Γιώργος Αλογοσκούφης

____________________________________________

Το 2026 δεν σηματοδοτεί μόνο την ολοκλήρωση του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Σηματοδοτεί το τέλος μιας εξαιρετικά ευνοϊκής περιόδου, κατά την οποία η Ελλάδα είχε στη διάθεσή της πρωτοφανείς ευρωπαϊκούς πόρους για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν θα απορροφηθούν εγκαίρως τα κονδύλια του «Ελλάδα 2.0», αλλά τι θα συμβεί στην οικονομία όταν αυτή η μεγάλη, προσωρινή πηγή χρηματοδότησης παύσει να υπάρχει.

Το αναθεωρημένο ελληνικό σχέδιο περιλαμβάνει 76 μεταρρυθμίσεις και 103 επενδύσεις, συνολικού ύψους σχεδόν 36 δισ. ευρώ: 18,2 δισ. επιχορηγήσεις και 17,7 δισ. δάνεια. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 16% του σημερινού ΑΕΠ και είναι ιδιαίτερα υψηλό σε σύγκριση με εκείνο που αναλογεί στις περισσότερες άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περισσότερο από το 38% των πόρων κατευθύνεται στην πράσινη μετάβαση, ενώ σημαντικές παρεμβάσεις αφορούν την ψηφιοποίηση, τις υποδομές, την ενέργεια, την υγεία, την κατάρτιση και τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, έως την άνοιξη του 2026 οι συνολικές εκταμιεύσεις είχαν φθάσει τα 24,6 δισ. ευρώ, δηλαδή περισσότερο από το 68% του προϋπολογισμού.

Ένα αναπτυξιακό κενό μετά το 2026

Η πρώτη συνέπεια του τερματισμού του σχεδίου θα είναι η εξασθένηση της επενδυτικής ζήτησης. Τα τελευταία χρόνια οι δημόσιες επενδύσεις, οι επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις και τα χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου στήριξαν την κατασκευαστική δραστηριότητα, τον τεχνολογικό εξοπλισμό, τις ενεργειακές αναβαθμίσεις και τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η επίδραση αυτή μεταφέρθηκε στο ΑΕΠ τόσο άμεσα όσο και μέσω των πολλαπλασιαστών.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος δεν συνεπάγεται βεβαίως ότι όλες αυτές οι δαπάνες θα μηδενιστούν την 1η Ιανουαρίου 2027. Πολλά έργα θα συνεχίσουν να εκτελούνται, ενώ οι παραγωγικές δυνατότητες που δημιουργήθηκαν θα εξακολουθήσουν να αποδίδουν. Εντούτοις, η ροή νέων επιχορηγήσεων και προνομιακών δανείων θα περιοριστεί απότομα. Εάν δεν υπάρξει έγκαιρη αντικατάστασή της, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων και, κατά συνέπεια, του ΑΕΠ θα υποχωρήσει.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό επειδή η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει χαμηλό ποσοστό επενδύσεων σε σχέση με την ευρωζώνη. Παρά τη σημαντική ανάκαμψη από τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα της δεκαετίας της κρίσης, το παραγωγικό κεφάλαιο που χάθηκε δεν έχει ακόμη πλήρως αναπληρωθεί. Η λήξη του Ταμείου μπορεί επομένως να ανακόψει την επενδυτική ανάκαμψη προτού αυτή αποκτήσει αυτοδύναμη δυναμική.

Δεύτερη συνέπεια θα είναι η πίεση στα δημόσια οικονομικά. Οι επιχορηγήσεις του Ταμείου επέτρεψαν τη χρηματοδότηση μεγάλου αριθμού έργων χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση του εθνικού προϋπολογισμού. Μετά το 2026, η συνέχιση παρόμοιων παρεμβάσεων θα πρέπει είτε να καλυφθεί από εθνικούς πόρους είτε να περιοριστεί. Όμως οι δυνατότητες του προϋπολογισμού δεν είναι απεριόριστες. Η Ελλάδα έχει υψηλό δημόσιο χρέος, υπάγεται στους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες και συγχρόνως αντιμετωπίζει αυξημένες ανάγκες για άμυνα, υγεία, συντάξεις, κλιματική προστασία και αποκατάσταση φυσικών καταστροφών.

Τρίτη συνέπεια αφορά τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Το δανειακό σκέλος του Ταμείου λειτούργησε ως μηχανισμός κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων, συνδυάζοντας ευρωπαϊκά δάνεια, τραπεζική χρηματοδότηση και ίδια συμμετοχή των επενδυτών. Η ολοκλήρωσή του θα αυξήσει το μέσο κόστος χρηματοδότησης, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν μικρότερη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές και λιγότερες εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Υπάρχει, τέλος, και ένας λιγότερο ορατός κίνδυνος: η απώλεια της μεταρρυθμιστικής πειθαρχίας. Οι εκταμιεύσεις του Ταμείου συνδέθηκαν με συγκεκριμένα ορόσημα και στόχους. Η αιρεσιμότητα αυτή δημιούργησε πίεση για αλλαγές οι οποίες, υπό κανονικές πολιτικές συνθήκες, θα καθυστερούσαν. Μετά το τέλος του προγράμματος, υπάρχει ο κίνδυνος να επανέλθουν οι αναβολές, ο διοικητικός κατακερματισμός και η προτεραιότητα σε αποσπασματικές παροχές αντί για συνεκτικές μεταρρυθμίσεις.

Τι μπορεί να το αντικαταστήσει

Καμία μεμονωμένη χρηματοδοτική πηγή δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως το Ταμείο Ανάκαμψης. Απαιτείται ένας συνδυασμός ευρωπαϊκών, εθνικών και ιδιωτικών πόρων, οργανωμένος γύρω από ένα νέο αναπτυξιακό σχέδιο.

Πρώτος πυλώνας πρέπει να είναι η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του ΕΣΠΑ 2021–2027 και των προγραμμάτων της νέας ευρωπαϊκής δημοσιονομικής περιόδου μετά το 2027. Οι πόροι της πολιτικής συνοχής είναι μικρότεροι και περισσότερο κατακερματισμένοι από εκείνους του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά παραμένουν σημαντικοί. Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει στο νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο ισχυρή χρηματοδότηση για τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, την ενεργειακή μετάβαση, τη διαχείριση του νερού, την πολιτική προστασία και τις διασυνδέσεις.

Δεύτερος πυλώνας είναι ένα μόνιμα ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει για το 2026 ένα ιδιαίτερα υψηλό πρόγραμμα ύψους 16,7 δισ. ευρώ και ένα Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026–2030 ύψους 16,6 δισ. ευρώ. Οι αριθμοί, όμως, δεν αρκούν. Χρειάζεται σταθερή πολυετής χρηματοδότηση, ώριμα έργα, αξιολόγηση κόστους και οφέλους και αυστηρή επιλογή προτεραιοτήτων. Οι δημόσιες επενδύσεις πρέπει να προστατεύονται από τις συνήθεις περικοπές όταν ο προϋπολογισμός βρίσκεται υπό πίεση.

Τρίτος πυλώνας είναι η δημιουργία ενός διαδόχου του δανειακού σκέλους του Ταμείου. Θα μπορούσε να συγκροτηθεί ένα Ελληνικό Ταμείο Επενδύσεων σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και τις εμπορικές τράπεζες. Με εγγυήσεις, συγχρηματοδότηση και ανακυκλούμενα κεφάλαια, θα παρείχε μακροπρόθεσμα δάνεια για επενδύσεις στην καινοτομία, τις εξαγωγές, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ψηφιοποίηση και τη μεγέθυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Τέταρτος πυλώνας πρέπει να είναι η κινητοποίηση θεσμικών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζει διαρκώς την ανάπτυξή της σε επιχορηγήσεις. Χρειάζεται βαθύτερη κεφαλαιαγορά, περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια, συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και αξιοποίηση των αποταμιεύσεων των ασφαλιστικών ταμείων υπό αυστηρούς κανόνες διαχείρισης κινδύνου. Προϋπόθεση είναι ένα σταθερό φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, ταχύτερη δικαιοσύνη, αξιόπιστη χωροταξία και λιγότερη γραφειοκρατία.

Από τους ευρωπαϊκούς πόρους στην αυτοδύναμη ανάπτυξη

Το σημαντικότερο υποκατάστατο του Ταμείου Ανάκαμψης δεν είναι ένα νέο ταμείο, αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας και της ιδιωτικής αποταμίευσης. Εάν οι σημερινές επενδύσεις βελτιώσουν ουσιαστικά το ανθρώπινο κεφάλαιο, τις υποδομές, τη λειτουργία του κράτους και την ανταγωνιστικότητα, η οικονομία θα μπορέσει να προσελκύει επενδύσεις χωρίς να εξαρτάται από έκτακτες επιχορηγήσεις.

Αυτό απαιτεί επίσης συνέχιση των μεταρρυθμίσεων μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής αιρεσιμότητας. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα εθνικό σύστημα μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων, με μετρήσιμους στόχους, ανεξάρτητη αξιολόγηση και ετήσιο απολογισμό στη Βουλή. Οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν για την παρακολούθηση του «Ελλάδα 2.0» δεν πρέπει να διαλυθούν, αλλά να εξελιχθούν σε μόνιμο μηχανισμό σχεδιασμού και αξιολόγησης της αναπτυξιακής πολιτικής.

Η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης θα αποτελέσει, επομένως, μια κρίσιμη δοκιμασία. Εάν αντιμετωπιστεί παθητικά, μπορεί να προκαλέσει επενδυτικό κενό, επιβράδυνση της ανάπτυξης και επιστροφή σε παλαιές δημοσιονομικές και διοικητικές πρακτικές. Εάν, αντίθετα, προετοιμαστεί εγκαίρως, μπορεί να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από την ανάπτυξη που τροφοδοτείται από έκτακτους ευρωπαϊκούς πόρους σε ένα πιο σταθερό πρότυπο, βασισμένο στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και την αξιοπιστία των θεσμών.

Το πραγματικό κριτήριο επιτυχίας του «Ελλάδα 2.0» δεν θα είναι πόσα χρήματα απορροφήθηκαν έως το τέλος του 2026. Θα είναι αν, μετά την ολοκλήρωσή του, η ελληνική οικονομία μπορεί να συνεχίσει να επενδύει και να αναπτύσσεται χωρίς να περιμένει το επόμενο έκτακτο ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

______________________________________

Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.

© Γιώργος Αλογοσκούφης