Γιώργος Αλογοσκούφης

Η παραγωγικότητα αποτελεί έναν από τους βασικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της μακροχρόνιας οικονομικής ανάπτυξης και της σύγκλισης των οικονομιών. Ως μέτρο της αποδοτικότητας με την οποία χρησιμοποιούνται οι συντελεστές παραγωγής, και κυρίως η εργασία, η παραγωγικότητα καθορίζει το επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος και την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εξέλιξη της παραγωγικότητας σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, καθώς εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τη μακροχρόνια υστέρηση της οικονομίας όσο και τις προοπτικές σύγκλισης στο μέλλον.

1. Έννοια και μέτρηση της παραγωγικότητας

Η παραγωγικότητα της εργασίας μετράται συνήθως ως το προϊόν ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας (GDP per worker ή GDP per hour worked). Πρόκειται για έναν σύνθετο δείκτη που αντανακλά όχι μόνο την αποδοτικότητα της εργασίας, αλλά και το επίπεδο κεφαλαιακού εξοπλισμού, την τεχνολογία, την οργάνωση της παραγωγής και το θεσμικό περιβάλλον. 

Η στενή συσχέτιση μεταξύ της παραγωγικότητας της εργασίας και του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 φαίνεται καθαρά στο γράφημα που ακολουθεί.

Πραγματικό ΑΕΠ ανά Εργαζόμενο και Πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν

Μία ευρύτερη έννοια είναι η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών (Total Factor Productivity, TFP) η οποία αποτυπώνει την αποδοτικότητα με την οποία συνδυάζονται εργασία και κεφάλαιο, ανεξάρτητα από το ύψος των εισροών. Η εξέλιξη της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών στην Ελλάδα μετά το 1960, όπως υπολογίζεται από τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρουσιάζεται στο γράφημα που ακολουθεί.

Συνολική Παραγωγικότητα Συντελεστών και Πραγματικό ΑΕΠ κατά Κεφαλήν.

Η εξέλιξη της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών συσχετίζεται και αυτή στενά τόσο με την εξέλιξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ όσο και με αυτή της παραγωγικότητας της εργασίας. Παρά την αύξηση τους μετά το 2014, τόσο η παραγωγικότητα της εργασίας όσο και η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών στην Ελλάδα εξακολουθούν και βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από τα χρόνια πριν την κρίση του 2010. 

2. Μακροχρόνια εξέλιξη: από τη σύγκλιση στην απόκλιση

Η σύγκριση μεταξύ χωρών, και ιδίως εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την αξιολόγηση της σχετικής εξέλιξης της παραγωγικότητας και των δυνατοτήτων σύγκλισης.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο και ιδίως έως τη δεκαετία του 1980, η Ελλάδα παρουσίασε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας, συγκλίνοντας σταδιακά προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η διαδικασία αυτή αντιστράφηκε στη δεκαετία του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, και επανήλθε κατά την περίοδο 1995–2008, όταν η ένταξη στην ΟΝΕ, η χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση και η εισροή κεφαλαίων ενίσχυσαν τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα.

Ωστόσο, η σύγκλιση αυτή αποδείχθηκε εύθραυστη. Μετά το 2008, και ιδίως κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους (2010–2016), η παραγωγικότητα στην Ελλάδα υποχώρησε σημαντικά, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η βαθιά ύφεση, η μείωση των επενδύσεων και η αποδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού οδήγησαν σε αντιστροφή της προηγούμενης τάσης. Η σχετική ανάκαμψη που παρουσιάζεται μετά το 2020 δεν αρκεί για να καλυφθεί το μεγάλο κενό που δημιουργηθήκε κατά την περίοδο της κρίσης.

Στο γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζεται η εξέλιξη του ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε σχέση με την ΕΕ των 15 χωρών, πριν τη διεύρυνση του 2004, μετά το 1960. Το ΑΕΠ μετράται σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης (PPS). Από 64% περίπου του μέσου όρου της ΕΕ-15 το 1960, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ξεπέρασε το 100% του μέσου όρου της ΕΕ-15 το 1978. Μετά τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση και την ένταξη στην ΕΟΚ ξεκίνησε μία αντίστροφη πορεία, η οποία εντάθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, με αποτέλεσμα το 1995 η παραγωγικότητα της εργασίας να έχει μειωθεί στο 77% του μέσου όρου της ΕΕ-15. Έκτοτε, και εν όψει της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, ξεκινά μια διαδικασία πραγματικής σύγκλισης, η οποία συνεχίστηκε και μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα το 2009, το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα να έχει ανέλθει στο 88% του μέσου όρου της ΕΕ των 15. Ακολούθησε η κατάρρευση που συνόδευσε την κρίση μετά το 2010 και μόνο μετά το 2020 άρχισε μία νέα πορεία αναιμικής πραγματικής σύγκλισης. Αντίστοιχη είναι η εξέλιξη σε σχέση και με τις χώρες της ευρωζώνης. 

ΑΕΠ ανά Εργαζόμενο και ΑΕΠ κατά Κεφαλήν σε Σύγκριση με τις Χώρες της ΕΕ των 15

3. Η σημερινή εικόνα: σημαντική υστέρηση

Σήμερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικό χάσμα παραγωγικότητας σε σχέση με την ΕΕ-15 και την Ευρωζώνη. Σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα (σε όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης) θα διαμορφωθεί το 2026 περίπου στο 66% του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ των 15 και στο 67% του μέσου όρου των χωρών της ευρωζώνης. Το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας θα είναι ακόμη χαμηλότερο (50,6% του μέσου όρου της ΕΕ-15 και 52% του μέσου όρου της ευρωζώνης). 

Αυτό το χάσμα είναι από τα μεγαλύτερα μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης και αντανακλά τις βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

4. Η αντίφαση των ωρών εργασίας

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας είναι ότι οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερες ώρες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παράγουν λιγότερο ανά ώρα.

Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εργάζονται περίπου 40 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι περίπου 36 ωρών στην ΕΕ.  Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι η ένταση της εργασίας, αλλά η αποδοτικότητα της παραγωγικής διαδικασίας.

5. Διαρθρωτικοί λόγοι της υστέρησης

Η μεγάλη υστέρηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα δεν είναι συγκυριακή, αλλά βαθιά διαρθρωτική. Οι βασικοί παράγοντες περιλαμβάνουν:

(α) Την Παραγωγική Διάρθρωση της Ελληνικής Οικονομίας
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από υψηλή συμμετοχή των υπηρεσιών χαμηλής παραγωγικότητας και περιορισμένη βιομηχανική βάση. Η μεταποίηση αντιπροσωπεύει μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. 

(β) Το Μικρό Μέγεθος των Επιχειρήσεων
Η κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας και τη δυνατότητα επενδύσεων σε τεχνολογία και καινοτομία.

(γ) Το Χαμηλό Επίπεδο των Επενδύσεων
Η επενδυτική δαπάνη στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επηρεάζοντας αρνητικά την κεφαλαιακή ένταση της παραγωγής.

(δ) Μεγάλες Θεσμικές Αδυναμίες
Γραφειοκρατία, αργή απονομή δικαιοσύνης και περιορισμένος ανταγωνισμός σε ορισμένους κλάδους μειώνουν την αποδοτικότητα.

(ε) Προβλήματα Αντιστοίχισης Δεξιοτήτων
Παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ δεξιοτήτων και αναγκών της αγοράς εργασίας.

6. Σύγκριση με την ευρωζώνη

Η ευρωζώνη στο σύνολό της αντιμετωπίζει επίσης πρόβλημα χαμηλής παραγωγικότητας σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ. Ωστόσο, το χάσμα Ελλάδας–ευρωζώνης είναι πολύ μεγαλύτερο από το χάσμα ευρωζώνης–ΗΠΑ.

Ενώ η ευρωζώνη παρουσιάζει χαμηλή αλλά θετική αύξηση της παραγωγικότητας, η Ελλάδα έχει χαμηλότερο επίπεδο, παρουσιάζει ασθενέστερη δυναμική και δυσκολεύεται να συγκλίνει

Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, η απόσταση είναι πιθανό να παραμείνει μεγάλη.

7. Προοπτικές και πολιτικές σύγκλισης

Παρά τη σημερινή υστέρηση, υπάρχουν προοπτικές βελτίωσης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα, ιδίως μέσω:

(α) Αύξησης επενδύσεων
Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης μπορεί να ενισχύσει τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας.

(β) Ψηφιακού μετασχηματισμού
Η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών μπορεί να αυξήσει την αποδοτικότητα, ιδίως στις υπηρεσίες.

(γ) Εκπαίδευσης και κατάρτισης
Η βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού είναι κρίσιμη για την αύξηση της παραγωγικότητας.

(δ) Ενίσχυσης του ανταγωνισμού
Μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών μπορούν να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα.

(ε) Αναδιάρθρωσης παραγωγικού υποδείγματος
Η στροφή προς εξωστρεφείς και τεχνολογικά προηγμένους κλάδους είναι καθοριστική.

Σχετική εδώ είναι και η παρέμβασή μου στο πρόσφατο Delphi Economic Forum, αναφορικά με την ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα για την ελληνική οικονομία.

8. Συμπεράσματα

Η εξέλιξη της παραγωγικότητας στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης χαρακτηρίζεται από μια μακροχρόνια τάση υστέρησης, η οποία επιδεινώθηκε μετά την κρίση χρέους. Παρά τη μερική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, το χάσμα παραμένει μεγάλο και επίμονο.

Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς χαμηλότερη· είναι περίπου η μισή της ευρωζώνης, γεγονός που αντανακλά βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες. Ταυτόχρονα, η χαμηλή δυναμική της παραγωγικότητας περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης των εισοδημάτων και της σύγκλισης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ένα συνεκτικό σύνολο πολιτικών που θα ενισχύσουν τις επενδύσεις, την καινοτομία και την αποτελεσματικότητα των θεσμών. Μόνο μέσα από μια τέτοια στρατηγική μπορεί η Ελλάδα να επιτύχει ουσιαστική σύγκλιση με την ευρωζώνη και να εξασφαλίσει βιώσιμη μακροχρόνια ανάπτυξη.

Ένα Νέο Παραγωγικό Υπόδειγμα για την Ελληνική Οικονομία: Παρέμβαση Γιώργου Αλογοσκούφη στο Delphi Economic Forum

______________________________________

Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία νέα κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Η νέα αυτή κατηγορία αναρτήσεων αντικαθιστά το Γράφημα της Εβδομάδας, το οποίο έκανε τον κύκλο του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα και επώνυμα σύντομα σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.

© Γιώργος Αλογοσκούφης