Γιώργος Αλογοσκούφης
Παρατηρήσεις κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Σωτήρη Ριζά, Ο Ξενοφών Ζολώτας και η Οικονομική Ανάπτυξη της Ελλάδας, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδας, 2026, στην εκδήλωση της Τράπεζας της Ελλάδος την 18η Μαΐου 2026.
_________________________________________________________________
Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στην ακαδημαϊκή και την δημόσια πορεία μια εμβληματικής προσωπικότητας του ελληνικού δημόσιου και οικονομικού βίου, του πρώην Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδας και πρώην υπουργού και πρωθυπουργού Ξενοφώντος Ζολώτα και στη συμβολή του στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία αξιόλογη και πρωτότυπη προσπάθεια ανάλυσης της συμβολής του Ζολώτα στην εξέλιξη τόσο της ακαδημαϊκής οικονομικής σκέψης όσο και της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα από την περίοδο του μεσοπολέμου έως την απόσυρση του από την ενεργό δράση στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε 9 κεφάλαια, συν ένα πρόλογο και ένα κεφάλαιο συμπερασμάτων. Η διάρθρωση του είναι κατά βάση χρονολογική-ιστορική. Σε αυτό το πλαίσιο, σε όλα τα κεφάλαια, επισκοπείται το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο κάθε περιόδου, κυρίως το πολιτικό, οι απόψεις και η δραστηριότητα του Ζολώτα, και η επιρροή του στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής, σε κάθε επί μέρους ιστορική περίοδο.
Η ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων είναι ολοκληρωμένη και σε γενικά αποδεκτή κατεύθυνση. Οι απόψεις του Ζολώτα αναφορικά με τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση, 1945-1952 και το υπόδειγμα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας της περιόδου 1953-1973, στις οποίες επικεντρώνεται ο συγγραφέας στα κεφάλαια ΙV, V και VI είναί αυτές που έχουν ασφαλώς το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και είναι πολύ καλά τεκμηριωμένες. Το ίδιο συμβαίνει και με το υπόλοιπα κεφάλαια που αναφέρονται στον σημαντικό ρόλο του Ζολώτα στην σταθεροποίηση της οικονομίας μετά τη μεταπολίτευση και στη σύντομη θητεία του ως Πρωθυπουργού.
Θα μιλήσω για τα ζητήματα που πραγματεύτεται ο συγγραφέας με βάση και τις δικές μου προσωπικές απόψεις, όπως τις έχω εκφράσει σε πρόσφατες εργασίες μου, με τελευταία το βιβλίο Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα (Gutenberg, Αθήνα, 2024), στο οποίο άλλωστε αναφέρεται και ο συγγραφέας.
Η προσέγγιση μου δίνει εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη σημασία στο ρόλο των θεσμών και των διεθνών εξελίξεων και τάσεων και λιγότερο στο πρόσωπο του Ξενοφώντος Ζολώτα, στο οποίο επικεντρώνεται ο συγγραφέας, χωρίς σε καμμία περίπτωση να υποτιμώ τη συμβολή του. Θεωρώ ότι ο Ξενοφών Ζολώτας, ως ώριμος και ανοικτός σε νέες ιδέες οικονομολόγος, μετέφερε στην Ελλάδα, και συνέβαλε να παγιωθούν για πολλά χρόνια, ιδέες, πολιτικές και θεσμοί αναφορικά με τη νομισματική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη οι οποίες κυριάρχησαν διεθνώς, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επιτυχία αυτών των ιδεών, πολιτικών και θεσμών είναι αυτή που τον καθιέρωσε ως την πιο εμβληματική ίσως προσωπικότητα της μεταπολεμικής οικονομικής πολιτικής στη χώρα, και αυτό είναι κάτι που αναδεικνύει το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.
Η Μεταπολεμική Ανασυγκρότηση και η Ταχεία Ανάπτυξη
Η ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας μετά την απελευθέρωση και η ταχεία ανάπτυξη της στην περίοδο 1953-1973 συμβαδίζει με ανάλογες εξελίξεις σε όλη τη Δυτική Ευρώπη κατά την ίδια περίοδο. Αντίστοιχα, η επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και η εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού είναι επίσης κάτι που παρουσιάζεται σε όλη την Δυτική Ευρώπη, αλλά και την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ. Αυτό που έχει ενδιαφέρον να εξηγηθεί είναι γιατί η Ελλάδα αναπτύχθηκε ταχύτερα από το μέσο όρο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης στην περίοδο 1953-1973 (ξεκινούσε από χαμηλότερη βάση ή επρόκειτο για κάτι άλλο;) και γιατί επηρεάστηκε αρνητικά περισσότερο από το μέσο όρο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης στις δεκαετίες του 1970 και του 1980.
Η ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω του σχεδίου Μarshall, και η κατοπινή της ανάπτυξη, έχουν αναλυθεί από τους Milward (1984), Crafts and Toniolo (1996) και Eichengreen (2007). Η πολιτική που ακολουθήθηκε στη Δυτική Ευρώπη είναι σε γενικές γραμμές ανάλογη με αυτή που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα. Αξιοποίηση του σχεδίου Marshall, συμμετοχή στο σύστημα του Bretton Woods μετά από υποτιμήσεις, έμφαση στη νομισματική σταθεροποίηση και τη δημοσιονομική ισορροπία, ενίσχυση των επενδύσεων και των αποταμιεύσεων, σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα.
Δεν ανακαλύψαμε το τροχό στην Ελλάδα, εφαρμόσαμε πολιτικές ανάλογες με αυτές που εφαρμόστηκαν μεταπολεμικά και στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία. Ο ρόλος του Ζολώτα στην υιοθέτηση και διατήρηση αυτών των πολιτικών και από την Ελλάδα υπήρξε βεβαίως κομβικός, εξίσου σημαντικός με το ρόλο των θεσμών που εισήχθησαν από το εξωτερικό ως αποτέλεσμα τόσο του Σχεδίου Marshall και του συστήματος του Bretton Woods (Νομισματική Επιτροπή, Πενταετή Προγράμματα Οικονομικής Ανάπτυξης, σύστημα σταθερών ισοτιμιών, απελευθέρωση διεθνούς εμπορίου, GATT και σταδιακή απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου).
Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού υποδείγματος ανάπτυξης, στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά και ο Ζολώτας, ήταν ότι για πρώτη φορά στην οικονομική ιστορία της νεότερης Ελλάδας οι επενδύσεις χρηματοδοτήθηκαν κατά κύριο λόγο από εγχώριες αποταμιεύσεις και όχι από εξωτερικό δανεισμό. Αυτό αναφέρεται και τεκμηριώνεται στο βιβλίο μου για τους ιστορικούς κύκλους της της ελληνικής οικονομίας (Ιστορικοί Κύκλοι της Ελληνικής Οικονομίας, Gutenberg, Αθήνα, 2021), αλλά και στo πρόσφατo βιβλίo μου για την περίοδο Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση το οποίο έχει την καλοσύνη να αναφέρει ο συγγραφέας. Η αύξηση των επενδύσεων, παράλληλα με τις αποταμιεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση τους, ήταν συνειδητή κυβερνητική πολιτική μετά τη λήξη του Σχεδίου Marshall, και αποτέλεσμα και της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής την οποία επεδίωξε εφήρμοσε ο Ζολώτας ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας και μέλος της Νομισματικής Επιτροπής πριν την δικτατορία.
Η χρηματοδότηση των επενδύσεων από τις εγχώριες αποταμιεύσεις ήταν και ο λόγος που η περίοδος αυτή των υψηλών επενδύσεων και της μεγάλης ανάπτυξης δεν οδήγησε την Ελληνική Οικονομία σε κρίση εξωτερικού χρέους, όπως είχε συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά και αργότερα. Η διατήρηση του ισοζυγίου πληρωμών σε ισορροπία, παρά το σχετικά μεγάλο εμπορικό έλλειμμα, ήταν αποτέλεσμα της χρηματοδότησης των επενδύσεων από εγχώριες αποταμιεύσεις, καθώς το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών είναι εξ ορισμού η διαφορά των εθνικών αποταμιεύσεων από τις εγχώριες επενδύσεις.
Δυστυχώς, κατά την περίοδο της δικτατορίας, η νομισματική και δημοσιονομική σύνεση την οποία ο Ζολώτας είχε το κύρος να επιβάλλει, εγκαταλείφθηκε μετά την αποχώρηση του από την Τράπεζα της Ελλάδος, με αποτέλεσμα τη σταδιακή αποσταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα αναφορικά με το εξωτερικό ισοζύγιο και τη σταθερότητα των τιμών.
Στο κεφάλαιο V ο συγγραφέας επιχειρεί την αξιολόγηση του μετεμφυλιακού υποδείγματος οικονομικής ανάπτυξης, χρησιμοποιώντας τις απόψεις κυρίως του ίδιου του Ζολώτα, ο οποίος κάθε άλλο παρά ανυποψίαστος ήταν αναφορικά με τις αδυναμίες του υποδείγματος αυτού.
Στο βιβλίο μου Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση, σελ. 155-157, αναφέρομαι διεξοδικά στις αδυναμίες του μετεμφυλιακού υποδείγματος ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και το γεγονός ότι είχε φθάσει στα όρια του ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η βασική αδυναμία ήταν ότι το υπόδειγμα που υιοθετήθηκε βασίστηκε κυρίως στις υψηλές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, οι οποίες όμως σταδιακά άρχισαν να έχουν φθίνουσες αποδόσεις, και στην υποκατάσταση των εισαγωγών, στη βάση της δασμολογικής προστασίας. Οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατευθύνθηκαν σε κλάδους της βιομηχανίας που παρήγαγαν υποκατάστατα των εισαγομένων καταναλωτικών αγαθών (διαρκών και μή), αλλά δεν συνέβαλαν στο να δημιουργηθούν στην Ελλάδα μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις ή διεθνώς ανταγωγιστικοί κλάδοι που θα μπορούσαν να ανταγωνισθούν επί ίσοις όροις στο εξωτερικό. Αυτό είναι κάτι το οποίο στη δεκαετία του 1970, και ιδίως μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, συνέβαλε στην αποβιομηχάνιση και τη μεγάλη επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
Οι οικογενειακού χαρακτήρα και σχετικά μικρές ελληνικές επιχειρήσεις, με μεγάλη εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό, αποδείχθηκαν ευάλωτες στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και στη μείωση της δασμολογικής προστασίας εν όψει της ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
Επιπλέον, δεν αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης συναινετικοί κοινωνικοί θεσμοί για τον προσδιορισμό των μισθών και των εισοδημάτων, λόγω των πολιτικών περιορισμών της μετεμφυλιακής δημοκρατίας και ακόμη περισσότερο της δικτατορίας.
Η Επιβράδυνση της Ανάπτυξης, οι Μακροοικονομικές Ανισορροπίες και η Πορεία προς την Κρίση
Αναφορικά με τη μεγάλη επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας μετά τη μεταπολίτευση και την διατήρηση του υψηλού πληθωρισμού, πολυ πέραν του τι συνέβη και στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, θεωρώ, και έχω επίσης αναλύσει διεξοδικά, πως το πολιτικό κλίμα που επικράτησε μετά τη μεταπολίτευση συνέβαλε καθοριστικά στην αλλαγή του καθεστώτος οικονομικής πολιτικής, με έμφαση στην αναδιανομή του εισοδήματος αντί για την ανάπτυξη και την εγκατάλειψη της πολιτικής της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιοπιστίας, τη μείωση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων και την αύξηση των εξωτερικών ελλειμμάτων και του πληθωρισμού. Μαζί με τη μείωση της προστασίας της ελληνικής βιομηχανίας εν όψει της ένταξης στην ΕΟΚ μετά τη μεταπολίτευση, η αλλαγή των προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής συνέβαλε και αυτή καθοριστικά στην αποβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας μετά το 1974.
Θα ήθελα να αναφερθώ πιο αναλυτικά στην πολιτική της διολίσθηση της ισοτιμίας της δραχμής, την οποία εισήγαγε αρχικά ο Ζολώτας μετά τη μεταπολίτευση, και την οποία οδήγησαν στα άκρα οι κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ στη δεκαετία του 1980.
Η εισαγωγή της διολίσθησης από τον Ζολώτα το 1975 ήταν δικαιολογημένη, με δεδομένο ότι είχε ήδη υπάρξει η μετάβαση στο σύστημα των κυμαινόμενων ισοτιμιών και η συναλλαγματική πολιτική της Ελλάδας έπρεπε να γίνει πιο ευέλικτη. Ωστόσο, η προσφυγή στις συνεχείς διολισθήσεις και υποτιμήσεις στη δεκαετία του 1980, αντί να επιχειρηθεί η ένταξη της δραχμής στο Μηχανισμό των Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος που είχε δημιουργηθεί ήδη από το 1979, ήταν αδικαιολόγητη και σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τη διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλό επίπεδο για μία ακόμη δεκαπενταετία.
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μετά την αποχώρηση του Ζολώτα από την Τράπεζα της Ελλάδος, μια προσπάθεια ένταξης της δραχμής στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του ΕΝΣ, θα είχε εξαιρετικά θετικές επιπτώσεις για τον πληθωρισμό και τη δημοσιονομική και νομισματική πειθαρχία. Αντί για αυτό, επελέγη η ενίσχυση της διολίσθησης και επανειλλημένες υποτιμήσεις, σε ένα καθεστώς δημοσιονομικής και νομισματικής χαλάρωση. Επιπλέον, θα είχαν αποτραπεί οι αρνητικές επιπτώσεις της αντιπληθωριστικής πολιτικής της σκληρής δραχμής στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας κατά τη δεκαετία του 1990, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι σε θέση να υιοθετήσει το ευρώ με πιο ανταγωνιστική συναλλαγματική ισοτιμία.
Οι Δύο Όψεις του Ιρανού
Αναφορικά με το κεντρικό ερώτημα, το γιατί δηλαδή στην πρώτη μετεμφυλιακή εικοσιπενταετία οι οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας ήταν καλύτερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και μετά το 1974 σαφώς χειρότερες, η δική μου απάντηση έχει ως εξής:
Στην πρώτη μετεμφυλιακή εικοσιπενταετία, με τη μεγάλη συμβολή και του Ζολώτα, η Ελλάδα ήταν ο καλός μαθητής στην ‘τάξη’ των χωρών του δυτικού κόσμου που επεδίωκαν την οικονομική ανάπτυξη σε συνθήκες νομισματικής σταθερότητας. Η Ελλάδα υιοθέτησε το σύνολο σχεδόν των καλών διεθνών προτύπων. Ακολούθησε σε γενικές γραμμές τους κανόνες οικονομικής πολιτικής που επικρατούσαν και διεθνώς, με έμφαση στη νομισματική και δημοσιονομική σταθερότητα και την ενίσχυση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων.
Κατόπιν, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Ελλάδα άρχισε να αυτοσχεδιάζει, υιοθετόντας πολιτικές μακροοικονομικού λαϊκισμού, με αποτέλεσμα να υπονομεύσει τις αναπτυξιακές της προοπτικές και να συσσωρεύσει τεράστιες μακροοικονομικές ανισορροπίες. Για μεγάλα διαστήματα η μακροοικονομική πολιτική της διέφερε από την πολιτική που ακολουθήθηκε στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, υπό το βάρος ατελέσφορων πειραματισμών και της κοινωνικής πίεσης για αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Όταν η Ελλάδα επιχείρησε να επανέλθει στις καλές διεθνείς πρακτικές στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κατά την πρωθυπουργία Ζολώτα και αργότερα Μητσοτάκη, Παπανδρέου και Σημίτη, το πολιτικό κόστος δυστυχώς εμπόδισε τις κυβερνήσεις να προωθήσουν τις επώδυνες μεταρρυθμίσεις που ήταν απαραίτητες προκειμένου η Ελλάδα να ενταχθεί χωρίς δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες στη ζώνη του ευρώ, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει η χώρα να αντλήσει τα μεγάλα οφέλη που θα μπορούσε να της αποφέρει η ένταξη, και τελικά να οδηγηθεί στην κρίση του 2010.
Τι θα Έλεγε ο Ξενοφών Ζολώτας για την Τρέχουσα Κατάσταση και τις Προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας
Ένα κρίσιμο υποθετικό ερώτημα, με το οποίο θα ήθελα να κλείσω αυτή την παρουσίαση, είναι το τι θα έλεγε ο Ξενοφών Ζολώτας σήμερα αναφορικά με την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Με βάση αυτά που αναφέρει και ο συγγραφέας, πιστεύω ότι θα τόνιζε τις μεγάλες αδυναμίες του αναπτυξιακού και παραγωγικού υποδείγματος που ακολουθεί η Ελλάδα κατά την τελευταία πεντηκονταετία.
Χωρίς να αμφισβητήσει την πρόοδο που έχει επέλθει μετά την κρίση και τη νομισματική σταθερότητα που μας εξασφαλίζει η συμμετοχή μας στην ευρωζώνη, πιστεύω ότι θα τόνιζε τους κινδύνους από το δημογραφικό, τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, το χαμηλό επίπεδο αλλά και το ανισοζύγιο επενδύσεων και αποταμιεύσεων και τη υπερβολική συγκέντρωση της παραγωγής σε μη διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους.
Θα τόνιζε ότι η υπέρβαση αυτών των αδυναμιών δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις και ότι απαιτείται μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική μετασχηματισμού του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας. Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής νομίζω ότι θα έβαζε τρεις βασικούς άξονες: των αύξηση των αποταμιεύσεων και επενδύσεων και το κλείσιμο της μεταξύ τους ψαλίδας, την παραγωγική αναδιάρθρωση προς κλάδους παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, και την ενίσχυση της τεχνολογικής προόδου και της καινοτομίας.
Τέλος θα τόνιζε ότι η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ότι απαιτεί χρόνο, συνέπεια και πολιτική βούληση. Ότι συνεπάγεται επίσης ανακατανομή πόρων και προσαρμογές που ενδέχεται να συναντήσουν αντιδράσεις αλλά και ότι η εναλλακτική—η διατήρηση του υφιστάμενου υποδείγματος—ενέχει τον κίνδυνο στασιμότητας και περιθωριοποίησης σε ένα διεθνές περιβάλλον που εξελίσσεται ταχύτατα.
Σε κάθε περίπτωση, θα ήθελα να συγχαρώ τον συγγραφέα Σωτήρη Ριζά για το εξαιρετικό του πόνημα, το οποίο αποτέλεσε πηγή και έμπνευση για αυτούς τους προβληματισμούς, να σας ενθαρρύνω να το διαβάσετε και να ευχηθώ καλοτάξιδο.
Σύνδεσμος στο βιβλίο για τον Ξενοφώντα Ζολώτα στον Ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος
Σύνδεσμος στο βιβλίο του Γιώργου Αλογοσκούφη Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση
