Γιώργος Αλογοσκούφης
Η Πάρος κατείχε στην αρχαιότητα θέση πολύ σημαντικότερη από ό,τι θα υπέθετε κανείς με βάση το μέγεθός της. Η γεωγραφική της θέση στο κέντρο των Κυκλάδων, η εύφορη σε σύγκριση με πολλά γειτονικά νησιά γη της, τα ασφαλή φυσικά λιμάνια και, κυρίως, τα περίφημα κοιτάσματα λευκού μαρμάρου συνέβαλαν στη δημιουργία μιας εύπορης και εξωστρεφούς πόλης-κράτους. Από την αρχαϊκή έως την ελληνιστική περίοδο, η Πάρος ανέπτυξε εμπορικές και αποικιακές δραστηριότητες, δημιούργησε αξιόλογη καλλιτεχνική παράδοση, ανέδειξε προσωπικότητες όπως ο Αρχίλοχος και συμμετείχε ενεργά στις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις του Αιγαίου.
Η ιστορία της αρχαίας Πάρου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια σχετικά μικρή νησιωτική κοινότητα μπορούσε να αποκτήσει οικονομική ισχύ και πολιτιστική ακτινοβολία πολύ μεγαλύτερες από τη δημογραφική ή στρατιωτική της δύναμη.
Από τον πρώιμο οικισμό στην πόλη-κράτος
Η Πάρος κατοικήθηκε ήδη από την προϊστορική εποχή και εντάχθηκε από πολύ νωρίς στα θαλάσσια δίκτυα του Αιγαίου. Κατά τους αρχαϊκούς χρόνους διαμορφώθηκε ως οργανωμένη πόλις, με πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο στην περιοχή της σημερινής Παροικίας. Όπως και στις περισσότερες κυκλαδικές πόλεις, η θάλασσα δεν αποτελούσε όριο αλλά βασική οδό επικοινωνίας. Η οικονομική και πολιτική ζωή της Πάρου συνδεόταν στενά με τη Νάξο, τη Δήλο, τις υπόλοιπες Κυκλάδες, την Αττική, την Ιωνία και τα μεγάλα εμπορικά δίκτυα του Αιγαίου.
Για τις λεπτομέρειες του πολιτεύματος της αρχαϊκής Πάρου οι πηγές είναι περιορισμένες. Είναι πιθανό ότι, όπως συνέβη σε πολλές ελληνικές πόλεις, η πολιτική εξουσία πέρασε από διαδοχικές φάσεις αριστοκρατικής κυριαρχίας, ολιγαρχικών μορφών διακυβέρνησης και δημοκρατικών θεσμών. Στους κλασικούς χρόνους οι επιγραφικές μαρτυρίες υποδεικνύουν την ύπαρξη βουλής και θεσμών που παρουσίαζαν ομοιότητες με εκείνους άλλων δημοκρατικών πόλεων. Το 410 π.Χ., μάλιστα, ο Αθηναίος στρατηγός Θηραμένης ανέτρεψε το ολιγαρχικό καθεστώς στην Πάρο και αποκατέστησε το δημοκρατικό πολίτευμα, γεγονός που δείχνει πόσο άμεσα επηρεαζόταν η εσωτερική πολιτική ζωή του νησιού από τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων του Αιγαίου.
Η πολιτική αυτονομία της Πάρου, όπως και των περισσότερων μικρότερων πόλεων, δεν ήταν συνεπώς απόλυτη. Εξαρτιόταν από την ισορροπία ισχύος μεταξύ Αθήνας, Σπάρτης, Περσίας και αργότερα των ελληνιστικών μοναρχιών.
Η οικονομική βάση: γεωργία, εμπόριο και θάλασσα
Η οικονομία της Πάρου ήταν διαφοροποιημένη. Η γεωργία παρέμενε βασική δραστηριότητα. Οι πεδιάδες και οι κοιλάδες του νησιού μπορούσαν να υποστηρίξουν δημητριακά, αμπέλια και ελαιόδεντρα, ενώ σημαντική ήταν και η κτηνοτροφία. Η παραγωγή κρασιού πρέπει να είχε αξιόλογη θέση στην τοπική οικονομία, όπως συνέβαινε γενικότερα στις Κυκλάδες.
Όμως η ανάπτυξη της Πάρου δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την αγροτική παραγωγή. Η θέση της στο κεντρικό Αιγαίο την ενέτασσε σε ένα πυκνό δίκτυο θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών. Η πόλη μπορούσε να εξάγει προϊόντα, να εισάγει σιτηρά και πρώτες ύλες και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος σταθμός ανάμεσα στην ηπειρωτική Ελλάδα, τις Κυκλάδες και τις ακτές της Μικράς Ασίας.
Η σχετική ευημερία της Πάρου αποτυπώνεται εντυπωσιακά και στις αθηναϊκές φορολογικές καταγραφές του 5ου αιώνα π.Χ. Η Πάρος συγκαταλεγόταν στους πλουσιότερους νησιωτικούς συμμάχους της Αθήνας και η εισφορά που της επιβαλλόταν μπορούσε να φθάνει τα 15-30 τάλαντα ετησίως, ποσό εξαιρετικά υψηλό για κυκλαδικό νησί.
Το παριανό μάρμαρο: η μεγάλη πηγή πλούτου
Το σημαντικότερο ίσως συγκριτικό πλεονέκτημα της αρχαίας Πάρου ήταν το περίφημο παριανό μάρμαρο. Το λευκό αυτό μάρμαρο, εξαιρετικά λεπτόκοκκο και με χαρακτηριστική διαφάνεια, έγινε ένα από τα πιο περιζήτητα υλικά γλυπτικής στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Ιδιαίτερα γνωστό ήταν το λεγόμενο λυχνίτης, που εξορυσσόταν σε υπόγειες στοές με τη βοήθεια λύχνων.
Τα αρχαία λατομεία στην περιοχή του Μαραθίου αποτελούν ένα από τα εντυπωσιακότερα δείγματα αρχαίας εξορυκτικής δραστηριότητας στις Κυκλάδες. Η εκμετάλλευση του μαρμάρου δεν ήταν απλώς τοπική βιοτεχνία. Προϋπέθετε οργανωμένη εξόρυξη, ειδικευμένη εργασία, μεταφορά βαρέων όγκων μέχρι τις ακτές και ένταξη σε εμπορικά δίκτυα μεγάλης ακτίνας.
Το παριανό μάρμαρο χρησιμοποιήθηκε επί αιώνες για αγάλματα και αρχιτεκτονικά έργα σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο και αργότερα στη ρωμαϊκή επικράτεια. Η ζήτησή του δημιούργησε σημαντικά εισοδήματα για το νησί και παράλληλα ευνόησε την ανάπτυξη μιας τοπικής παράδοσης γλυπτικής.
Η Πάρος επομένως δεν εξήγε απλώς μια πρώτη ύλη. Εξήγε ταυτόχρονα τεχνογνωσία και καλλιτεχνική παράδοση. Παριανοί γλύπτες δραστηριοποιήθηκαν σε διαφορετικά κέντρα του ελληνικού κόσμου, συμβάλλοντας στη διάδοση τεχνοτροπιών που συνδέονται με το νησί.
Αποικισμός και εξωστρέφεια
Η οικονομική και δημογραφική δυναμική της αρχαϊκής Πάρου εκφράστηκε και μέσω του αποικισμού. Η σημαντικότερη παριανή αποικία ήταν η Θάσος, στο βόρειο Αιγαίο, η οποία ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ.
Η επιλογή της Θάσου δεν ήταν τυχαία. Η περιοχή βρισκόταν απέναντι από τις πλούσιες μεταλλευτικές ζώνες της Θράκης και κοντά σε σημαντικούς εμπορικούς δρόμους. Η εγκατάσταση Παρίων εκεί μαρτυρεί την ικανότητα της μητρόπολης να οργανώνει αποικιακές επιχειρήσεις σε μεγάλη απόσταση.
Με τον παριανό αποικισμό της Θάσου συνδέεται άμεσα ο σημαντικότερος πνευματικός εκπρόσωπος του αρχαίου νησιού, ο Αρχίλοχος.
Ο Αρχίλοχος και η πνευματική ακτινοβολία της Πάρου
Ο Αρχίλοχος, που έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ., υπήρξε μία από τις πιο πρωτότυπες μορφές της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Σε αντίθεση με τον ηρωικό κόσμο του Ομήρου, η ποίησή του εισάγει έντονα το προσωπικό στοιχείο. Μιλά για τον πόλεμο, τον έρωτα, τις απογοητεύσεις, τις κοινωνικές συγκρούσεις και τις εμπειρίες της καθημερινής ζωής με τρόπο άμεσο, συχνά ειρωνικό και κάποτε επιθετικό.
Η σημασία του Αρχιλόχου υπερβαίνει κατά πολύ την τοπική ιστορία της Πάρου. Θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της ελληνικής λυρικής και ιαμβικής ποίησης.
Για την ίδια την Πάρο όμως είχε ιδιαίτερη σημασία. Η μνήμη του καλλιεργήθηκε επί αιώνες και στο νησί δημιουργήθηκε το Αρχιλόχειον, ηρωικό και λατρευτικό μνημείο αφιερωμένο στον ποιητή. Οι περίφημες επιγραφές που συνδέονται με αυτό αποτελούν σημαντικές πηγές για τη ζωή και την πρόσληψη του έργου του.
Το γεγονός ότι μια πόλη τιμούσε έναν ποιητή σχεδόν ως πολιτιστικό ήρωα δείχνει το υψηλό κύρος που είχε αποκτήσει η λογοτεχνία και η ιστορική μνήμη στην παριανή κοινωνία.
Γλυπτική και καλλιτεχνική παράδοση
Η αφθονία εξαιρετικού μαρμάρου συνέβαλε φυσικά και στην ανάπτυξη της γλυπτικής. Η αρχαϊκή Πάρος υπήρξε σημαντικό κέντρο καλλιτεχνικής παραγωγής και πολλά γλυπτά που έχουν βρεθεί στο νησί αποδεικνύουν την ποιότητα των εργαστηρίων της.
Η γλυπτική παράδοση των Κυκλάδων είχε βεβαίως βαθιές ρίζες ήδη από την προϊστορική εποχή. Στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο όμως το παριανό μάρμαρο έδωσε στους γλύπτες ένα υλικό εξαιρετικά κατάλληλο για την απόδοση της ανθρώπινης μορφής.
Η οικονομία και ο πολιτισμός συνδέθηκαν έτσι με μοναδικό τρόπο: ο φυσικός πλούτος του νησιού δημιούργησε εξειδικευμένες τεχνικές, οι τεχνικές αυτές τροφοδότησαν την καλλιτεχνική δημιουργία και η φήμη της παριανής τέχνης αύξησε με τη σειρά της τη ζήτηση για το μάρμαρο.
Το Πάριο Χρονικό
Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία που συνδέονται με την πνευματική παράδοση του νησιού είναι το Πάριο Χρονικό ή Marmor Parium. Πρόκειται για χρονολογικό κατάλογο σημαντικών γεγονότων της ελληνικής ιστορίας και μυθολογικής παράδοσης, χαραγμένο σε μάρμαρο τον 3ο αιώνα π.Χ.
Το έργο αποτελεί εξαιρετική μαρτυρία της προσπάθειας των Ελλήνων της ελληνιστικής εποχής να συστηματοποιήσουν το παρελθόν τους σε ενιαία χρονολογική ακολουθία. Καλύπτει πάνω από μία χιλιετία σύμφωνα με τη χρονολογική αντίληψη του συντάκτη του και περιλαμβάνει πολιτικά, στρατιωτικά και κυρίως πολιτιστικά γεγονότα.
Είναι ενδεικτικό ότι σε ένα νησί γνωστό για το ίδιο το μάρμαρό του δημιουργήθηκε ένα από τα σημαντικότερα «αρχεία σε πέτρα» της αρχαιότητας.
Η Πάρος και οι Περσικοί Πόλεμοι
Η θέση της Πάρου στις μεγάλες συγκρούσεις των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. υπήρξε αμφιλεγόμενη. Κατά τους Περσικούς Πολέμους οι Πάριοι τάχθηκαν, τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις, στο πλευρό των Περσών. Η επιλογή αυτή δεν ήταν ασυνήθιστη για νησιωτικές πόλεις που βρίσκονταν εκτεθειμένες στη μεγάλη περσική ναυτική ισχύ.
Μετά τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα, ο Μιλτιάδης επιχείρησε το 489 π.Χ. εκστρατεία εναντίον της Πάρου. Η επιχείρηση απέτυχε και ο ίδιος τραυματίστηκε, γεγονός που συνέβαλε στην πολιτική του πτώση στην Αθήνα.
Μετά τη δεύτερη περσική εισβολή, ο Θεμιστοκλής επέβαλε στην Πάρο χρηματική ποινή για τη στάση της υπέρ των Περσών.
Η συμπεριφορά της Πάρου δείχνει τα διλήμματα των μικρών νησιωτικών κρατών. Η επιλογή συμμαχίας δεν υπαγορευόταν μόνο από ιδεολογικές ή εθνοτικές συγγένειες, αλλά κυρίως από την ανάγκη επιβίωσης σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικών μεγάλων δυνάμεων.
Η Δηλιακή Συμμαχία και η αθηναϊκή ηγεμονία
Μετά τους Περσικούς Πολέμους η στρατηγική θέση της Πάρου άλλαξε ριζικά. Το 478/477 π.Χ. δημιουργήθηκε υπό την ηγεσία της Αθήνας η Δηλιακή Συμμαχία, αρχικά ως συμμαχία για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον της Περσίας. Η Δήλος, σε μικρή απόσταση από την Πάρο, ήταν το θρησκευτικό και αρχικά οικονομικό κέντρο της συμμαχίας.
Η Πάρος εντάχθηκε στο αθηναϊκό σύστημα. Όπως συνέβη όμως με πολλούς συμμάχους, η σχέση βαθμιαία μεταβλήθηκε από σχετικά ισότιμη συμμαχία σε μορφή πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης. Η Αθήνα απαιτούσε φόρο, επενέβαινε σε εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και διατηρούσε τη δυνατότητα στρατιωτικής επέμβασης.
Η υψηλή φορολογική επιβάρυνση της Πάρου αποτελεί ταυτόχρονα ένδειξη της οικονομικής της ευρωστίας και της σημασίας που της απέδιδε η Αθήνα.
Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο η Πάρος παρέμεινε ενταγμένη στο αθηναϊκό σύστημα. Η επέμβαση του Θηραμένη το 410 π.Χ., με την ανατροπή της τοπικής ολιγαρχίας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η μεγάλη σύγκρουση Αθήνας και Σπάρτης επηρέαζε τα εσωτερικά πολιτεύματα των μικρότερων πόλεων.
Ο 4ος αιώνας και η Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία
Η ήττα της Αθήνας το 404 π.Χ. ανέτρεψε τις ισορροπίες στο Αιγαίο. Για μερικές δεκαετίες η σπαρτιατική ισχύς έγινε κυρίαρχη, ενώ παράλληλα η Περσία επανήλθε ως καθοριστικός παράγοντας στις ελληνικές υποθέσεις.
Όταν η Αθήνα δημιούργησε τη Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία το 378/377 π.Χ., η Πάρος εντάχθηκε και πάλι στην αθηναϊκή σφαίρα. Η νέα συμμαχία είχε θεωρητικά σχεδιαστεί ώστε να αποφεύγει τις αυθαιρεσίες της παλαιάς αθηναϊκής ηγεμονίας. Ωστόσο, οι παλαιές εντάσεις επανεμφανίστηκαν και κατά τον Συμμαχικό Πόλεμο του 357–355 π.Χ. αρκετές πόλεις απομακρύνθηκαν από την Αθήνα. Η Πάρος περιλαμβάνεται στις πόλεις που τελικά αποσπάστηκαν από το αθηναϊκό σύστημα.
Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η εξωτερική πολιτική της Πάρου χαρακτηριζόταν πρωτίστως από πραγματισμό. Η μικρή νησιωτική πόλη δεν μπορούσε να καθορίζει τις εξελίξεις του Αιγαίου· μπορούσε όμως να προσαρμόζει τις συμμαχίες της ώστε να διατηρεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία.
Η ελληνιστική εποχή
Μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο κόσμος των ανεξάρτητων ελληνικών πόλεων μεταμορφώθηκε. Οι Κυκλάδες απέκτησαν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία καθώς βρίσκονταν ανάμεσα στη Μακεδονία, τη Μικρά Ασία και την πτολεμαϊκή Αίγυπτο.
Κατά την ελληνιστική εποχή η Πάρος πέρασε, σε διάφορες χρονικές φάσεις, στη σφαίρα επιρροής των μεγάλων βασιλείων, ιδιαίτερα των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Η πολιτική της ανεξαρτησία περιορίστηκε, αλλά η οικονομική και πολιτιστική της σημασία παρέμεινε.
Η παραγωγή μαρμάρου συνεχίστηκε και η θέση της στο εμπορικό δίκτυο του Αιγαίου εξακολουθούσε να προσφέρει πλεονεκτήματα. Ταυτόχρονα, η δημιουργία του Παρίου Χρονικού κατά την περίοδο αυτή φανερώνει μια κοινωνία που εξακολουθούσε να διαθέτει έντονη πνευματική ζωή και επίγνωση της ιστορικής της παράδοσης.
Συμμαχίες ως στρατηγική επιβίωσης
Αν παρακολουθήσουμε συνολικά την εξωτερική πολιτική της αρχαίας Πάρου, διακρίνεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η Πάρος δεν διέθετε την ανθρώπινη και στρατιωτική δύναμη μιας Αθήνας ή μιας Σπάρτης. Διέθετε όμως πλούτο, στρατηγική θέση και ισχυρή ναυτική και εμπορική παράδοση.
Οι συμμαχίες της επομένως δεν ήταν μόνιμες. Στις αρχές του 5ου αιώνα επέλεξε ή αναγκάστηκε να συνταχθεί με την Περσία. Μετά την ελληνική νίκη προσδέθηκε στο αθηναϊκό σύστημα της Δηλιακής Συμμαχίας. Μετά την κατάρρευση της αθηναϊκής ηγεμονίας προσαρμόστηκε στο νέο συσχετισμό δυνάμεων. Τον 4ο αιώνα επανεντάχθηκε στην αθηναϊκή συμμαχία και αργότερα, στην ελληνιστική περίοδο, βρέθηκε στη σφαίρα των μεγάλων μοναρχιών.
Πρόκειται ουσιαστικά για την κλασική στρατηγική ενός μικρού κράτους: προσαρμογή στην εκάστοτε ισορροπία ισχύος ώστε να προστατεύονται η οικονομική δραστηριότητα και η τοπική αυτονομία.
Η θέση της Πάρου στον αρχαίο ελληνικό κόσμο
Η ιστορική σημασία της αρχαίας Πάρου στηρίζεται σε τέσσερις αλληλένδετους παράγοντες.
Πρώτον, ήταν μια οργανωμένη και σχετικά εύπορη νησιωτική πόλη-κράτος, η οποία συμμετείχε ενεργά στην πολιτική ζωή του Αιγαίου.
Δεύτερον, διέθετε μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη εξωστρεφή οικονομία, βασισμένη στη γεωργία, τη ναυτιλία, το εμπόριο, τον αποικισμό και κυρίως την εκμετάλλευση του μαρμάρου.
Τρίτον, ανέπτυξε μια αξιοσημείωτη πολιτιστική παράδοση. Ο Αρχίλοχος, τα παριανά εργαστήρια γλυπτικής και το Πάριο Χρονικό αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινωνίας με σημαντική συμβολή στον ελληνικό πολιτισμό.
Τέταρτον, η Πάρος αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα της διπλωματίας των μικρών κρατών στην αρχαιότητα. Η πολιτική της πορεία αντανακλούσε την εκάστοτε κατανομή ισχύος στο Αιγαίο: Περσία, Αθήνα, Σπάρτη και ελληνιστικά βασίλεια διαδέχονταν το ένα το άλλο ως κυρίαρχες δυνάμεις, ενώ η Πάρος προσπαθούσε να διατηρήσει τον πλούτο και την ιδιαίτερη ταυτότητά της.
Συμπέρασμα
Η αρχαία Πάρος δεν υπήρξε απλώς ένα ακόμη νησί των Κυκλάδων. Από την αρχαϊκή εποχή είχε εξελιχθεί σε μια πλούσια, εξωστρεφή και πολιτιστικά δημιουργική κοινότητα. Το παριανό μάρμαρο της προσέφερε έναν φυσικό πόρο παγκόσμιας —για τα μέτρα της εποχής— εμβέλειας. Η ναυτική της θέση την ενέταξε στα μεγάλα εμπορικά δίκτυα. Η αποικιακή της δραστηριότητα την οδήγησε έως τη Θάσο και τη Θράκη. Ο Αρχίλοχος της προσέδωσε μια μοναδική θέση στην ιστορία της ελληνικής ποίησης, ενώ η γλυπτική της παράδοση και το Πάριο Χρονικό μαρτυρούν μια κοινωνία υψηλής πολιτιστικής στάθμης.
Ταυτόχρονα, η πολιτική της ιστορία αποκαλύπτει τους περιορισμούς που αντιμετώπιζαν οι μικρότερες ελληνικές πόλεις. Η Πάρος μπορούσε να είναι πλούσια, αλλά δεν μπορούσε να παραμένει αδιάφορη απέναντι στην εκάστοτε κυρίαρχη ναυτική δύναμη. Η διαδοχική της ένταξη στην περσική, αθηναϊκή και αργότερα ελληνιστική σφαίρα επιρροής ήταν περισσότερο αποτέλεσμα στρατηγικής προσαρμογής παρά ένδειξη πολιτικής αδυναμίας.
Ίσως γι’ αυτό η αρχαία Πάρος παρουσιάζει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Συνδυάζει σε μικρή κλίμακα πολλά από τα βασικά χαρακτηριστικά του αρχαίου ελληνικού κόσμου: την πόλη-κράτος, τη θάλασσα, το εμπόριο, τον αποικισμό, τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, την τέχνη και την πνευματική δημιουργία. Και μέσα από αυτόν τον συνδυασμό κατόρθωσε να αφήσει ένα αποτύπωμα στην ελληνική ιστορία δυσανάλογα μεγάλο προς το μέγεθός της.
______________________________________
Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.
© Γιώργος Αλογοσκούφης

Θα μπορούσαμε στη θέση της Πάρου να τοποθετήσουμε την Ελλάδα, σε σχέση με τους ισχυρότερους συμμάχους της στην περιοχή και τις σύγχρονες ισορροπίες ισχύος στον νέο πολυκεντρικό κόσμο που αναδύεται, με τη στρατηγική θέση που κατέχει γεωγραφικά, οικονομικά και πολιτιστικά, αυτό που αποκαλούμε soft power (ήπια ισχύς). Εξαιρετική αναλογία για τη σημερινή εποχή η αναφορά στους Περσικούς Πολέμους. Τέλος, η πολιτική και οικονομική διάρθρωση της Πάρου υπενθυμίζει την ανάγκη ύπαρξης ισχυρών θεσμών και κράτους που θα παραμβαίνει όταν και όπου υπάρχει αναποτελεσματικότητα.