Γιώργος Αλογοσκούφης

Το γράφημα της περασμένης εβδομάδας δείχνει την εξέλιξη του ποσοστού των αυξήσεων των μέσων ονομαστικών αποδοχών των μισθωτών και του ποσοστού των αυξήσεων του δείκτη τιμών καταναλωτού στην Ελλάδα, για την περίοδο 1955-2024. Οι αυξήσεις βασίζονται σε μέσους ετήσιους μέσους όρους και τα στοιχεία προέρχονται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και, μετά το 1960, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 

Το γράφημα έχει προσαρμοσθεί από το τελευταίο βιβλίο μου, Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, (Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2024)

Τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούσαν στις παρατηρήσεις σας αναφορικά με τη σχέση των αυξήσεων των ονομαστικών αποδοχών των μισθωτών και των τιμών, το ποιοι ήταν οι κυριότεροι σταθμοί στις εξελίξεις των αυξήσεων μισθών και τιμών, και το πως επηρεάστηκαν αυτές από τις μεταβολές της παραγωγικότητας της εργασίας, του νομισματικού καθεστώτος και τους γενικότερους κύκλους της ελληνικής και διεθνούς οικονομίας και της οικονομικής πολιτικής. Ένα κεντρικό επιπλέον ερώτημα αφορούσε επίσης το σε ποιες περιόδους μεταφράστηκαν οι αυξήσεις των ονομαστικών αποδοχών σε αυξήσεις των πραγματικών αποδοχών και γιατί. Γενικότερα ζητήθηκε να αναφερθεί το τι άλλο μπορεί να πει κανείς με βάση το γράφημα αυτό για τον κύκλο μισθών, τιμών στην Ελλάδα και τη σχέση του με το νομισματικό καθεστώς, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, την ανεργία, την ‘ακρίβεια’, και τις γενικότερες οικονομικές εξελίξεις.

Σύμφωνα με το ChatGPT 5.2, μπορούν να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις αναφορικά με το γράφημα αυτό:

«Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, στο πλαίσιο του συστήματος Bretton Woods, η εικόνα είναι σαφής. Οι μισθοί αυξάνονται με μέτριους αλλά σταθερούς ρυθμούς, ενώ οι τιμές παραμένουν χαμηλές και ελεγχόμενες. Το αποτέλεσμα είναι μια σταθερή άνοδος των πραγματικών αποδοχών. Η οικονομία αναπτύσσεται δυναμικά, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται και το διεθνές νομισματικό περιβάλλον παρέχει σταθερότητα. Οι μισθολογικές αυξήσεις δεν λειτουργούν πληθωριστικά, καθώς στηρίζονται στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η περίοδος ταυτίζεται με το λεγόμενο ελληνικό «οικονομικό θαύμα».

Η εικόνα μεταβάλλεται ριζικά μετά το 1973. Η κατάρρευση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών, οι πετρελαϊκές κρίσεις και η διεθνής αβεβαιότητα εγκαινιάζουν μια μακρά περίοδο αστάθειας. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τόσο οι μισθοί όσο και οι τιμές αυξάνονται με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς. Οι διαδοχικές υποτιμήσεις της δραχμής, η χαλαρή νομισματική πολιτική και οι μηχανισμοί αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο μισθών και τιμών. Οι ονομαστικές αυξήσεις είναι εντυπωσιακές, αλλά οι πραγματικές αποδοχές παραμένουν ασταθείς. Η «ακρίβεια» εγκαθίσταται μόνιμα στο δημόσιο λεξιλόγιο, όχι ως μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά ως σύμπτωμα βαθύτερων μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Στη δεκαετία του 1990, το γράφημα καταγράφει μια καθαρή αλλαγή κατεύθυνσης. Η πολιτική της «σκληρής δραχμής» και ο στρατηγικός στόχος της ένταξης στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση επιβάλλουν πειθαρχία. Ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται σημαντικά και οι αυξήσεις των ονομαστικών μισθών περιορίζονται. Ωστόσο, επειδή οι τιμές υποχωρούν ταχύτερα, οι πραγματικές αποδοχές αρχίζουν να αυξάνονται με πιο σταθερό και βιώσιμο τρόπο. Το κόστος αυτής της προσαρμογής είναι η επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και η άνοδος της ανεργίας. Ωστόσο, λόγω της μείωσης του πληθωρισμού η οικονομία αποκτά μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και σταθερότητα.

Η ένταξη στη ζώνη του ευρώ, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ενισχύει την εικόνα ονομαστικής ηρεμίας. Ο πληθωρισμός παραμένει χαμηλός και οι μισθοί αυξάνονται με ήπιους ρυθμούς. Στην αρχική φάση, αυτό μεταφράζεται σε βελτίωση των πραγματικών εισοδημάτων.

Ωστόσο, το γράφημα υποδηλώνει μια κρίσιμη ασυμμετρία: η παραγωγικότητα της εργασίας δεν ακολουθεί αντίστοιχη πορεία. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξάνεται και η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί. Πίσω από τη σταθερότητα των τιμών συσσωρεύονται ανισορροπίες, οι οποίες θα εκδηλωθούν έντονα με το ξέσπασμα της κρίσης χρέους.

Η περίοδος 2010–2016 αποτελεί τη μεγαλύτερη τομή της μεταπολεμικής οικονομικής ιστορίας. Οι ονομαστικοί μισθοί μειώνονται, ενώ ο πληθωρισμός κινείται κοντά στο μηδέν ή σε αρνητικά επίπεδα. Η εσωτερική υποτίμηση οδηγεί σε δραστική συρρίκνωση των πραγματικών αποδοχών και σε εκτόξευση της ανεργίας. Αν και βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα, αυτό επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της συμπίεσης των εισοδημάτων και όχι μέσω αύξησης της παραγωγικότητας. Η υποχώρηση της ακρίβειας συνοδεύεται από βαθιά ύφεση και κοινωνικό κόστος.

Την περίοδο 2021–2024, το γράφημα καταγράφει την επιστροφή του πληθωρισμού, αυτή τη φορά ως αποτέλεσμα εξωτερικών σοκ: πανδημία, ενεργειακή κρίση και διαταραχές στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Οι μισθολογικές αυξήσεις ακολουθούν με χρονική υστέρηση, με αποτέλεσμα νέες πιέσεις στις πραγματικές αποδοχές και την αναβίωση της δημόσιας συζήτησης για την ακρίβεια.

Το βασικό συμπέρασμα από αυτή τη μακρά διαδρομή είναι σαφές. Οι διατηρήσιμες αυξήσεις των πραγματικών μισθών δεν επιτυγχάνονται με διοικητικές παρεμβάσεις ή υψηλές ονομαστικές αυξήσεις, αλλά με σταθερό νομισματικό περιβάλλον, αύξηση της παραγωγικότητας και συνεπή οικονομική πολιτική. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις απουσιάζουν, ο πληθωρισμός λειτουργεί ως αθέατος φόρος που διαβρώνει τα εισοδήματα. Το γράφημα, τελικά, δεν αφηγείται μόνο την ιστορία των μισθών και των τιμών, αλλά τη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας και τα επαναλαμβανόμενα διλήμματά της.»

Αντίστοιχες παρατηρήσεις γίνονται και στο τελευταίο βιβλίο μου, Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, (Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2024), τόσο στα κεφάλαια που αναφέρονται στις επιμέρους περιόδους, όσο και στο κεφάλαιο 11, που συνοψίζει τις θεσμικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τις αδυναμίες της οικονομικής πολιτικής.

Αναφορικά με τη σχέση ονομαστικών και πραγματικών αυξήσεων των μισθολογικών αποδοχών πριν τη μεταπολίτευση αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο έλεγχος του εργατικού συνδικαλισμού από την κυβέρνηση συνέβαλε στην εργασιακή ειρήνη και τη συγκράτηση των μισθών. Αυτό διασφαλιζόταν από τη νομοθεσία και την κηδεμόνευση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε) με πολιτικά, οικονομικά και διοικητικά μέσα από την εκάστοτε κυβέρνηση. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μεγάλη ελαστικότητα της προσφοράς εργασίας, λόγω και της εσωτερικής μετανάστευσης από την ύπαιθρο προς στα αστικά κέντρα. Οι αμοιβές κινούνταν μεν αυξητικά, αλλά ο ρυθμός της αύξησης των πραγματικών μισθών και των ημερομισθίων υπολειπόταν ελαφρά του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας. Αυτό ήταν η βασική επιδίωξη της πολιτικής των κυβερνήσεων της περιόδου, με στόχο να βελτιώνονται οι πραγματικές αποδοχές των εργαζόμενων, αλλά να βελτιώνεται και η διεθνής ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία των επιχειρήσεων, ώστε να δημιουργούνται επιπλέον κίνητρα για επενδύσεις.» Κεφάλαιο 3, σελ. 105

Αναφορικά με τη σχέση ονομαστικών αυξήσεων των μισθολογικών αποδοχών μετά τη μεταπολίτευση και κυρίως στη δεκαετία του 1980 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Η αλληλουχία αυξήσεων ονομαστικών μισθών και υποτιμήσεων οδήγησε τελικά σε ένα φαύλο κύκλο πληθωρισμού μισθών και τιμών. Ο φαύλος αυτός κύκλος οδήγησε σε μονιμοποίηση του υψηλού πληθωρισμού και υπονόμευσε για πολλά χρόνια τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, τις αναπτυξιακές της προοπτικές, την απασχόληση και τις επενδύσεις. … Στην πενταετία 1975-1979, επί κυβερνήσεων Ν.Δ, ο ρυθμός αύξησης των ονομαστικών αποδοχών υπερέβαινε το ρυθμό πληθωρισμού, αλλά αυτό σε μεγάλο βαθμό αντανακλούσε το θετικό ακόμη ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας. Μετά τη δεύτερη διεθνή πετρελαϊκή κρίση, το 1980 και το 1981, ο πληθωρισμός τιμών υπερέβαινε τις αυξήσεις των ονομαστικών αποδοχών και οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν . Μετά το 1982 και έως το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του 1985, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν, καθώς οι ποσοστιαίες αυξήσεις των ονομαστικών αποδοχών υπερέβαιναν τον πληθωρισμό. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν με το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1986-1987, αλλά αυξήθηκαν και πάλι μετά την εγκατάλειψη του προγράμματος τη διετία 1988-1989.» (Κεφάλαιο 6, σελ. 185-186).

Αναφορικά με την πολιτική αποπληθωρισμού της δεκαετίας του 1990 αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Η μείωση του πληθωρισμού στηρίχθηκε κυρίως στην αλλαγή της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής, η οποία ήταν ο κρίσιμος κρίκος στη διατήρηση του φαύλου κύκλου μισθών και τιμών. Από το 1990 και μετά το ποσοστό υποτίμησης της δραχμής μέσω της πολιτικής της ‘διολίσθησης’ ήταν κατώτερο από τη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδας και των εμπορικών της εταίρων (‘χώρες Ο.Ο.Σ.Α), σε αντίθεση με το ότι συνέβαινε ως τότε. Η πολιτική αυτή χαρακτηρίστηκε ως πολιτική της ‘σκληρής δραχμής’. Η πολιτική αυτή έγινε σταδιακά πιο αξιόπιστη λόγω και της δημοσιονομικής προσαρμογής της περιόδου 1990-1994. … Ενώ πριν το 1990 ακολουθείτο μία πολιτική ταχείας διολίσθησης και περιοδικών εφάπαξ υποτιμήσεων με στόχο να βελτιώνεται η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, με την πολιτική της ‘σκληρής’ δραχμής συνέβαινε το αντίθετο. Στόχος της πολιτικής της σκληρής δραχμής ήταν η μείωση των επιπτώσεων του εισαγόμενου πληθωρισμού, ώστε να περιορίζονται οι εγχώριες μισθολογικές αυξήσεις και να μειώνεται και ο πληθωρισμός τιμών. Ωστόσο, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, όπως μετράται από την πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία, επιδεινωνόταν μέσω αυτής της πολιτικής.» (Κεφάλαιο 7, σελ. 226-227).

Αναφορικά με τις εξελίξεις κατά την πρώτη περίοδο μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Λόγω της αύξησης της συνολικής ζήτησης επιταχύνθηκε ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης και μειώθηκε η ανεργία, ενώ υπήρξαν και αυξήσεις πραγματικών μισθών που υπερέβαιναν την αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό οδηγούσε σε συνέχιση της μείωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, και οδηγούσε δευτερογενώς σε ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. … Μεταξύ 2000 και 2005, η μέση ετήσια αύξηση των πραγματικών αποδοχών ανά εργαζόμενο ξεπέρασε το 4,0%. Στην ίδια περίοδο, η μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο ήταν μόλις 2,6%. Κατά συνέπεια, … , υπήρξε στην περίοδο αυτή μία συσσωρευμένη απώλεια ανταγωνιστικότητας, ή υπερτίμηση της πραγματικής ισοτιμίας, κατά σχεδόν 18,0%, καθώς σε πολλές από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης η αύξηση των πραγματικών αποδοχών ήταν μικρότερη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Μετά το 2005 η μέση ετήσια αύξηση των πραγματικών αποδοχών επιβραδύνθηκε στο 0,5%, και ο ρυθμός μείωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας επιβραδύνθηκε επίσης, καθώς η σταθμισμένη πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία σταθεροποιήθηκε, έως το 2009 και την επιδείνωση της διεθνούς ύφεσης.» Κεφάλαιο 8, σελ. 260).

Αναφορικά με τις εξελίξεις στην περίοδο των μνημονίων αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Το δεύτερο κύριο συστατικό στοιχείο των προγραμμάτων προσαρμογής ήταν η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, μέσω της μείωσης των ονομαστικών και πραγματικών μισθών. Η μέση ετήσια μείωση των ονομαστικών μισθών στην περίοδο 2010-2018 ήταν 1,9%, και αυτή των πραγματικών μισθών ήταν 2,0%. … Όπως και στην περίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής, το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής των ονομαστικών και πραγματικών μισθών συνέβη στην πενταετία 2010-2014, όταν η μέση ετήσια μείωση των ονομαστικών μισθών ήταν 3,7% και των πραγματικών 4,0%. Μετά το 2015 η προσαρμογή των μισθών επιβραδύνθηκε, ενώ το 2017 υπήρξε μια μικρή πραγματική αύξηση των αποδοχών. Σε κάθε περίπτωση, η μείωση των ονομαστικών μισθών οδήγησε σε βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, καθώς η σταθμισμένη πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας (ΣΠΣΙ), υποτιμήθηκε κατά περίπου 18%, παρά το ότι, λόγω της συμμετοχής στη ζώνη του ευρώ δεν υπήρξε προσαρμογή της ονομαστικής ισοτιμίας.» (Κεφάλαιο 9, σελ. 290-291).

Οι ομοιότητες και οι διαφορές μεταξύ αυτών των περιόδων συνοψίζονται στο Κεφάλαιο 11, σελ. 370-376, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής:

«Για μεγάλο μέρος της περιόδου πριν τη μεταπολίτευση, η δραχμή συμμετείχε στο σύστημα σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, με σταθερή ισοτιμία 30 δραχμών ανά δολάριο. Η ένταξη στο σύστημα του Bretton Woods επιτεύχθηκε μετά την υποτίμηση του 1953 και τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1954. Η ισοτιμία δραχμής-δολαρίου διατηρήθηκε σταθερή σε όλη την περίοδο από την υποτίμηση του 1953 έως την κατάρρευση του Bretton Woods το 1973, αλλά και έως τη μεταπολίτευση. Στην περίοδο αυτή, και έως το 1971, ο ελληνικός πληθωρισμός δεν διέφερε κατά μέσο όρο από τον μέσο πληθωρισμό των χωρών του ΟΟΣΑ, ο οποίος ήταν ιδιαίτερα χαμηλός.

 …

Μετά τη μεταπολίτευση η σύνδεση με το δολάριο εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε η πολιτική των σταδιακών υποτιμήσεων της ισοτιμίας του νομίσματος απέναντι σε ένα καλάθι νομισμάτων, το οποίο περιλάμβανε τα νομίσματα των κυριοτέρων εμπορικών εταίρων της Ελλάδας στον Ο.Ο.Σ.Α, ώστε να αντισταθμίζεται η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και των εμπορικών της εταίρων. Η πολιτική αυτή, η οποία είναι γνωστή ως πολιτική της διολίσθησης της ισοτιμίας, σε συνδυασμό με τη νομισματική χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την αλληλουχία υπερβολικών μισθολογικών αυξήσεων, αυξήσεων τιμών, αλλά και περιοδικών εφάπαξ υποτιμήσεων του νομίσματος οδήγησε σε μεγάλη και επίμονη αύξηση του πληθωρισμού, ειδικά κατά τη δεκαετία του 1980. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 υιοθετήθηκε η πολιτική της ‘σκληρής δραχμής’, καθώς οι υποτιμήσεις υπολείπονταν της διαφοράς πληθωρισμού της Ελλάδας με τους εμπορικούς της εταίρους, ενώ από το 2000 η δραχμή αντικαταστάθηκε από το ευρώ.

Ωστόσο, η ένταξη στην ευρωζώνη, με δεδομένες τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, αλλά και τις αδυναμίες της ίδιας της ευρωζώνης, υπήρξε κάθε άλλο παρά πανάκεια. Αντιμετωπίστηκε μεν το πρόβλημα του πληθωρισμού, αλλά επιδεινώθηκαν η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και οι εξωτερικές ανισορροπίες. … Κατά την περίοδο σύγκλισης, 1992-1999, η πραγματική πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία έναντι της ΕΕ-15, με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULC), εκτιμάται ότι ανατιμήθηκε σχεδόν κατά 25%. Ακόμη χειρότερα, με την ένταξη στην ευρωζώνη, η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας συνέχισε να επιδεινώνεται, λόγω του γεγονότος ότι οι μισθολογικές αυξήσεις και ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμειναν πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ μέχρι την οικονομική κρίση του 2010. Έτσι, μέχρι το 2009, η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία είχε ανατιμηθεί κατά 19% επιπλέον. Η συνολική υπερτίμηση της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας το 2009 σε σύγκριση με το 1992 ήταν ίση με 44%. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της υπερτίμησης, περίπου το μισό, διορθώθηκε μετά τα προγράμματα προσαρμογής της δεκαετίας του 2010 και ειδικότερα την πολιτική εσωτερικής υποτίμησης μέσω μειώσεων μισθών. Ωστόσο, η σταθμισμένη πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας συνεχίζει να είναι υπερτιμημένη σε σχέση με το 1992.»