘υπόλοιπου κόσμου’ αποκτά νέο περιεχόμενο. Δεν πρόκειται απλώς για χώρες χαμηλότερου εισοδήματος ή αναπτυσσόμενες οικονομίες. Πρόκειται για κράτη που διεκδικούν μεγαλύτερο λόγο στη διαμόρφωση των διεθνών κανόνων. Οργανισμοί όπως οι BRICS αντανακλούν αυτή τη φιλοδοξία, ακόμη κι αν στερούνται συνοχής και κοινού στρατηγικού οράματος.

Ωστόσο, η αυξανόμενη σημασία του ‘υπόλοιπου κόσμου’ δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη σταθερότητα. Πολλές από αυτές τις χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα: δημογραφικές πιέσεις, ανισότητες, πολιτική αστάθεια και κλιματική ευπάθεια. Η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων εντείνει τους κινδύνους, καθώς ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων μεταφέρεται συχνά στις περιφέρειες.

Για την Ευρώπη και χώρες όπως η Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές έχουν άμεση σημασία. Η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και η Αφρική δεν είναι ‘μακρινοί κόσμοι’, αλλά άμεσο γεωπολιτικό περιβάλλον. Μεταναστευτικές ροές, ενεργειακά δίκτυα και εμπορικοί διάδρομοι συνδέουν άρρηκτα την ελληνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια με τη σταθερότητα του ‘υπόλοιπου κόσμου’.

Το κρίσιμο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι ότι ο ‘υπόλοιπος κόσμος’ δεν λειτουργεί πλέον ως ουδέτερος δέκτης αποφάσεων. Λειτουργεί ως ενεργός συνδιαμορφωτής των νέων ισορροπιών. Οι χώρες αυτές δεν επιδιώκουν την ανατροπή του διεθνούς συστήματος, αλλά τη μετατόπιση του προς μια πιο πολυκεντρική μορφή.
Σε έναν κόσμο όπου καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς τους κανόνες, η στάση του ‘υπόλοιπου κόσμου’ θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Και αυτή η στάση συνοψίζεται σε μία λέξη: επιλογή. Όχι ιδεολογική, αλλά στρατηγική. Όχι μόνιμη, αλλά αναθεωρήσιμη. Αυτός ο πραγματισμός καθιστά τον ‘υπόλοιπο κόσμο’ τον πιο ευέλικτο –και ενδεχομένως τον πιο καθοριστικό– παράγοντα του 21ου αιώνα.

Προκλήσεις για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων συνιστά ταυτόχρονα κίνδυνο και ευκαιρία. Μετά από μια δεκαετία βαθιάς οικονομικής κρίσης, η χώρα εισέρχεται σε έναν κόσμο αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, χαμηλή παραγωγικότητα και σοβαρές δημογραφικές προκλήσεις. Ως μικρή ανοικτή οικονομία, η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις και εξωτερικά σοκ.

Η ως τώρα επιλογή της Ελλάδας να στηρίζεται οικονομικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γεωπολιτικά στις ΗΠΑ, δεν είναι πια τόσο αυτονόητη. Ιδιαίτερα καθώς οι οικονομικές και πολιτικές εντάσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ εντείνονται.

Ωστόσο, η γεωπολιτική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, οι επενδύσεις σε υποδομές, η ενεργειακή μετάβαση και η ψηφιοποίηση δημιουργούν νέα περιθώρια στρατηγικής αναβάθμισης. Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο ενέργειας, μεταφορών και logistics, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενισχύσει τη θεσμική της αξιοπιστία και θα μετασχηματίσει το παραγωγικό της πρότυπο.

Επίμετρο

Η εικόνα που προκύπτει είναι αρκετά σαφής: η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων δεν συγκροτείται γύρω από μία και μόνη ηγέτιδα δύναμη, ούτε γύρω από ένα συνεκτικό σύστημα κανόνων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο ισχυρότερος παίκτης, αλλά όχι ο αδιαμφισβήτητος ρυθμιστής. Η Κίνα διεκδικεί συστημικό ρόλο χωρίς να προτείνει ένα καθολικά ελκυστικό μοντέλο. Η Ευρώπη διαθέτει οικονομικό βάρος αλλά πάσχει από στρατηγική συνοχή. Η Ρωσία λειτουργεί κυρίως ως αναθεωρητικός και αποσταθεροποιητικός παράγοντας. Και ο λεγόμενος ‘υπόλοιπος κόσμος’ επιλέγει, με αυξανόμενη αυτοπεποίθηση, τον δρόμο του πραγματισμού και της ευελιξίας.
Το κοινό νήμα που συνδέει όλα αυτά είναι η μετάβαση από μια εποχή κανόνων σε μια εποχή ισορροπιών. Η παγκοσμιοποίηση δεν εξαφανίζεται, αλλά αλλάζει μορφή. Η οικονομική αλληλεξάρτηση παραμένει, όμως δεν θεωρείται πλέον εγγύηση ειρήνης ή σταθερότητας. Η γεωπολιτική επιστρέφει δυναμικά, όχι μόνο μέσω της στρατιωτικής ισχύος, αλλά και μέσω της ενέργειας, της τεχνολογίας, των εφοδιαστικών αλυσίδων και των χρηματοοικονομικών εργαλείων.

Για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι διττό. Από τη μία πλευρά, ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος και λιγότερο προβλέψιμος. Από την άλλη, η εποχή των αυτόματων λύσεων και των αυτονόητων εξωτερικών ‘αγκυρώσεων’ έχει τελειώσει. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι η αναδίπλωση, αλλά η προσαρμογή: περισσότερη στρατηγική σκέψη, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ενεργός ρόλος στη διαμόρφωση των νέων διεθνών ισορροπιών. Σε έναν κόσμο όπου οι βεβαιότητες λιγοστεύουν, η πολιτική και οικονομική διορατικότητα γίνεται το πιο πολύτιμο κεφάλαιο.

Ο υπόλοιπος 21ος αιώνας δεν προδιαγράφεται με βάση τα ως τώρα δεδομένα ως αιώνας σταθερών ισορροπιών, αλλά ως αιώνας διαρκούς προσαρμογής. Σε αυτό το περιβάλλον, η ισχύς δεν είναι μόνο θέμα μεγέθους· είναι και θέμα επιλογών. Και αυτές οι επιλογές, περισσότερο από τις προθέσεις των μεγάλων δυνάμεων, θα καθορίσουν τη μορφή του κόσμου που διαμορφώνεται μπροστά μας.

Σύνδεσμος στη συντομευμένη μορφή του άρθρου στην εφημερίδα Real News