Γιώργος Αλογοσκούφης
Παρέμβαση στο Delphi Economic Forum, 24 Απριλίου 2026
___________________________________________________
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε μια μεταβατική φάση. Μετά από μια μακρά περίοδο κρίσης και προσαρμογής, έχουν επιτευχθεί σημαντικές βελτιώσεις στη δημοσιονομική σταθερότητα και την ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ωστόσο, πίσω από τη μακροοικονομική σταθεροποίηση και την επάνοδο σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, παραμένει ένα βαθύτερο ζήτημα: η φύση και τα χαρακτηριστικά του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας. Χωρίς ουσιαστική αναδιάρθρωση αυτού του υποδείγματος, οι προοπτικές διατηρήσιμης ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη θα παραμείνουν περιορισμένες.
Η συζήτηση για το ελληνικό παραγωγικό υπόδειγμα δεν είναι νέα. Ωστόσο, αποκτά εκ νέου επικαιρότητα σε ένα περιβάλλον διεθνών ανακατατάξεων, τεχνολογικών μετασχηματισμών και γεωπολιτικών εντάσεων. Η Ελλάδα καλείται να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί να μετασχηματίσει τη δομή της οικονομίας της ώστε να καταστεί πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφής και λιγότερο ευάλωτη σε κρίσεις;
Οι Επίμονες Διαρθρωτικές Αδυναμίες
Η πρώτη και ίσως πιο υποτιμημένη αδυναμία σχετίζεται με το δημογραφικό. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ταχύτερα γηράσκουσες κοινωνίες της Ευρώπης. Η υπογεννητικότητα, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση νέων και μορφωμένων εργαζομένων κατά την προηγούμενη δεκαετία, έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση του ενεργού πληθυσμού. Οι επιπτώσεις είναι πολυδιάστατες: περιορίζεται το δυνητικό προϊόν της οικονομίας, επιβαρύνονται τα ασφαλιστικά ταμεία και μειώνεται η δυναμική της καινοτομίας. Μια οικονομία με λιγότερους νέους ανθρώπους τείνει να είναι λιγότερο ευέλικτη και λιγότερο προσανατολισμένη στο μέλλον.
Δεύτερη κρίσιμη αδυναμία είναι η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας. Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά και ποιοτικό. Η ελληνική επιχειρηματική δομή χαρακτηρίζεται από μικρό μέσο μέγεθος επιχειρήσεων, περιορισμένες οικονομίες κλίμακας και χαμηλή ενσωμάτωση τεχνολογίας. Επιπλέον, οι δεσμοί μεταξύ εκπαίδευσης, έρευνας και παραγωγής παραμένουν αδύναμοι, με αποτέλεσμα η γνώση να μην μεταφράζεται εύκολα σε παραγωγική αξία.
Τρίτη διαρθρωτική υστέρηση αφορά το χαμηλό επίπεδο εθνικών αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Η ελληνική οικονομία κατά τις τελευταίες δεκαετίες βασίστηκε περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην αποταμίευση. Αυτό οδήγησε σε εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση, η οποία αποδείχθηκε ιδιαίτερα ευάλωτη σε περιόδους κρίσης. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν χαμηλές, ιδιαίτερα σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής έντασης. Επιπλέον, λόγω των εξαιρετικά χαμηλών ιδιωτικών αποταμιεύσεων, η αύξηση των επενδύσεων συνοδεύεται από διεύρυνση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Τέλος, η διάρθρωση της παραγωγής παρουσιάζει μια υπερβολική συγκέντρωση σε μη διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους. Κατασκευές, λιανικό εμπόριο και υπηρεσίες που απευθύνονται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση κυριαρχούν στην οικονομική δραστηριότητα. Αν και ο τουρισμός αποτελεί έναν εξαιρετικά δυναμικό εξαγωγικό τομέα, δεν επαρκεί από μόνος του για να αντισταθμίσει την περιορισμένη εξαγωγική βάση της χώρας. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες των διεθνών αγορών.
Ανάγκη για μια νέα στρατηγική
Η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτείται μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική μετασχηματισμού του παραγωγικού υποδείγματος. Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής πρέπει να βρίσκονται τρεις βασικοί άξονες: η αύξηση των αποταμιεύσεων και επενδύσεων, η αναδιάρθρωση προς διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους και η ενίσχυση της τεχνολογικής προόδου και της καινοτομίας.
Πρώτος άξονας είναι η ενίσχυση της αποταμίευσης και των επενδύσεων. Χωρίς επαρκή κεφαλαιακό σχηματισμό, δεν μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη. Η δημιουργία ενός σταθερού και προβλέψιμου φορολογικού πλαισίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης. Παράλληλα, η βελτίωση της λειτουργίας της δικαιοσύνης και η μείωση της γραφειοκρατίας μπορούν να μειώσουν το κόστος και την αβεβαιότητα των επενδύσεων. Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, ιδίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, προσφέρει μια ευκαιρία επιτάχυνσης των επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα κατευθυνθούν σε παραγωγικούς τομείς.
Δεύτερος άξονας είναι η μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας προς κλάδους διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Η ενίσχυση της μεταποίησης, η ανάπτυξη του αγροδιατροφικού τομέα με έμφαση στην ποιότητα και την εξωστρέφεια, καθώς και η αξιοποίηση της ενεργειακής μετάβασης μπορούν να δημιουργήσουν νέες πηγές ανάπτυξης. Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε τομείς όπως η ναυτιλία, τα logistics και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν πιο συστηματικά.
Τρίτος και καθοριστικός άξονας είναι η επένδυση στη γνώση και την τεχνολογία. Σε μια εποχή όπου η παραγωγικότητα καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από την καινοτομία, η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται σε παραδοσιακά υποδείγματα ανάπτυξης. Η αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη, η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων και η στήριξη των νεοφυών επιχειρήσεων αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την αύξηση της παραγωγικότητας. Σε μία οικονομία στην οποία ο πληθυσμός μειώνεται, οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν την ατμομηχανή της ανάπτυξης μέσω επενδύσεων σε κλάδους εντάσεως κεφαλαίου και όχι εντάσεως εργασίας.
Το Στοίχημα της Μετάβασης
Η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτεί χρόνο, συνέπεια και πολιτική βούληση. Συνεπάγεται επίσης ανακατανομή πόρων και προσαρμογές που ενδέχεται να συναντήσουν αντιδράσεις. Ωστόσο, η εναλλακτική—η διατήρηση του υφιστάμενου υποδείγματος—ενέχει τον κίνδυνο στασιμότητας και περιθωριοποίησης σε ένα διεθνές περιβάλλον που εξελίσσεται ταχύτατα.
Η Ελλάδα έχει σήμερα μια ιστορική ευκαιρία. Η βελτίωση των θεσμών, η ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και η πρόσβαση σε σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναν ουσιαστικό μετασχηματισμό. Το ζητούμενο είναι αν οι ευκαιρίες αυτές θα αξιοποιηθούν με τρόπο που να αλλάξει μόνιμα τη δομή της οικονομίας.
Σε τελική ανάλυση, το ελληνικό παραγωγικό υπόδειγμα δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα οικονομικής πολιτικής. Είναι ένα ευρύτερο κοινωνικό και αναπτυξιακό στοίχημα που αφορά το μέλλον της χώρας. Η επιλογή μεταξύ στασιμότητας και δυναμικής προσαρμογής θα καθορίσει τη θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία τις επόμενες δεκαετίες.
Είναι συνεπώς απαραίτητο, τόσο τα πολιτικά κόμματα, όσο και οι κοινωνικοί εταίροι και η ακαδημαϊκή κοινότητα να συνεργαστούν και να ομονοήσουν αναφορικά με τις κύριες κατευθύνσεις ενός νέου παραγωγικού υποδείγματος για τη χώρα, καθώς και των μεταρρυθμίσεων που είναι αναγκαίες προκειμένου να αρχίσει να υλοποιείται το ταχύτερο δυνατό.
