Γιώργος Αλογοσκούφης

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της ευρωζώνης, παρά τη σημαντική επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας και την αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα. Μετά την ισχυρή ανάκαμψη της περιόδου 2021-2022 και την ανάπτυξη κατά 2,1% στην περίοδο 2023-2025, η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η πρόκληση δεν είναι πλέον η έξοδος από την κρίση, αλλά η διατήρηση και η ενίσχυση των ρυθμών μεγέθυνσης σε ένα δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον. 

Η τρέχουσα εικόνα της οικονομίας

Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ευρωζώνης, κυρίως λόγω της ανόδου των επενδύσεων, της ισχυρής τουριστικής δραστηριότητας, της βελτίωσης της αγοράς εργασίας και της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Παρά τις δυσμενείς διεθνείς συνθήκες, η ελληνική οικονομία εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. 

Η αγορά εργασίας παρουσιάζει συνεχή βελτίωση. Η ανεργία έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί από την περίοδο πριν από την κρίση χρέους, ενώ η απασχόληση αυξάνεται σταθερά. Η ενίσχυση της απασχόλησης στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και την ιδιωτική κατανάλωση, αν και οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούν να επηρεάζονται αρνητικά από τον πληθωρισμό. 

Σημαντική παραμένει και η δημοσιονομική βελτίωση της χώρας. Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ ακολουθεί καθοδική πορεία χάρη στην ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τη σχετικά συνετή δημοσιονομική διαχείριση. Η πορεία αυτή έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές και έχει συμβάλει στη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης. 

Οι επενδύσεις ως βασικός μοχλός ανάπτυξης

Η σημαντικότερη θετική εξέλιξη των τελευταίων ετών είναι η ανάκαμψη των επενδύσεων. Μετά από μια δεκαπενταετία εξαιρετικά χαμηλών επενδυτικών δαπανών, η Ελλάδα καταγράφει σημαντική αύξηση των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων.

Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτούν έργα υποδομών, ψηφιακού μετασχηματισμού, πράσινης μετάβασης και ιδιωτικών επενδυτικών σχεδίων. Παράλληλα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις παραμένουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, των logistics, του τουρισμού και των ακινήτων. 

Ωστόσο, το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν έχει ακόμη καλυφθεί πλήρως. Το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο από την περίοδο πριν την κρίση του 2010 και τον μέσο όρο της ευρωζώνης, γεγονός που περιορίζει την παραγωγικότητα και τις μακροχρόνιες αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας.

Ο πληθωρισμός και οι εξωτερικοί κίνδυνοι

Η σημαντικότερη αρνητική εξέλιξη του τελευταίου έτους είναι η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και της ανόδου των τιμών της ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί γύρω στο 3,7% το 2026 πριν αποκλιμακωθεί εκ νέου το 2027. 

Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και επιβαρύνει το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Επιπλέον, η άνοδος των ενεργειακών τιμών αυξάνει το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, καθώς η Ελλάδα παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας.

Παράλληλα, η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας επηρεάζει αρνητικά τις ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Η ευρωζώνη αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμούς κάτω του 1% το 2026, γεγονός που περιορίζει τη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες. 

Οι προβλέψεις για την περίοδο 2026-2027

Οι διεθνείς οργανισμοί συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη, αλλά με χαμηλότερους ρυθμούς από αυτούς των τελευταίων ετών.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη περίπου 1,8% το 2026 και 1,7% το 2027. Παρόμοιες είναι και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προβλέπει ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027. 

Η επιβράδυνση αυτή αντανακλά τρεις κυρίως παράγοντες:

  1. Την εξασθένηση της εξωτερικής ζήτησης λόγω της επιβράδυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας.
  2. Τις αυξημένες ενεργειακές τιμές και τον υψηλότερο πληθωρισμό.
  3. Τη σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα μειώσει τη συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων στην ανάπτυξη από το 2027. 

Παρά την επιβράδυνση, η Ελλάδα αναμένεται να εξακολουθήσει να επιτυγχάνει καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, χάρη στις επενδύσεις, τον τουρισμό και τη συνεχιζόμενη βελτίωση της αγοράς εργασίας. 

Οι μεσοπρόθεσμες προκλήσεις

Πέρα από τη διετία 2026-2027, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει τρεις βασικές διαρθρωτικές προκλήσεις.

Πρώτον, το δημογραφικό πρόβλημα. Η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση του εργατικού δυναμικού περιορίζουν το δυνητικό προϊόν και ασκούν πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα. 

Δεύτερον, η χαμηλή παραγωγικότητα. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ευρωζώνης. Η αύξησή της απαιτεί υψηλότερες επενδύσεις σε τεχνολογία, καινοτομία, εκπαίδευση και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Τρίτον, το χρόνιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο από ό,τι αποταμιεύει, με αποτέλεσμα να εξαρτάται από εξωτερική χρηματοδότηση. Πρόκειται για ένα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό που συνοδεύει την ελληνική οικονομία επί πολλές δεκαετίες και παραμένει ίσως η σημαντικότερη μακροοικονομική πρόκληση της χώρας. Η αύξηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων ώστε οι επενδύσεις να χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από εγχώριους πόρους εξακολουθεί να είναι το μεγάλο ζητούμενο.

Συμπέρασμα

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στη διετία 2026-2027 από σχετικά ισχυρή θέση, παρότι δεν έχει ακόμη καλύψει το έδαφος που χάθηκε κατά την περίοδο της κρίσης. Η ανάπτυξη παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ανεργία υποχωρεί, τα δημόσια οικονομικά έχουν βελτιωθεί σημαντικά και οι επενδύσεις ανακάμπτουν.

Ωστόσο, το διεθνές περιβάλλον γίνεται δυσμενέστερο λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, υψηλότερων ενεργειακών τιμών και ασθενέστερης ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Οι προβλέψεις συγκλίνουν σε μια ήπια επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας προς ρυθμούς της τάξεως του 1,5%-2% ετησίως κατά την επόμενη διετία. Μεσοχρόνια, η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από την επιτάχυνση των επενδύσεων, τη βελτίωση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση των εξαγωγών και τη σταδιακή αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία. 

______________________________________

Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα και επώνυμα σύντομα σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.

© Γιώργος Αλογοσκούφης