Γιώργος Αλογοσκούφης

Το γράφημα της προηγούμενης εβδομάδας δείχνει την εξέλιξη των παγκόσμιων εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, από το 1950 έως το 2024. Τα στοιχεία είναι ετήσιοι μέσοι όροι, και προέρχονται από την τράπεζα στοιχείων της Παγκόσμιας Τράπεζας. Για την περίοδο 1950-1969 τα στοιχεία είναι εκτιμήσεις από άλλες πηγές.

Τα ερωτήματα αφορούσαν τις παρατηρήσεις σας αναφορικά με την εξέλιξη των παγκόσμιων εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, τους κυριότερους σταθμούς στην εξέλιξη τους και το τι άλλο μπορεί να ειπωθεί με βάση το γράφημα αυτό για τους προσδιοριστικούς παράγοντες των παγκόσμιων εξαγωγών και τη διαδικασία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με το ChatGPT, το γράφημα αποτυπώνει τον μακρύ κύκλο της παγκοσμιοποίησης, από την άνοδο στην ανάσχεση.

«Το γράφημα της εξέλιξης των παγκόσμιων εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ από το 1950 έως το 2024 αποτυπώνει με ενάργεια μια από τις πιο καθοριστικές μεταβολές της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας: τη βαθμιαία, αλλά εντυπωσιακή, εμβάθυνση της διεθνούς οικονομικής ολοκλήρωσης. Σε διάστημα επτά δεκαετιών, το μερίδιο των εξαγωγών στο παγκόσμιο προϊόν αυξήθηκε από περίπου 8% σε σχεδόν 30%, γεγονός που αντανακλά τη μετάβαση από έναν κόσμο σχετικά κλειστών εθνικών οικονομιών σε ένα πλέγμα αλληλεξαρτώμενων αγορών και παραγωγικών δικτύων.

Η εξέλιξη αυτή δεν υπήρξε ευθύγραμμη. Αντιθέτως, διακρίνεται από διακριτές φάσεις, που συνδέονται στενά με τις θεσμικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές μεταβολές της κάθε εποχής.

Η πρώτη μεταπολεμική περίοδος, από το 1950 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, χαρακτηρίζεται από μια σταθερή αλλά συγκρατημένη άνοδο του διεθνούς εμπορίου. Η συγκρότηση του πολυμερούς εμπορικού συστήματος υπό τη συμφωνία GATT, η ανασυγκρότηση της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, καθώς και η σχετική σταθερότητα του συστήματος Bretton Woods δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση των διεθνών ανταλλαγών. Ωστόσο, το εμπόριο παρέμενε ακόμη περιορισμένο σε σχέση με το μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας, αντανακλώντας τόσο τους υφιστάμενους φραγμούς όσο και το υψηλό κόστος μεταφοράς και επικοινωνίας.

Η επόμενη φάση, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980, υπήρξε περίοδος σχετικής επιβράδυνσης και αστάθειας. Οι πετρελαϊκές κρίσεις, η κατάρρευση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και ο συνδυασμός πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης επιβάρυναν το διεθνές εμπόριο. Το μερίδιο των εξαγωγών στο παγκόσμιο ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνεται, αλλά με μικρότερο ρυθμό και έντονες διακυμάνσεις.

Η πραγματική τομή έρχεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Πρόκειται για την περίοδο της λεγόμενης «υπερ-παγκοσμιοποίησης», κατά την οποία το διεθνές εμπόριο αυξάνεται με ρυθμούς σαφώς ταχύτερους από εκείνους του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η απελευθέρωση των αγορών, η ενσωμάτωση των πρώην σοσιαλιστικών οικονομιών και, κυρίως, η άνοδος της Κίνας ως κεντρικού κόμβου της παγκόσμιας παραγωγής, οδήγησαν σε μια εκρηκτική αύξηση των διασυνοριακών ροών. Παράλληλα, η τεχνολογική πρόοδος –ιδίως στη ναυτιλία με την καθιέρωση των εμπορευματοκιβωτίων και στις τηλεπικοινωνίες– μείωσε δραστικά το κόστος συντονισμού και μεταφοράς. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία παγκόσμιων αλυσίδων αξίας, στις οποίες η παραγωγική διαδικασία κατακερματίζεται γεωγραφικά και κάθε χώρα εξειδικεύεται σε συγκεκριμένα στάδια.

Η περίοδος αυτή κορυφώνεται λίγο πριν από το 2008, όταν οι εξαγωγές αγγίζουν περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση σηματοδοτεί όμως μια σαφή καμπή. Το εμπόριο καταρρέει προσωρινά το 2009 και, αν και ανακάμπτει τα επόμενα χρόνια, δεν επανέρχεται στην προηγούμενη δυναμική. Αντίθετα, παρατηρείται μια τάση σταθεροποίησης του λόγου εξαγωγών προς ΑΕΠ γύρω από το 28–31%.

Η τελευταία περίοδος, από το 2020 έως σήμερα, χαρακτηρίζεται από νέες διαταραχές. Η πανδημία της COVID-19 προκάλεσε μια απότομη πτώση του διεθνούς εμπορίου, ακολουθούμενη από εξίσου έντονη ανάκαμψη. Ωστόσο, η επόμενη φάση συνοδεύεται από αυξανόμενη αβεβαιότητα, λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων, της αναδιάρθρωσης των εφοδιαστικών αλυσίδων και της ενίσχυσης τάσεων οικονομικού κατακερματισμού.

Πέρα από τη χρονική περιοδολόγηση, το γράφημα προσφέρει σημαντικές ενδείξεις για τους προσδιοριστικούς παράγοντες των παγκόσμιων εξαγωγών. Πρώτον, επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο της εμπορικής πολιτικής και των διεθνών θεσμών. Η μείωση των δασμών και των άλλων εμποδίων στο εμπόριο αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για την επέκταση των διεθνών συναλλαγών. Δεύτερον, αναδεικνύει τη σημασία της τεχνολογίας, η οποία επέτρεψε την οργάνωση της παραγωγής σε παγκόσμια κλίμακα. Τρίτον, υπογραμμίζει τη στενή σύνδεση μεταξύ εμπορίου και οικονομικής ανάπτυξης, καθώς η άνοδος των αναδυόμενων οικονομιών τροφοδότησε τη ζήτηση για διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες.

Ταυτόχρονα, η έντονη κυκλικότητα του δείκτη υποδηλώνει ότι το διεθνές εμπόριο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις οικονομικές κρίσεις. Οι απότομες πτώσεις του 2009 και του 2020 καταδεικνύουν ότι οι διαταραχές στη ζήτηση και στη χρηματοδότηση μεταδίδονται γρήγορα μέσω των εμπορικών διαύλων, ενισχύοντας τη διεθνή μετάδοση των υφέσεων.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα αφορά τη σημερινή φάση της παγκοσμιοποίησης. Η σταθεροποίηση του λόγου εξαγωγών προς ΑΕΠ μετά το 2008 υποδηλώνει ότι η περίοδος της ταχείας εμπορικής ολοκλήρωσης έχει ολοκληρωθεί. Οι «εύκολες» πηγές αύξησης του εμπορίου –όπως η δραστική μείωση των δασμών και η ένταξη μεγάλων οικονομιών στο παγκόσμιο σύστημα– έχουν πλέον εξαντληθεί. Στη θέση τους αναδύεται ένα πιο σύνθετο περιβάλλον, όπου η οικονομική αποτελεσματικότητα συνυπάρχει με γεωπολιτικές και στρατηγικές επιδιώξεις.

Εν κατακλείδι, το γράφημα αυτό δεν καταγράφει απλώς την πορεία ενός δείκτη. Αφηγείται την ιστορία της μεταπολεμικής παγκόσμιας οικονομίας: από την ανοικοδόμηση και τη σταδιακή απελευθέρωση, στην εκρηκτική φάση της παγκοσμιοποίησης και, τέλος, στη σημερινή περίοδο ωρίμανσης και αναπροσαρμογής. Το διεθνές εμπόριο παραμένει κεντρικός πυλώνας της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά η δυναμική του έχει αλλάξει – και μαζί της αλλάζει και η φύση της παγκοσμιοποίησης.»