Γιώργος Αλογοσκούφης
Η οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα από το 1970 ακολούθησε πολύ πιο ασταθή πορεία από ό,τι στην υπόλοιπη ζώνη του ευρώ. Περίοδοι ταχείας σύγκλισης εναλλάχθηκαν με παρατεταμένη στασιμότητα και, μετά το 2008, με μια εξαιρετικά βαθιά οικονομική καθίζηση, από την οποία η χώρα δεν έχει ακόμη ανακάμψει.
Οι σχετικές εξελίξεις παρουσιάζονται στο γράφημα που ακολουθεί. Με την εξαίρεση του 1974, η δεκαετία 1970-1979 ήταν μια περίοδος πραγματικής σύγκλισης. Ακολούθησε μία δεκαπενταετία πραγματικής απόκλισης, η περίοδος 1980-1994. Η επόμενη δεκαπενταετία, η περίοδος 1995-2008 ήταν μια περίοδος πραγματικής σύγκλισης, για να ακολουθήσει η μεγάλη καθίζηση της περιόδου 2009-2016. Η πραγματική σύγκλιση επανήλθε μετά το 2017, αλλά ήταν αρχικά εξαιρετικά αδύναμη. Μετά την πανδημία του 2020, η πραγματική σύγκλιση ενισχύθηκε, αλλά εξακολουθεί να είναι σχετικά αδύναμη, παρά το ότι στην πενταετία 2021-2025 το ελληνικό πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξανόταν συστηματικά ταχύτερα από το αντίστοιχο της ευρωζώνης.

(χιλιάδες ευρώ του 2020, λογαριθμική κλίμακα)
Όπως αναλύεται διεξοδικά στα πρόσφατα βιβλία μου, Πριν και Μετά το Ευρώ (2021) και Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση (2024), οι διακυμάνσεις αυτές συνδέθηκαν στενά με την πορεία των επενδύσεων. Όταν ο σχηματισμός κεφαλαίου ήταν ισχυρός και κατευθυνόταν σε παραγωγικές δραστηριότητες, η Ελλάδα συνέκλινε προς το ευρωπαϊκό βιοτικό επίπεδο. Όταν οι επενδύσεις υποχωρούσαν, επικεντρώνονταν υπερβολικά στην κατοικία ή χρηματοδοτούνταν μέσω μη διατηρήσιμου εξωτερικού δανεισμού, η ανάπτυξη τελικά ανακοπτόταν.
Η ζώνη του ευρώ ακολούθησε πιο ομαλή αλλά σταδιακά επιβραδυνόμενη πορεία. Ο ρυθμός μεγέθυνσής της μειώθηκε μετά τις εξαιρετικές μεταπολεμικές δεκαετίες, ανέκαμψε μερικώς χάρη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς και εξασθένησε εκ νέου μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Πιο πρόσφατα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια διαρθρωτική επενδυτική πρόκληση που αφορά τις ψηφιακές τεχνολογίες, την ενέργεια, την άμυνα και τη μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Η σύγκριση αναδεικνύει, επομένως, δύο αλληλένδετα προβλήματα. Η ζώνη του ευρώ χαρακτηρίζεται από μακροχρόνια επιβράδυνση της παραγωγικότητας και ανεπαρκείς επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες. Η Ελλάδα συμμερίζεται αυτές τις ευρωπαϊκές αδυναμίες, αλλά επιβαρύνεται επιπλέον από τις συνέπειες ενός πολύ εντονότερου κύκλου επενδυτικής επέκτασης, στρεβλής κατανομής των πόρων και κατάρρευσης.
Από το τέλος του μεταπολεμικού «θαύματος» στην ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα
Οι αρχές της δεκαετίας του 1970 σηματοδότησαν το τελευταίο στάδιο του ελληνικού μεταπολεμικού οικονομικού «θαύματος». Μεταξύ 1950 και 1973, το πραγματικό ΑΕΠ είχε αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 6–7%. Η εκβιομηχάνιση, η αστικοποίηση, η ανοικοδόμηση και η μετακίνηση εργατικού δυναμικού από τη γεωργία προς παραγωγικότερες δραστηριότητες στήριξαν την ταχεία αύξηση της παραγωγής. Οι επενδύσεις υπερέβαιναν συχνά το 25% του ΑΕΠ και κατευθύνονταν προς την κατοικία, τη μεταποίηση, τις μεταφορές, την ηλεκτρική ενέργεια, τον τουρισμό και τις αστικές υποδομές.
Μολονότι η Ελλάδα παρέμενε σημαντικά φτωχότερη από τις προηγμένες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης, το χάσμα παραγωγικότητας περιοριζόταν με ταχείς ρυθμούς. Η συσσώρευση κεφαλαίου ενισχυόταν από την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, τη μετακίνηση εργατικού δυναμικού από τη γεωργία, τις ξένες επενδύσεις και τη διευρυνόμενη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.
Το διεθνές περιβάλλον μεταβλήθηκε απότομα μετά το 1973. Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση αύξησε το ενεργειακό κόστος, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε και το νομισματικό σύστημα του Bretton Woods έδωσε τη θέση του στις κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η Ελλάδα γνώρισε επίσης τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία το 1974 και μια σημαντική αναδιάταξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Η οικονομική μεγέθυνση παρέμεινε σχετικά ισχυρή κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, αλλά ήδη επιβραδυνόταν. Οι επενδύσεις άρχισαν σταδιακά να εξασθενούν και η μεταποίηση έχασε τη δυναμική της. Οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας, οι μισθολογικές πιέσεις, η πολιτική αβεβαιότητα και η διεύρυνση της κρατικής παρέμβασης μείωσαν την κερδοφορία σε τμήματα του ιδιωτικού τομέα. Οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν σημαντικές, αλλά οι κρατικές δαπάνες στράφηκαν ολοένα περισσότερο προς την κατανάλωση και τις μεταβιβάσεις.
Ανάλογη επιβράδυνση σημειώθηκε και στις ευρωπαϊκές οικονομίες μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις. Οι χώρες που αργότερα θα συγκροτούσαν τη ζώνη του ευρώ μετακινούνταν από τα εξαιρετικά κέρδη παραγωγικότητας της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης προς πιο ώριμες οικονομικές δομές. Τα περιθώρια εισαγωγής ήδη διαθέσιμων αμερικανικών τεχνολογιών και μετακίνησης εργατικού δυναμικού από τη χαμηλής παραγωγικότητας γεωργία περιορίζονταν.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στις χώρες για τις οποίες υπάρχουν μακροχρόνιες χρονολογικές σειρές υποχώρησε από περίπου 7% ετησίως τη δεκαετία του 1960 σε μόλις 1% από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Επρόκειτο για μια μακροχρόνια ευρωπαϊκή επιβράδυνση και όχι για ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.
Η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981, εδραιώνοντας τη θέση της στους θεσμούς της Δυτικής Ευρώπης. Η ένταξη προσέφερε πρόσβαση σε μια μεγάλη αγορά, αγροτικές και διαρθρωτικές μεταβιβάσεις και, σταδιακά, την προοπτική της νομισματικής ενοποίησης. Ωστόσο, η πρώτη δεκαετία της συμμετοχής της δεν οδήγησε σε οικονομική σύγκλιση.
Στασιμότητα και αποεπένδυση κατά τη δεκαετία του 1980
Η δεκαετία του 1980 αποτέλεσε αποφασιστική τομή σε σχέση με το προηγούμενο αναπτυξιακό υπόδειγμα της Ελλάδας. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξανόταν κατά μέσο όρο μόλις κατά 1% ετησίως, με ρυθμό πολύ χαμηλότερο από εκείνον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η παραγωγικότητα παρέμεινε στάσιμη, ο πληθωρισμός διατηρήθηκε υψηλός και τα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα διευρύνθηκαν. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από σχετικά χαμηλά επίπεδα σε περισσότερο από 70% του ΑΕΠ στο τέλος της δεκαετίας.
Οι επενδύσεις υπήρξαν ένα από τα κύρια θύματα αυτής της εξέλιξης. Ο σχηματισμός ιδιωτικού κεφαλαίου αποθαρρύνθηκε από τη μακροοικονομική αστάθεια, τις επανειλημμένες υποτιμήσεις της δραχμής, τον υψηλό και ευμετάβλητο πληθωρισμό, τους περιορισμούς στις χρηματοπιστωτικές αγορές, την αυξανόμενη φορολογική επιβάρυνση και την αβεβαιότητα σχετικά με την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής. Σημαντικό τμήμα της ελληνικής βιομηχανίας τέθηκε υπό κρατικό έλεγχο μέσω του συστήματος των «προβληματικών επιχειρήσεων», χωρίς όμως η κρατική ιδιοκτησία να οδηγεί συνήθως σε αποτελεσματική αναδιάρθρωση ή τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Οι ευρωπαϊκές μεταβιβάσεις στήριξαν τα αγροτικά εισοδήματα, τα περιφερειακά έργα και την κατανάλωση, αλλά η επίδρασή τους στην παραγωγική δυναμικότητα ήταν ανάμεικτη. Η Ελλάδα απέκτησε νέους δρόμους, τοπικές υποδομές και υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, αλλά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν αρκετά ισχυρό και εξωστρεφή βιομηχανικό τομέα.
Αντίθετα, οι βασικές ευρωπαϊκές οικονομίες διατήρησαν ποσοστά επενδύσεων γενικά κοντά ή πάνω από το 20% του ΑΕΠ. Οι ρυθμοί μεγέθυνσής τους ήταν χαμηλότεροι από εκείνους του μεταπολεμικού «θαύματος», αλλά εξακολουθούσαν να υπερβαίνουν αισθητά τους ελληνικούς. Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα επέβαλε έναν βαθμό νομισματικής πειθαρχίας, ενώ το πρόγραμμα της ενιαίας αγοράς ενίσχυσε το διασυνοριακό εμπόριο και τις επενδύσεις. Η Γερμανία και ορισμένες οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης διατήρησαν ισχυρές μεταποιητικές βάσεις και ενσωματώθηκαν σταδιακά σε ευρωπαϊκά και διεθνή παραγωγικά δίκτυα.
Κατά συνέπεια, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η Ελλάδα απέκλινε από τους Ευρωπαίους εταίρους της. Το σχετικό της εισόδημα υποχώρησε, όχι επειδή η Ευρώπη αναπτυσσόταν με εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς, αλλά επειδή η Ελλάδα συνδύαζε χαμηλές επενδύσεις με ασθενείς επιδόσεις παραγωγικότητας.
Σταθεροποίηση, σύγκλιση και πορεία προς το ευρώ
Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται κατά τη δεκαετία του 1990. Οι αρχικές απόπειρες σταθεροποίησης παρέμειναν ημιτελείς, αλλά μετά το 1994 η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική προσανατολίστηκαν όλο και περισσότερο προς τη συμμετοχή στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Ο πληθωρισμός μειώθηκε, τα δημοσιονομικά ελλείμματα περιορίστηκαν, οι χρηματοπιστωτικές αγορές απελευθερώθηκαν και τα επιτόκια συνέκλιναν σταδιακά προς τα πολύ χαμηλότερα επίπεδα που επικρατούσαν στις χώρες της μελλοντικής ευρωζώνης.
Οι επενδύσεις αντέδρασαν θετικά. Τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ταμεία συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρηματοδότησαν αυτοκινητοδρόμους, λιμάνια, αεροδρόμια, τηλεπικοινωνίες, αστικές συγκοινωνίες και περιβαλλοντικές υποδομές. Οι ιδιωτικές επενδύσεις επωφελήθηκαν από τη μακροοικονομική σταθεροποίηση, τη χρηματοπιστωτική απελευθέρωση και τις προσδοκίες ένταξης στο ευρώ. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 προσέφεραν μια πρόσθετη, αν και προσωρινή, επενδυτική ώθηση.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως το 2007, η Ελλάδα αναπτύχθηκε με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ υπερέβαινε συχνά το 3,5% και η χώρα επανήλθε σε πορεία σύγκλισης προς το ευρωπαϊκό βιοτικό επίπεδο. Η απασχόληση αυξήθηκε, η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε και το απόθεμα κεφαλαίου διευρύνθηκε.
Ωστόσο, η ποιότητα και η χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων παρουσίαζαν σοβαρές αδυναμίες. Η πτώση των επιτοκίων και η ευκολότερη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό ενθάρρυναν την κατασκευή κατοικιών και άλλες δραστηριότητες προσανατολισμένες προς την εγχώρια αγορά. Πόροι μετακινήθηκαν προς την κατοικία, το λιανικό εμπόριο, τις δημόσιες υπηρεσίες και τους διεθνώς μη εμπορεύσιμους κλάδους, αντί προς την παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών αγαθών και υπηρεσιών. Οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό, έρευνα, καινοτομία, εξαγωγική δυναμικότητα και προηγμένες επιχειρηματικές υπηρεσίες παρέμειναν ανεπαρκείς.
Το ευρώ εξάλειψε τον συναλλαγματικό κίνδυνο και παρείχε στους Έλληνες δανειολήπτες πρόσβαση στη βαθιά ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Ταυτόχρονα, όμως, εξάλειψε και τα προειδοποιητικά σήματα που προηγουμένως εξέπεμπαν η υποτίμηση του νομίσματος και η μείωση των συναλλαγματικών διαθεσίμων. Η εγχώρια δαπάνη αυξανόταν ταχύτερα από το εθνικό εισόδημα, ενώ η αποταμίευση υποχωρούσε. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, υπερβαίνοντας το 14% του ΑΕΠ αμέσως πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Στη ζώνη του ευρώ συνολικά, η πρώτη δεκαετία της νομισματικής ένωσης χαρακτηρίστηκε από μέτρια μεγέθυνση και σημαντικές αποκλίσεις ως προς την πιστωτική επέκταση και τις επενδύσεις. Η Γερμανία γνώρισε υποτονική εγχώρια ζήτηση και βελτίωσε την εξαγωγική της ανταγωνιστικότητα. Η Ισπανία και η Ιρλανδία βίωσαν έντονη οικοδομική άνθηση. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία συνδύασαν χαμηλή αποταμίευση με μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα. Κεφάλαια μετακινούνταν σε μεγάλη κλίμακα από τις βόρειες πιστώτριες χώρες προς την περιφέρεια, αλλά η νομισματική ένωση δεν διέθετε αποτελεσματικούς μηχανισμούς παρακολούθησης της χρησιμοποίησης των κεφαλαίων αυτών.
Το πρόβλημα δεν αφορούσε μόνο το συνολικό ύψος των επενδύσεων, αλλά και τη σύνθεσή τους. Ο δανεισμός για την επέκταση παραγωγικών και εξαγωγικών δυνατοτήτων μπορεί να δημιουργήσει τα εισοδήματα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των εξωτερικών υποχρεώσεων. Ο δανεισμός για τη χρηματοδότηση κατοικιών, κατανάλωσης και κρατικών ελλειμμάτων αφήνει την οικονομία ευάλωτη όταν οι εισροές κεφαλαίων διακοπούν.
Η παγκόσμια κρίση και η κατάρρευση των επενδύσεων στην Ελλάδα
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έθεσε τέλος στην περίοδο επέκτασης. Στις περισσότερες οικονομίες της ζώνης του ευρώ, η παραγωγή και οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν απότομα το 2009, αλλά στη συνέχεια ανέκαμψαν, έστω και με αργούς ρυθμούς. Η Ελλάδα εισήλθε σε μια πολύ βαθύτερη κρίση, όταν οι δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες της, το υψηλό δημόσιο χρέος και η αναθεώρηση των επίσημων δημοσιονομικών στοιχείων υπονόμευσαν την πρόσβασή της στις διεθνείς αγορές.
Μεταξύ 2008 και 2016, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά περισσότερο από το ένα τέταρτο. Οι επενδύσεις υποχώρησαν ακόμη πιο δραματικά — κατά περίπου δύο τρίτα σε σχέση με το υψηλότερο προ κρίσης επίπεδό τους. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου μειώθηκε από περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ πριν από την κρίση σε μόλις 10–12%, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όλες οι βασικές συνιστώσες των επενδύσεων επηρεάστηκαν. Η κατασκευή κατοικιών σχεδόν κατέρρευσε. Οι επιχειρήσεις περιέκοψαν τις δαπάνες για εξοπλισμό και κτίρια λόγω της ασθενούς ζήτησης, της αβεβαιότητας και της έλλειψης πιστώσεων. Οι δημόσιες επενδύσεις περιορίστηκαν από τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η τραπεζική κρίση, η εκροή καταθέσεων και η συσσώρευση μη εξυπηρετούμενων δανείων αποδυνάμωσαν τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση. Οι ξένοι επενδυτές αποθαρρύνθηκαν από τον πολιτικό κίνδυνο, τα διοικητικά εμπόδια και τις αμφιβολίες σχετικά με την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ.
Η κατάρρευση αυτή είχε επιπτώσεις τόσο στην τρέχουσα ζήτηση όσο και στη μελλοντική παραγωγική δυναμικότητα. Βραχυχρόνια, κάθε μείωση των επενδύσεων περιόριζε τη συνολική ζήτηση, την απασχόληση και τα εισοδήματα. Μακροχρόνια, οι επενδύσεις υποχώρησαν κάτω από τις αποσβέσεις, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του καθαρού αποθέματος κεφαλαίου. Ο παραγωγικός εξοπλισμός γερνούσε, η συντήρηση των υποδομών αναβαλλόταν και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών επιβραδυνόταν. Η μετανάστευση νέων εργαζομένων με υψηλή ειδίκευση περιόρισε περαιτέρω το δυνητικό προϊόν.
Η κρίση της ευρωζώνης ανέδειξε τις αδυναμίες του αρχικού σχεδιασμού της νομισματικής ένωσης. Η ζώνη του ευρώ διέθετε κοινή νομισματική πολιτική, αλλά όχι ενιαίο πλαίσιο τραπεζικής εξυγίανσης, κεντρική δημοσιονομική ικανότητα ή αποτελεσματικό μηχανισμό δανειστή έσχατης προσφυγής για τα κράτη. Η ταυτόχρονη δημοσιονομική λιτότητα σε πολλές χώρες ενίσχυσε την ύφεση. Μόνο μετά τη δημιουργία των ευρωπαϊκών μηχανισμών διάσωσης, την προώθηση της τραπεζικής ένωσης και τη δέσμευση της ΕΚΤ το 2012 να διαφυλάξει το ευρώ άρχισαν να σταθεροποιούνται οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Ακόμη και τότε, όμως, η ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ παρέμεινε ασθενής. Οι επενδύσεις ανέκαμψαν βραδύτερα από ό,τι μετά από προηγούμενες υφέσεις, ενώ η παραγωγικότητα συνέχισε τη μακροχρόνια επιβράδυνσή της. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επένδυαν λιγότερο στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών από τις αμερικανικές, ενώ ο κατακερματισμός των αγορών προϊόντων, κεφαλαίων και ψηφιακών υπηρεσιών παρεμπόδιζε τη διάδοση της καινοτομίας.
Έρευνα της ΕΚΤ έχει συνδέσει το ευρωπαϊκό χάσμα παραγωγικότητας εν μέρει με τις χαμηλότερες επενδύσεις στις ψηφιακές τεχνολογίες και την ασθενέστερη υιοθέτηση νέων μεθόδων παραγωγής, ιδιαίτερα στους κλάδους των υπηρεσιών.
Ανάκαμψη, πανδημία και ο νέος επενδυτικός κύκλος
Η Ελλάδα επέστρεψε σε μέτριους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης την περίοδο 2017–2019, με τη στήριξη του τουρισμού, των εξαγωγών, της βελτίωσης των προσδοκιών και της σταδιακής εξυγίανσης των ισολογισμών των τραπεζών. Οι επενδύσεις, ωστόσο, παρέμεναν εξαιρετικά χαμηλές. Κατά συνέπεια, η οικονομία εισήλθε στην πανδημία με αποδυναμωμένο κεφαλαιακό απόθεμα, υψηλό δημόσιο χρέος και πραγματικό ΑΕΠ που εξακολουθούσε να υπολείπεται σημαντικά του επιπέδου του 2007.
Η πανδημία προκάλεσε βαθιά ύφεση το 2020, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησης της Ελλάδας από τον τουρισμό. Σε αντίθεση, όμως, με την κρίση δημόσιου χρέους, η ευρωπαϊκή πολιτική αυτή τη φορά υπήρξε έντονα αντικυκλική. Η ΕΚΤ σταθεροποίησε τις αγορές κρατικών ομολόγων, οι δημοσιονομικοί κανόνες ανεστάλησαν και οι κυβερνήσεις στήριξαν τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους. Το σημαντικότερο ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε το πρόγραμμα NextGenerationEU και τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους ωφελημένους σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της. Το σχέδιο «Ελλάδα 2.0» κινητοποίησε περίπου 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, με έμφαση στην πράσινη ενέργεια, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τις υποδομές, τις δεξιότητες, την υγεία, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών υποδεικνύουν ότι η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος θα μπορούσε να αυξήσει το πραγματικό ΑΕΠ κατά περίπου 7% έως το 2026, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών.
Η ανάκαμψη μετά το 2020 υπήρξε αντίστοιχα ισχυρή. Αυξήθηκαν οι επενδύσεις σε εξοπλισμό, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εφοδιαστικές αλυσίδες, ψηφιακά συστήματα, τουριστικές εγκαταστάσεις και επαγγελματικά ακίνητα. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις ενισχύθηκαν, ενώ οι τράπεζες ανέκτησαν τη δυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων μετά τη σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% τόσο το 2024 όσο και το 2025, υπερβαίνοντας την επίδοση της ζώνης του ευρώ. Οι επενδύσεις, η κατανάλωση και οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν στην ανάπτυξη του 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης περίπου 1,8% για το 2026 και 1,6% για το 2027, ο οποίος παραμένει υψηλότερος από τον αναμενόμενο μέσο όρο της ευρωζώνης.
Η βελτίωση αυτή πρέπει, εντούτοις, να ερμηνευθεί με προσοχή. Το ποσοστό των επενδύσεων στην Ελλάδα έχει αυξηθεί, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ. Τον Μάρτιο του 2026, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμούσε ότι το επενδυτικό χάσμα ανερχόταν ακόμη σε περίπου τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Επιπλέον, μέρος της πρόσφατης επέκτασης εξαρτάται από προσωρινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ενώ οι εισαγωγές μηχανημάτων, ενέργειας και ενδιάμεσων αγαθών που συνδέονται με τις επενδύσεις συμβάλλουν στη διατήρηση σημαντικού ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Το βασικό ερώτημα είναι, επομένως, αν η σημερινή ανάκαμψη αντιπροσωπεύει μια προσωρινή απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων ή την απαρχή ενός αυτοτροφοδοτούμενου επενδυτικού κύκλου.
Η ελληνική πρόκληση στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού επενδυτικού προβλήματος
Η ίδια η ζώνη του ευρώ αντιμετωπίζει πλέον εξαιρετικά μεγάλες επενδυτικές ανάγκες. Η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή παραγωγικότητα, η κλιματική αλλαγή, οι αμυντικές ανάγκες και ο ανταγωνισμός από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα απαιτούν πολύ μεγαλύτερες δαπάνες για ενεργειακά δίκτυα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ψηφιακές υποδομές, τεχνητή νοημοσύνη, έρευνα και προηγμένη μεταποίηση.
Η Ευρώπη διαθέτει άφθονες αποταμιεύσεις, αλλά δυσκολεύεται να τις μετατρέψει σε παραγωγικές, διασυνοριακές επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων. Τα χρηματοπιστωτικά της συστήματα παραμένουν κατακερματισμένα σε εθνική βάση και εξαρτώνται υπερβολικά από τις τράπεζες. Οι καινοτόμες επιχειρήσεις συχνά δεν έχουν πρόσβαση στην κλίμακα χρηματοδότησης και στα επιχειρηματικά κεφάλαια υψηλού κινδύνου που είναι διαθέσιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εξακολουθούν επίσης να υφίστανται σημαντικά ρυθμιστικά εμπόδια στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Έρευνα του ΔΝΤ εκτιμά ότι τα εναπομείναντα εμπόδια στο εσωτερικό της Ευρώπης μπορεί να ισοδυναμούν με δασμούς 44% στα μεταποιημένα προϊόντα και 110% στις υπηρεσίες.
Η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτούς τους κοινούς ευρωπαϊκούς περιορισμούς, υπερβαίνοντας παράλληλα πρόσθετες εγχώριες αδυναμίες. Το μικρό μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων περιορίζει την πρόσβαση στην τεχνολογία, την εξειδικευμένη διοίκηση και τις διεθνείς αγορές. Οι χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες, οι πολύπλοκοι κανόνες χρήσεων γης, οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, η ελλιπής χωροταξία και η αστάθεια της οικονομικής πολιτικής αυξάνουν το κόστος των επενδύσεων. Το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης δεν παρέχει πάντοτε τις δεξιότητες που απαιτούν οι καινοτόμες επιχειρήσεις. Οι εγχώριες αποταμιεύσεις παραμένουν χαμηλές, ενώ η μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την ποιότητα των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό.
Μια επιτυχημένη στρατηγική πρέπει, επομένως, να επιδιώξει ταυτόχρονα πολλούς στόχους. Οι δημόσιες επενδύσεις πρέπει να παραμείνουν υψηλές και μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω της αξιοποίησης των τακτικών διαρθρωτικών πόρων της ΕΕ και ενός αξιόπιστου πολυετούς δημοσιονομικού προγραμματισμού.
Οι ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει να κατευθυνθούν περισσότερο προς τον παραγωγικό εξοπλισμό, τα ψηφιακά και άυλα περιουσιακά στοιχεία, την έρευνα, την ενεργειακή αποδοτικότητα και την εξαγωγική δυναμικότητα και λιγότερο προς τα ακίνητα και τις κατασκευές. Η εμβάθυνση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών μπορεί να εξασφαλίσει στις ελληνικές επιχειρήσεις περισσότερη χρηματοδότηση μέσω ιδίων κεφαλαίων και να περιορίσει την υπερβολική εξάρτησή τους από τον τραπεζικό δανεισμό. Η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, η σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και η αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση θα αύξαναν την αναμενόμενη απόδοση του παραγωγικού κεφαλαίου.
Οι πολιτικές πρέπει επίσης να ενισχύσουν τις εθνικές αποταμιεύσεις. Η διαρκής χρηματοδότηση των επενδύσεων μέσω εξωτερικών ελλειμμάτων θα δημιουργούσε εκ νέου συνθήκες ευπάθειας, ακόμη και αν οι εξωτερικές υποχρεώσεις αναλαμβάνονται αρχικά με ευνοϊκούς όρους. Η αύξηση των επανεπενδυόμενων επιχειρηματικών κερδών, η ισχυρότερη αποταμίευση των νοικοκυριών και η διατήρηση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας θα επέτρεπαν την αύξηση των επενδύσεων χωρίς μη διατηρήσιμη επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της χώρας.
Συμπεράσματα
Από το 1970, η Ελλάδα διήλθε από τέσσερα διακριτά επενδυτικά καθεστώτα: τα τελευταία χρόνια της μεταπολεμικής συσσώρευσης κεφαλαίου· τη στασιμότητα και την αποεπένδυση της δεκαετίας του 1980· την πιστωτικά χρηματοδοτούμενη επέκταση πριν από την παγκόσμια κρίση· και την πρωτοφανή κατάρρευση των επενδύσεων, την οποία ακολούθησε η σημερινή ανάκαμψη. Η ζώνη του ευρώ παρουσίασε λιγότερο έντονες διακυμάνσεις, αλλά συμμερίστηκε τη μακροχρόνια επιβράδυνση της παραγωγικότητας και, μετά το 2008, την επίμονη επενδυτική αδυναμία.
Το ιστορικό δίδαγμα είναι ότι το ύψος των επενδύσεων είναι απαραίτητο, αλλά όχι επαρκές. Εξίσου σημαντικές είναι η σύνθεσή τους, η παραγωγικότητά τους και η μέθοδος χρηματοδότησής τους. Η ελληνική εμπειρία πριν από το 2008 κατέδειξε ότι οι υψηλές επενδύσεις, όταν επικεντρώνονται στην κατοικία και στους διεθνώς μη εμπορεύσιμους κλάδους και χρηματοδοτούνται με εξωτερικό δανεισμό, δεν μπορούν να στηρίξουν διατηρήσιμη σύγκλιση. Η εμπειρία μετά το 2008 απέδειξε ότι η παρατεταμένη υποεπένδυση καταστρέφει την παραγωγική δυναμικότητα και περιορίζει τη μελλοντική μεγέθυνση.
Η σημερινή επέκταση προσφέρει στην Ελλάδα μια σπάνια ευκαιρία να εξέλθει από αυτόν τον κύκλο. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η εξυγίανση των τραπεζών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης και οι αυξανόμενες επενδύσεις στην ενέργεια και την τεχνολογία δημιουργούν μια ευνοϊκότερη βάση από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά την κρίση του 2010.
Η διατηρήσιμη σύγκλιση, όμως, προϋποθέτει ότι οι επενδύσεις θα παραμείνουν ισχυρές και μετά τη λήξη της έκτακτης ευρωπαϊκής στήριξης και ότι θα δημιουργούν ανταγωνιστικά αγαθά και υπηρεσίες, ικανά να ενισχύσουν τις εξαγωγές και την παραγωγικότητα.
Για την Ελλάδα, οι επενδύσεις δεν αποτελούν απλώς μία από τις συνιστώσες της συνολικής ζήτησης. Είναι η βασική γέφυρα μεταξύ της σημερινής ανάκαμψης και της διατηρήσιμης πραγματικής σύγκλισης. Για τη ζώνη του ευρώ, αποτελούν το κυριότερο μέσο αντιμετώπισης του τεχνολογικού ανταγωνισμού, της δημογραφικής υποχώρησης και των γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Και στις δύο περιπτώσεις, η αποφασιστική πρόκληση είναι η μετατροπή των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων σε παραγωγικό κεφάλαιο, καινοτομία και διατηρήσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
______________________________________
Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.
© Γιώργος Αλογοσκούφης
______________________________________
Τα ζητήματα τα οποία πραγματεύεται αυτό το άρθρο αναλύονται διεξοδικά σε δύο πρόσφατα βιβλία μου για την ελληνική οικονομία.
Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Αθήνα, Gutenberg, 2021
Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, Αθήνα, Gutenberg, 2024

Κάτι για τη σχέση δημοσιονομικής πολιτικής με τις επενδύσεις στην έρευνα:
Η εφαρμογή συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέεται άμεσα με την αποεπένδυση στις νέες τεχνολογίες, κυρίως μέσω της περικοπής δημοσίων δαπανών. Σε περιόδους δημοσιονομικής προσαρμογής, τα κράτη-μέλη συχνά μειώνουν τις δημόσιες επενδύσεις στην έρευνα, την ανάπτυξη και τις ψηφιακές υποδομές, καθώς οι δαπάνες για αυτά περικόπτονται πολιτικά ευκολότερα από τις τρέχουσες και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας.
Η μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης αποθαρρύνει και τις ιδιωτικές επενδύσεις, καθώς χάνεται η επιδότηση του επιχειρηματικού ρίσκου (δημιουργία επενδυτικού κενού). Παράλληλα, η αυξημένη φορολογία και η περιορισμένη ρευστότητα μειώνουν τα διαθέσιμα κεφάλαια των επιχειρήσεων. Αποτέλεσμα: επιβράδυνση της υιοθέτησης τεχνολογιών αιχμής και διεύρυνση του τεχνολογικού χάσματος (άρα και δυνητικής παραγωγικότητας) της Ε.Ε. έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας.