Γιώργος Αλογοσκούφης
Η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας για τη διεθνή οικονομία. Για μια μικρή ανοικτή οικονομία όπως η ελληνική, οι επιπτώσεις μεταδίδονται κυρίως μέσω δύο βασικών καναλιών: των τιμών της ενέργειας –ιδίως του πετρελαίου– και των επιτοκίων. Τα δύο αυτά κανάλια είναι στενά διασυνδεδεμένα, καθώς οι ενεργειακές διαταραχές επηρεάζουν τον πληθωρισμό και, μέσω αυτού, τη νομισματική πολιτική και το διεθνές κόστος δανεισμού, αλλά και προκαλούν στροφή προς ασφαλείς τοποθετήσεις, προκαλώντας και άνοδο των περιθωρίων των επιτοκίων για μία περιφερειακή οικονομία όπως η ελληνική.
Οι Τιμές του Πετρελαίου
Η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της παγκόσμιας παραγωγής και εξαγωγής πετρελαίου. Κάθε γεωπολιτική ένταση στην περιοχή δημιουργεί κινδύνους διακοπής της προσφοράς ή αυξάνει το λεγόμενο «ασφάλιστρο κινδύνου» στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Ακόμη και χωρίς πραγματική μείωση της παραγωγής, η αβεβαιότητα οδηγεί σε αύξηση των τιμών μέσω των προσδοκιών και της κερδοσκοπίας στις αγορές ενέργειας.
Η εξέλιξη των ημερήσιων τιμών τουαργού πετρελαίου Brent ($ ανά βαρέλι) παρουσιάζεται στο γράφημα που ακολουθεί. Το αργό πετρέλαιο Brent αποτελεί μία από τις βασικές τιμές αναφοράς (benchmark) για τις αγορές πετρελαίου παγκοσμίως. Αν και το Brent προέρχεται από τη Βόρεια Θάλασσα, η παραγωγή πετρελαίου από την Ευρώπη, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή που κατευθύνεται προς τη Δύση τιμολογείται συνήθως σε σχέση με αυτό.
Μετά από μια περίοδο σχετικής σταθερότητας και μιας ήπιας πτωτικής τάσης προς επίπεδα της τάξης των $60-65 το βαρέλι, η τιμή του αργού πετρελαίου Brent άρχισε να αυξάνεται στις αρχές του 2026, ενώ κατά τις τελευταίες εβδομάδες υπήρξε μία πραγματική έκρηξη. Μόνο κατά τον τελευταίο μήνα η τιμή του Brent αυξήθηκε κατά 38% περίπου στα $108 το βαρέλι. Η απότομη αυτή άνοδος συνδέεται άμεσα με την κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Οι αγορές πετρελαίου αντιδρούν όχι μόνο σε πραγματικές διαταραχές της προσφοράς, αλλά και σε προσδοκίες για μελλοντικούς περιορισμούς.
Οι βασικοί μηχανισμοί της ανόδου των τιμών είναι το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου, οι προσδοκίες για τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών και η κερδοσκοπία, και η περιορισμένη ελαστικότητα της προσφοράς.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή αυξάνει τον κίνδυνο διακοπής της παραγωγής, παρεμπόδισης θαλάσσιων οδών (π.χ. Στενά του Ορμούζ), και κυρώσεων ή εμπλοκής μεγάλων παραγωγών.
Αυτό οδηγεί σε άνοδο των τιμών ακόμη και χωρίς άμεση μείωση της προσφοράς.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές πετρελαίου ενσωματώνουν γρήγορα τις προσδοκίες. Οι επενδυτές αυξάνουν τις θέσεις τους σε πετρέλαιο ως ‘ασφαλές καταφύγιο’ έναντι γεωπολιτικών κινδύνων, ενισχύοντας την άνοδο.
Επιπλέον, βραχυχρόνια, η προσφορά πετρελαίου είναι ανελαστική. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές προσδοκώμενες μειώσεις στην προσφορά οδηγούν σε μεγάλες αυξήσεις τιμών.
Για την Ελλάδα, η οποία είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έχει άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις:
Η πρώτη αφορά στην επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου αυξάνει το κόστος των εισαγωγών ενέργειας, επιβαρύνοντας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει ήδη διαρθρωτικό έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών, μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών του πετρελαίου μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος.
Η δεύτερη σχετίζεται με την ενίσχυση του πληθωρισμού. Η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή κόστους σε ολόκληρη την οικονομία. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου μετακυλίεται άμεσα στις τιμές των καυσίμων, έμμεσα στο κόστος μεταφορών, και τελικά στους μισθούς, στο κόστος παραγωγής και στις τιμές καταναλωτή.
Η εμπειρία της περιόδου 2021–2023 έδειξε ότι οι ενεργειακές αυξήσεις μπορούν να προκαλέσουν έντονο και επίμονο πληθωρισμό. Για την Ελλάδα, όπου το διαθέσιμο εισόδημα είναι ήδη πιεσμένο, η άνοδος των τιμών ενέργειας μειώνει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η τρίτη σχετίζεται με τις επιπτώσεις στη συνολική ζήτηση, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Η μείωση του πραγματικού εισοδήματος περιορίζει την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα του ελληνικού ΑΕΠ. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος παραγωγής, γεγονός που συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και περιορίζει τις επενδύσεις.
Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχουν οι επιπτώσεις στον τουρισμό και τις μεταφορές
Ο τουρισμός, που αποτελεί κρίσιμο τομέα για την ελληνική οικονομία, επηρεάζεται από το αυξημένο κόστος μεταφορών, καθώς τα αεροπορικά εισιτήρια γίνονται ακριβότερα, το κόστος λειτουργίας των τουριστικών επιχειρήσεων αυξάνεται και η διεθνής ζήτηση μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά, ιδιαίτερα σε περιόδους χαμηλότερου εισοδήματος στις χώρες προέλευσης.
Παρά ταύτα, η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή μπορεί να λειτουργήσει και ως παράγοντας ανακατεύθυνσης τουριστικών ροών προς ασφαλέστερους προορισμούς όπως η Ελλάδα, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις.
Τα Επιτόκια
Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου ενισχύει τον πληθωρισμό σε διεθνές επίπεδο. Αυτό οδηγεί τις κεντρικές τράπεζες, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, να διατηρούν ή να αυξάνουν τα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, η γεωπολιτική αβεβαιότητα στρέφει τους επενδυτές προς ασφαλείς τοποθετήσεις, οδηγώντας σε αύξηση του ασφαλίστρου των επιτοκίων για περιφερειακές οικονομίες όπως η ελληνική.
Η προσδοκώμενη μελλοντική αύξηση του πληθωρισμού και των βραχυχρόνιων επιτοκίων οδηγεί σε άμεση αύξηση των μακροχρόνιων επιτοκίων.
Το γράφημα που ακολουθεί απεικονίζει την εξέλιξη της απόδοσης του 10ετούς γερμανικού ομολόγου (Bund) κατά το τελευταίο δωδεκάμηνo. To επιτόκιο παρουσιάζει μια συνολική ανοδική τάση, με ενδιάμεσες διακυμάνσεις και μια έντονη επιτάχυνση κατά τις τελευταίες τέσσερεις εβδομάδες.

Η πιο χαρακτηριστική εξέλιξη είναι η έντονη και σχετικά απότομη άνοδος των αποδόσεων από περίπου 2,7% στις αρχές του 2026 σε επίπεδα άνω του 3,0%–3,1% τον Μάρτιο 2026. Η άνοδος αυτή είναι ταχεία, συνοδεύεται από αυξημένη μεταβλητότητα και οδηγεί τις αποδόσεις στα υψηλότερα επίπεδα της περιόδου.
Η πορεία αυτή αντικατοπτρίζει κυρίως τις προσδοκώμενες εξελίξεις στη νομισματική πολιτική και τον πληθωρισμό. Τα γερμανικά ομόλογα αποτελούν το ‘ασφαλές καταφύγιο’ της ευρωζώνης και λειτουργούν ως σημείο αναφοράς (benchmark), καθώς καθορίζουν το γενικό επίπεδο των επιτοκίων, επηρεάζουν το κόστος δανεισμού όλων των χωρών της ευρωζώνης, και αποτελούν βάση για τον υπολογισμό των περιθωρίων (spreads).
Η άνοδος των αποδόσεων των Bunds σημαίνει ότι αυξάνεται το συνολικό επίπεδο επιτοκίων στην ευρωζώνη, ακόμη και αν τα περιθώρια (spreads) των αποδόσεων σε άλλες χώρες παραμένουν σταθερά.
Για μία περιφερειακή οικονομία όπως η Ελλάδα, τα περιθώρια αποδόσεων αναμένεται να αυξηθούν όταν αυξάνεται η γεωπολιτική αβεβαιότητα. Αυτό πράγματι έχει ήδη συμβεί.
Το γράφημα που ακολουθεί απεικονίζει την εξέλιξη της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο και παρουσιάζει μια σαφή μετάβαση από την περίοδο σχετικής σταθερότητας στη φάση έντονης ανόδου των αποδόσεων, ιδιαίτερα τις τελευταίες εβδομάδες.
Η πιο σημαντική εξέλιξη είναι η απότομη και έντονη άνοδος των αποδόσεων από περίπου 3,3% σε επίπεδα κοντά ή και άνω του 4% μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Χαρακτηριστικά της φάσης αυτής είναι η ταχεία αύξηση (πάνω από 70–80 μονάδες βάσης), η έντονη μεταβλητότητα και η κορύφωση κοντά στο 4,0%–4,1%. Η μεγαλύτερη αύξηση σε σχέση με τις αποδόσεις των ομολόγων του γερμανικού δημοσίου αντανακλά την αύξηση του περιθωρίου κινδύνου κατά περίπου 0,2% (20 μονάδες βάσης).
Οι πρόσφατες εξελίξεις στα επιτόκια αναδεικνύουν μια κρίσιμη μεταστροφή στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες: από ένα περιβάλλον σχετικής σταθερότητας σε ένα περιβάλλον αυξημένων αποδόσεων και αβεβαιότητας.
Η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων του ελληνικού 10ετούς ομολόγου αντανακλούν τόσο διεθνείς παράγοντες –ιδίως την άνοδο των τιμών της ενέργειας και τη διατήρηση υψηλών επιτοκίων– αλλά και την αυξημένη ευαισθησία των αγορών σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ελλάδα.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποτελέσει περιοριστικό παράγοντα για την ελληνική οικονομία, ιδίως αν συνδυαστεί με επιβράδυνση της ανάπτυξης και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Για την Ελλάδα, η άνοδος των επιτοκίων έχει πολλαπλές επιπτώσεις καθώς αυξάνει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, επιβαρύνει τα επιτόκια των στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων και περιορίζει την πιστωτική επέκταση και τις επενδύσεις.
Αν και το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει σταθερά επιτόκια και μακρά διάρκεια, η άνοδος των επιτοκίων επηρεάζει το κόστος νέου δανεισμού και τη βιωσιμότητα μεσοπρόθεσμα.
Επιπλέον, η αύξηση των επιτοκίων μειώνει την καθαρή παρούσα αξία των επενδυτικών σχεδίων και καθιστά λιγότερο ελκυστικές τις ιδιωτικές επενδύσεις. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια οικονομία που προσπαθεί να ενισχύσει το επενδυτικό της δυναμικό μετά από μια δεκαετία κρίσης.
Τα υψηλότερα επιτόκια περιορίζουν επίσης τη ζήτηση για ακίνητα μέσω της αύξησης του κόστους χρηματοδότησης. Αυτό μπορεί να επιβραδύνει την ανοδική πορεία των τιμών των ακινήτων και να επηρεάσει αρνητικά έναν τομέα που τα τελευταία χρόνια έχει συμβάλει σημαντικά στην οικονομική δραστηριότητα.
Η αύξηση των επιτοκίων, σε συνδυασμό με πιθανή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, δημιουργεί επιπλέον πιέσεις στα δημόσια οικονομικά καθώς αυξάνονται οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, μειώνονται τα φορολογικά έσοδα λόγω χαμηλότερης ανάπτυξης και αυξάνονται οι κοινωνικές δαπάνες.
Επιπτώσεις στην Ελληνική Οικονομία
Τα δύο βασικά κανάλια –τιμές πετρελαίου και επιτόκια– δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Αντίθετα, ενισχύουν το ένα το άλλο μέσω του πληθωρισμού και της ενίσχυσης της αβεβαιότητας, με αποτέλεσμα ένα συνδυασμό που μπορεί να οδηγήσει σε στασιμοπληθωρισμό.
Η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε τέτοιου είδους σοκ για μια σειρά λόγων όπως η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, το μεγάλο βάρος της κατανάλωσης στο ΑΕΠ, η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και το υψηλό δημόσιο χρέος.
Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένοι παράγοντες ανθεκτικότητας όπως η βελτίωση της δημοσιονομικής θέσης τα τελευταία χρόνια, η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών (π.χ. LNG, ανανεώσιμες πηγές) και η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ, που παρέχει νομισματική σταθερότητα.
Για τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων, απαιτείται συνδυασμός πολιτικών, όπως επιτάχυνση της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και διαφοροποίηση των προμηθευτών ενέργειας.
Αναφορικά με τη δημοσιονομική πολιτική, απαιτούνται στοχευμένα προσωρινά μέτρα στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών αλλά αποφυγή γενικευμένων επιδοτήσεων που συνεπάγονται μονιμότερες επιβαρύνσεις για τα δημόσια οικονομικά.
Τέλος γίνονται ακόμη πιο επιτακτικές οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, βελτίωση της λειτουργίας των αγορών και προώθηση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Συμπερασματικά, η κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια σημαντική εξωτερική απειλή για την ελληνική οικονομία. Οι επιπτώσεις μέσω της αύξησης των τιμών του πετρελαίου και των επιτοκίων είναι πολλαπλές και αλληλένδετες, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, το ισοζύγιο πληρωμών και τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Η ελληνική οικονομία, αν και πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί συνετή μακροοικονομική πολιτική και επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως στον τομέα της ενέργειας. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να περιοριστεί η έκθεση της χώρας σε διεθνείς διαταραχές και να ενισχυθεί η μακροχρόνια αναπτυξιακή της προοπτική.
______________________________________
Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία νέα κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Η νέα αυτή κατηγορία αναρτήσεων αντικαθιστά το Γράφημα της Εβδομάδας, το οποίο έκανε τον κύκλο του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα και επώνυμα σύντομα σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.


