“αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν δημιουργηθούν έγκαιρα, αργά ή γρήγορα η ελληνική οικονομία και κοινωνία θα “ξυπνήσουν” απότομα από τους κραδασμούς μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης που δυστυχώς δεν αποκλείεται να αποδειχθεί και κοινωνική και πολιτική και εθνική.”

Το κεντρικό μήνυμα που αναδύεται είναι ότι η οικονομική πολιτική είναι υπεύθυνη για μεγάλο μέρος της κρίσης στην οποία έχει περιπέσει η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαπενταετία. Οι οικονομικοί και πολιτικοί μας θεσμοί δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επεκράτησαν μετά την μεταπολίτευση.

Οι πολιτικοί μας θεσμοί, δεν παρέχουν κίνητρα συνέπειας και μακρόπνοης στρατηγικής στους πολιτικούς. Η οργάνωση, η λειτουργία και η μέθοδος χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων εξακολουθεί να είναι πρωτόγονη και αδιαφανής, ο ρόλος της Βουλής είναι περιθωριακός σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, το σύστημα εκλογής των βουλευτών χαρακτηρίζεται από την οικογενειοκρατία και την ρουσφετολογία. Την ίδια περίοδο, οι αλλαγές στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας είναι ιδιαίτερα και αδικαιολόγητα συχνές, καθώς ελάχιστοι υπουργοί έχουν θητεία μεγαλύτερη των δύο ετών.

Η κατάσταση αυτή κάθε άλλο παρά ευνοεί την υιοθέτηση υπεύθυνης στάσης στα θέματα της οικονομίας, ή ακόμη και την προσέλκυση και αξιοποίηση των ικανοτέρων στην πολιτική. Σαν αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους πολιτικούς μας δεν έχουν τις δυνατότητες και τα κίνητρα να ηγηθούν πραγματικά και να προχωρήσουν στις τομές εκείνες που είναι απαραίτητες προκειμένου να βγει επιτέλους η ελληνική οικονομία από την κρίση που την μαστίζει. Την ίδια στιγμή, λόγω και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, η δημόσια διοίκηση νοσεί βαθύτατα. Το μεγαλύτερο κίνητρο προσέλκυσης στον δημόσιο τομέα εξακολουθεί να είναι η μονιμότητα. Ελάχιστα κίνητρα υπάρχουν για αποδοτική εργασία, ανάληψη πρωτοβουλιών και την επιδίωξη μίας αξιοπρεπούς επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Η στελέχωση της δημόσιας διοίκησης γίνεται με μικροπολιτικά και “κοινωνικά” κριτήρια, που κάθε άλλο παρά ευνοούν την πρόσληψη των ικανοτέρων και καταλληλότερων. Το δημόσιο λογιστικό και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες εμποδίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, την ίδια στιγμή που ο ρόλος του κράτους έχει διευρυνθεί σημαντικά. Σαν αποτέλεσμα, η κύρια οικονομική διαδικασία στον δημόσιο τομέα είναι η θωράκιση των παντώς είδους “κεκτημένων” των διαφόρων υποομάδων που τον αποτελούν, εις βάρος βέβαια των υπολοίπων υποομάδων, των φορολογουμένων και των “πελατών” των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών.

Όπως θα περίμενε κανείς, στην κατάσταση αυτή έχει προσαρμοσθεί παθητικά και μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα, που είναι υποχρεωμένο να συνυπάρχει με το δημόσιο. Μία άλλη μερίδα του ιδιωτικού τομέα, ιδιαίτερα αυτή που ασχολείται με τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, έχει όχι απλώς προσαρμοσθεί, αλλά, όπως είναι φυσικό, ωφελείται κιόλας από την κατάσταση αυτή.

Σήμερα οι προοπτικές της οικονομίας εμφανίζονται ιδιαίτερα δυσοίωνες. Οι προσαρμογές που απαιτούνται προκειμένου να ξεπερασθεί η κρίση είναι βαθιές. Ωστόσο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα και το σύστημα της δημόσιας διοίκησης παραμένουν εσωστρεφή, και ανήμπορα να τις υιοθετήσουν. Μπροστά σε αυτή τους την αδυναμία πιάνονται από οτιδήποτε τους επιτρέπει να αναβάλλουν την ώρα της αλήθειας.

Συμπερασματικά, η αποτυχία της εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, ακόμη και αν η παρέμβαση αυτή ήταν καταρχήν δικαιολογημένη από αδυναμίες των μηχανισμών της αγοράς, είναι τα τελευταία χρόνια πρόδηλη. Η “θεραπεία”, αν για κάτι τέτοιο επρόκειτο, αποδείχθηκε χειρότερη από την “ασθένεια”. Οι οικονομικοί μας θεσμοί πρέπει να αναμορφωθούν προς την κατεύθυνση της αποκρατικοποίησης και της ελεύθερης επιλογής, ώστε να συμβαδίζουν με τις πολιτικές ελευθερίες που απολαμβάνουμε μετά την μεταπολίτευση. Το κράτος πρέπει να επικεντρωθεί στο να επιτελεί αποτελεσματικά τις πρωταρχικές του λειτουργίες. Σε ότι αφορά στις υπόλοιπες λειτουργίες του, πρέπει να φύγει η έμφαση από τις επιδοτήσεις, τους άμεσους ελέγχους και την απευθείας παραγωγή. Χρειαζόμαστε ένα κράτος που να επιβλέπει την εφαρμογή ρυθμίσεων που αποβλέπουν στην αντιμετώπιση των αδυναμιών της ελεύθερης αγοράς, και ένα κράτος που θα παρέχει ένα δίκτυ ασφάλειας για τα φτωχότερα νοικοκυριά, χωρίς να αδρανοποιεί τα οικονομικά κίνητρα που κινούν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Οι λύσεις που θα επιλεγούν μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές. Δεν υπάρχει ούτε ένας τρόπος να κάνεις αποκρατικοποίηση, ούτε μία μόνο μέθοδος οργάνωσης της παραγωγής και διασποράς της ιδιοκτησίας, ούτε ένα μόνο πλέγμα κρατικών ρυθμίσεων. Το κριτήριο της αποτελεσματικότητας θα πρέπει ωστόσο να βαρύνει έντονα, διότι μόνο με αποτελεσματική οργάνωση της παραγωγής μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη. Το ίδιο έντονα θα πρέπει να βαρύνει η πολιτική βιωσιμότητα οποιασδήποτε “λύσης” επιλεγεί. Δεν αρκεί να επιλεγεί η πιο αποτελεσματική λύση αν πρόκειται να ανατραπεί με την πρώτη αλλαγή κυβέρνησης. Εδώ ίσως μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο και η διαδικασία του κοινωνικού διαλόγου, αλλά και οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες οδηγούν την διάρθρωση της οικονομίας μας προς την ορθή κατεύθυνση.

Είναι ωστόσο βέβαιο ότι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα συναντήσουν τεράστιες αντιδράσεις. Η πολιτική και γραφειοκρατική αδράνεια και τα οργανωμένα συμφέροντα έχουν μεγάλη δύναμη αντίστασης. Αυτό αποδεικνύεται και από την αντιμετώπιση και την τύχη που είχε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της προηγούμενης κυβέρνησης. Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι εάν θα ξεκινήσουν έγκαιρα και εάν θα διασφαλισθούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Τον κρισιμότερο ρόλο σε τέτοιες διαδικασίες τον παίζουν οι διάφορες “ηγεσίες”. Η πνευματική “ηγεσία” πρέπει να καταδείξει την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης των θεσμών και των δομών της οικονομίας μας, και να κάνει συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να αντιληφθούν την αναγκαιότητα αυτή, και να προβάλλουν και να στηρίξουν τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Οι πολιτικές “ηγεσίες” πρέπει να υιοθετήσουν εφαρμόσιμα πολιτικά προγράμματα μεταρρύθμισης και να βρουν την δύναμη να τα υλοποιήσουν. Οι εργοδοτικές οργανώσεις και τα εργατικά συνδικάτα, αλλά και οι φορείς των μέσων μαζικής ενημέρωσης, θα πρέπει να μπορέσουν να ξεπεράσουν ορισμένα στενά συντεχνιακά και κομματικά τους συμφέροντα.

Οι προϋποθέσεις αυτές ακούγονται εξαιρετικά απίθανες. Ωστόσο, η ικανοποίησή τους ίσως διευκολυνθεί από την πίεση που δημιουργεί για τους οικονομικούς μας θεσμούς η διαδικασία εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μακροοικονομική σύγκλιση που απαιτείται σύμφωνα με την συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η προϊούσα συνειδητοποίηση των αδιεξόδων στα οποία οδηγείται η οικονομία μας. Πάντως, αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν δημιουργηθούν έγκαιρα, αργά ή γρήγορα η ελληνική οικονομία και κοινωνία θα “ξυπνήσουν” απότομα από τους κραδασμούς μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης που δυστυχώς δεν αποκλείεται να αποδειχθεί και κοινωνική και πολιτική και εθνική.

(από τα συμπεράσματα του βιβλίου του Γιώργου Αλογοσκούφη, Η Κρίση της Οικονομικής Πολιτικής, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1994)

Πλήρες Κείμενο των Συμπερασμάτων του Βιβλίου

 

Advertisements