Γιώργος Αλογοσκούφης

Ο θάνατος του Στέφανου Μάνου, σε ηλικία 87 ετών, κλείνει ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της Μεταπολίτευσης. Ένα κεφάλαιο που χαρακτηρίστηκε από συνέπεια στις ιδέες, τόλμη στις προτάσεις, αποτελεσματικότητα όταν του δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσει πολιτική, αλλά και από μια σχεδόν μόνιμη διάθεση σύγκρουσης με τις συμβάσεις του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Ο Στέφανος Μάνος υπήρξε πολιτικός με την ουσιαστική έννοια του όρου. Δεν αντιμετώπισε την πολιτική ως επάγγελμα ούτε ως μηχανισμό προσωπικής επιβεβαίωσης. Την αντιμετώπισε πρωτίστως ως πεδίο εφαρμογής ιδεών. Και οι ιδέες του ήταν σαφείς: ελευθερία της οικονομίας, ισχυροί και αποτελεσματικοί θεσμοί, αξιοκρατία, δημοσιονομική υπευθυνότητα, περιορισμός της γραφειοκρατίας, σεβασμός στο περιβάλλον και, πάνω απ’ όλα, ένα κράτος που να υπηρετεί τον πολίτη αντί να υπηρετεί τον εαυτό του.

Μηχανολόγος μηχανικός του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και κάτοχος MBA από το Harvard, ο Μάνος εισήλθε στην πολιτική έχοντας ήδη πίσω του έντεκα χρόνια επιχειρηματικής εμπειρίας. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία το 1977 και παρέμεινε, με μικρές διακοπές, στην πρώτη γραμμή του δημόσιου βίου για τρεις δεκαετίες. Υπηρέτησε στις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Γεωργίου Ράλλη και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ως υφυπουργός Δημοσίων Έργων, υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας, υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, υπουργός Εθνικής Οικονομίας και υπουργός Οικονομικών. 

Από νωρίς φάνηκε ότι δεν επρόκειτο για έναν συμβατικό πολιτικό. Είχε την ιδιοσυγκρασία του μηχανικού: αναζητούσε το πρόβλημα, εξέταζε τα δεδομένα και προσπαθούσε να βρει την αποτελεσματικότερη λύση. Συχνά δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο αν αυτή η λύση ήταν πολιτικά δημοφιλής. Αυτή υπήρξε ταυτόχρονα η μεγάλη δύναμη και ίσως η μεγάλη πολιτική αδυναμία του.

Το αποτύπωμά του στην Αθήνα είναι χαρακτηριστικό. Συνέδεσε το όνομά του με την ανάπλαση και προστασία της Πλάκας, με την απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από το κέντρο της πρωτεύουσας, με την πολιτική απόσυρσης των παλαιών ρυπογόνων αυτοκινήτων, αλλά και με μεγάλα έργα υποδομής. Ως υπουργός ΠΕΧΩΔΕ προώθησε το Μετρό της Αθήνας και συνέβαλε στον σχεδιασμό της Αττικής Οδού, ενώ η περίοδος εκείνη συνδέεται επίσης με την προώθηση μεγάλων έργων που άλλαξαν τις υποδομές της χώρας. 

Ίσως όμως ακόμη σημαντικότερη υπήρξε η συμβολή του στη μετατόπιση των ορίων της οικονομικής συζήτησης στην Ελλάδα. Σε μια εποχή κατά την οποία ο κρατισμός αποτελούσε σχεδόν κοινό τόπο του πολιτικού συστήματος, ο Στέφανος Μάνος μιλούσε επίμονα για ιδιωτικοποιήσεις, ανταγωνισμό, περιορισμό των κρατικών μονοπωλίων, αξιολόγηση των δημοσίων δαπανών και ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε να προωθήσει ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων πολύ πιο φιλόδοξο από ό,τι ήταν τότε διατεθειμένη να δεχθεί η ελληνική κοινωνία και, σε αρκετές περιπτώσεις, το ίδιο του το κόμμα.

Πολλές από τις απόψεις του θεωρήθηκαν τότε υπερβολικά ριζοσπαστικές. Αρκετές, όμως, υιοθετήθηκαν σταδιακά τα επόμενα χρόνια από κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων. Αυτή ίσως είναι μία από τις σημαντικότερες πλευρές της πολιτικής του κληρονομιάς: συχνά έθετε έγκαιρα τα ερωτήματα που το πολιτικό σύστημα θα αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει αύριο.

Η σχέση του με τα κόμματα υπήρξε αναπόφευκτα δύσκολη. Ο Μάνος ήταν πολύ ανεξάρτητος για να χωρέσει εύκολα στους κομματικούς μηχανισμούς. Η διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία το 1998, μετά την υποστήριξή του σε κυβερνητική ρύθμιση του ΠΑΣΟΚ για τις ΔΕΚΟ, υπήρξε χαρακτηριστική. Ακολούθησε η ίδρυση των Φιλελευθέρων το 1999, η εκλογή του με τη Νέα Δημοκρατία το 2000, μετά την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε, η εκλογή του με το ΠΑΣΟΚ το 2004, και αργότερα, το 2009, η ίδρυση της Δράσης. 

Οι προσπάθειες αυτές δεν απέκτησαν την εκλογική απήχηση που ο ίδιος επιδίωκε. Αλλά η επιρροή ενός πολιτικού δεν μετριέται μόνο με εκλογικά ποσοστά. Οι ιδέες του Μάνου επηρέασαν μια ολόκληρη γενιά οικονομολόγων, πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης που αναζητούσαν έναν περισσότερο ευρωπαϊκό, φιλελεύθερο και ορθολογικό τρόπο οργάνωσης του ελληνικού κράτους.

Ο φιλελευθερισμός του, άλλωστε, δεν περιοριζόταν στην οικονομία. Ο ίδιος συνέδεε ρητά την έννοια του φιλελεύθερου με το κράτος δικαίου, την αξιοκρατία και την τήρηση των νόμων. 

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Για τον Μάνο η ελεύθερη οικονομία χωρίς θεσμούς, κανόνες και ισχυρό κράτος δικαίου δεν ήταν πραγματικός φιλελευθερισμός. Ήθελε λιγότερο κράτος εκεί όπου το κράτος δεν χρειαζόταν και καλύτερο, ισχυρότερο κράτος εκεί όπου ήταν απαραίτητο.

Είχε επίσης ένα χαρακτηριστικό που γίνεται όλο και σπανιότερο στη δημόσια ζωή: έλεγε συχνά πράγματα που γνώριζε ότι δεν θα αρέσουν. Δεν ήταν πολιτικός της εύκολης υπόσχεσης. Προτιμούσε να εξηγήσει το κόστος μιας επιλογής παρά να υποσχεθεί ότι το κόστος δεν υπάρχει. Αυτή η στάση τον έκανε πολλές φορές αντιδημοφιλή, ακόμη και προκλητικό. Του προσέδωσε όμως μια αξιοπιστία που ξεπερνούσε τα κομματικά όρια.

Βεβαίως, όπως κάθε πολιτικός με ισχυρή προσωπικότητα, είχε και τις αντιφάσεις του. Η βεβαιότητα με την οποία υποστήριζε τις απόψεις του μπορούσε να εκληφθεί ως ακαμψία. Η προσήλωσή του στην οικονομική αποτελεσματικότητα δεν συνοδευόταν πάντοτε από την ίδια έμφαση στις κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις των μεταρρυθμίσεων. Και η αδυναμία του να δημιουργήσει ένα ευρύτερο πολιτικό ρεύμα γύρω από τις ιδέες του δείχνει τα όρια μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής που δεν καταφέρνει πάντοτε να μετατρέψει την ορθότητα μιας πρότασης σε κοινωνική συναίνεση.

Αλλά αυτά ακριβώς τα στοιχεία κάνουν την πολιτική του διαδρομή ενδιαφέρουσα και ουσιαστική. Ο Στέφανος Μάνος δεν προσπάθησε να γίνει αρεστός σε όλους. Προσπάθησε να είναι χρήσιμος σύμφωνα με τις δικές του πεποιθήσεις.

Η Ελλάδα που αφήνει πίσω του είναι πολύ διαφορετική από εκείνη στην οποία εισήλθε στην πολιτική το 1977. Πολλά από όσα τότε ακούγονταν αιρετικά —η ανάγκη περιορισμού των ελλειμμάτων, η αξιοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, οι ιδιωτικοποιήσεις, ο ανταγωνισμός, η αξιολόγηση του κράτους, η προστασία του αστικού περιβάλλοντος— αποτελούν σήμερα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, μέρος του κυρίαρχου δημόσιου διαλόγου.

Σε αυτή τη μεταβολή ο Στέφανος Μάνος είχε τη δική του σημαντική συμβολή.

Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον Στέφανο Μάνο και να συνεργαστώ στενά μαζί του την περίοδο 1992-1993, ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ). Ήταν μια δύσκολη και απαιτητική περίοδος για την ελληνική οικονομία, κατά την οποία επιχειρούνταν σημαντικές αλλαγές με στόχο τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και τη διαδικασία της σύγκλισης ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να ενταχθεί στην ζώνη του ευρώ.

Η συνεργασία μας υπήρξε στενή και απρόσκοπτη. Εκτίμησα ιδιαίτερα την ευθύτητα, την αποφασιστικότητα και την προσήλωσή του στην ουσία των προβλημάτων. Ο Στέφανος άκουγε τα επιχειρήματα των συνεργατών του, απαιτούσε σαφείς προτάσεις και δεν απέφευγε τις δύσκολες αποφάσεις. Μπορούσαμε να συζητούμε ανοιχτά, ακόμη και όταν υπήρχαν διαφορετικές εκτιμήσεις, έχοντας κοινό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την ανάγκη αλλαγών στην ελληνική οικονομία.

Αργότερα, οι πολιτικοί μας δρόμοι χώρισαν. Αυτό όμως δεν επηρέασε ποτέ την προσωπική μας σχέση. Διατηρήσαμε όλα αυτά τα χρόνια μια ειλικρινή και ουσιαστική επικοινωνία, βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό που είχε δημιουργηθεί μέσα από εκείνη τη στενή συνεργασία.

Με τον θάνατό του αποχαιρετώ έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορεί να μη συμφωνούσαμε πάντοτε, αλλά του οποίου εκτιμούσα βαθιά την ευθύτητα, την ανεξαρτησία της σκέψης και την αφοσίωση στις πεποιθήσεις του. Η ανάμνησή του θα παραμείνει για μένα άρρηκτα συνδεδεμένη με μια κρίσιμη περίοδο της δημόσιας ζωής και της δικής μου προσωπικής διαδρομής.

Θερμά συλλυπητήρια στην Κίρστεν, τα παιδιά και τα εγγόνια του.

Θα θυμόμαστε τον Στέφανο Μάνο ως έναν πολιτικό ασυμβίβαστο, δημιουργικό, συχνά αιρετικό και πάντοτε ανήσυχο. Έναν άνθρωπο που δεν δίσταζε να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, ακόμη και όταν γνώριζε ότι θα πλήρωνε πολιτικό κόστος. Έναν μεταρρυθμιστή που πίστευε βαθιά ότι η Ελλάδα μπορούσε να γίνει καλύτερη, αρκεί να τολμούσε να αλλάξει.

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η σημαντικότερη παρακαταθήκη του: η πεποίθηση ότι στην πολιτική δεν αρκεί να διαχειρίζεσαι αυτό που υπάρχει. Οφείλεις να προσπαθείς να το αλλάξεις.

Σύνδεσμος στην ανακοίνωση της εφημερίδας Καθημερινή