από το Ελληνικό Ιστορικό Μουσείο και το Μουσείο Μπενάκη

Η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, 1670-1821

Η αδυναμία των Οθωμανών μετά το 17ο αιώνα να προσαρμοστούν στις ευρωπαϊκές πολιτικοκοινωνικές συνθήκες προκάλεσε αποσταθεροποίηση των στρατιωτικών, διοικητικών, κοινωνικών και οικονομικών δομών της Αυτοκρατορίας και επέτρεψε την ανάπτυξη των δυνάμεων του Ελληνικού Έθνους.

Κατά την περίοδο αυτή αναπτύχθηκαν ο θεσμός των Κοινοτήτων (η τοπική αυτοδιοίκηση που υπήρξε απαρχή της πολιτικής οργάνωσης) και ο Κλεφταρματολισμός (ο πρώτος πυρήνας της στρατιωτικής δύναμης των Ελλήνων). Η ιδέα της εθνικής ενότητας καλλιεργήθηκε με βασικούς συντελεστές την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη θρησκεία και την παράδοση.

Οι Φαναριώτες, αριστοκρατική τάξη της συνοικίας του Φαναρίου της Κωνσταντινούπολης, με την πολιτική και οικονομική δύναμή τους, προστάτευαν τους Ορθόδοξους Χριστιανούς και στήριζαν την πολιτισμική υπόσταση των υποδούλων. Οι Έλληνες της Διασποράς από τις ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης, διέδιδαν στους υπόδουλους νεωτεριστικές ιδέες και ιδεολογικά σχήματα. Οι επιφανείς λόγιοι και οι Διδάσκαλοι του Γένους εργάζονταν δραστήρια για το «φωτισμό» του εκδίδοντας βιβλία και ιδρύοντας σχολεία στις τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.

Από το Ελληνικό Ιστορικό Μουσείο

Οι Ρωσοτουρκικές Συνθήκες του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) και του Ιασίου (1792), ευνοϊκές για το ελληνικό εμπόριο και τη ναυτιλία, συνέβαλαν στη ραγδαία ανάπτυξή τους και στη συσσώρευση πλούτου. Οι μεταβολές αυτές, ενισχυμένες και από τις φυγόκεντρες τάσεις εντός της αυτοκρατορίας (αποστασία Αλή Πασά Ιωαννίνων κ.α.), γέννησαν προσδοκίες για την ανάκτηση της ελευθερίας του Γένους.

Την προετοιμασία των Ελλήνων για την επανάσταση οργάνωσαν Το Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον (1809) στο Παρίσι, η Εν Αθήναις Φιλόμουσος Εταιρεία (1813) και η Φιλική Εταιρεία (1814) που ιδρύθηκαν για αυτό το σκοπό στις αρχές του 19ου αι. Η τελευταία, με έδρα την Οδησσό της Ρωσίας, μύησε με απόλυτη μυστικότητα τους Έλληνες στον κοινό σκοπό για απελευθέρωση.

Όταν οι συνθήκες κρίθηκαν κατάλληλες η Φιλική Εταιρεία πρόσφερε την αρχηγία στον Αλέξανδρο Υψηλάντη ο οποίος κήρυξε την Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (Μολδαβία-Βλαχία) στις 24 Φεβρουαρίου 1821. Το σχέδιο για ταυτόχρονη εξέγερση των υποδούλων λαών της Βαλκανικής απέτυχε, προκλήθηκε όμως ισχυρός αντιπερισπασμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που επέτρεψε την εδραίωση της επανάστασης στην Πελοπόννησο.

Σύνδεσμος στην Ιστοσελίδα του Ελληνικού Ιστορικού Μουσείου

Σύνδεσμος σε Σχετικό Βίντεο του Μουσείου Μπενάκη

Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1830

Η Επανάσταση στην Ελλάδα εκδηλώθηκε ένα μήνα μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία τον Φεβρουάριο του 1821.

Οι εξελίξεις κλιμακώθηκαν το Μάρτιο του 1821 – στις 25 του μήνα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε σταυρό στην πλατεία Αγίου Γεωργίου στην Πάτρα και ευλόγησε τα όπλα. Η ημερομηνία αυτή εορτάζεται ως επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Επανάσταση βρήκε πρόσφορο έδαφος στη νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, όπου η Φιλική Εταιρεία είχε διεισδύσει βαθιά, η ανταρσία του Αλή Πασά ευνόησε την εδραίωσή της. Η Μακεδονία, η Θράκη, η Κρήτη, η Κύπρος επίσης επαναστάτησαν.

Τα πρώτα επαναστατικά σώματα προέρχονταν από εμπειροπόλεμους κλέφτες -ανυπότακτους που στην Τουρκοκρατία είχαν ως ορμητήρια τα βουνά στο Σούλι, τη Μάνη, την Αρκαδία, τα Άγραφα κ.ά. όπου η οθωμανική εξουσία ήταν ασθενής– και από αρματολούς που συχνά προερχόμενοι από τους κόλπους των κλεφτών, διορίζονταν από τη διοίκηση για την τήρηση της τάξης. Για τη διοικητική οργάνωση του Αγώνα συγκροτήθηκαν Τοπικοί Οργανισμοί και Εθνικές Συνελεύσεις, με πρώτη αυτήν της Επιδαύρου, το Δεκέμβριο του 1821.

Η πεποίθηση των αγωνιζομένων Ελλήνων, ότι η απελευθέρωση του Γένους θα προέλθει από την ισχύ των όπλων διατυπώνεται με σαφήνεια σε απόσπασμα του όρκου των Φιλικών: «Ορκιζόμεθα δε προπάντων ότι, μεταξύ ημών και των τυράννων της πατρίδος μας, το πυρ και ο σίδηρος είναι τα μόνα μέσα της διαλλαγής και τίποτε άλλο».

Κατά την Επανάσταση, οι αγωνιστές χρησιμοποίησαν όσα όπλα είχαν κληρονομήσει από τους προγόνους τους αρματολούς και κλέφτες, αλλά ο κύριος εφοδιασμός τους έγινε από λάφυρα και από δωρεές των φιλελληνικών κομιτάτων. Το όπλο ήταν το πιο πολύτιμο αντικείμενο του πολεμιστή και διακοσμούνταν πλούσια, με θέματα από τη λαϊκή παράδοση και από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τη Χριστιανική θρησκεία.

Το καριοφίλι ήταν το πιο διαδεδομένο μακρύ πυροβόλο όπλο. Όπως και οι πιστόλες (κουμπούρες) ήταν όπλο πυριτόλιθου εμπροσθογεμές. Η σπάθα ονομαζόταν πάλα. Το γιαταγάνι ήταν πλατιά, κυρτή μαχαίρα ανατολικής προέλευσης με την κόψη προς την εσωτερική ακμή. Μέσα στις παλάσκες, αναρτημένες από το σελάχι (φαρδιά ζώνη), τοποθετούσαν προετοιμασμένα φυσίγγια (χαρτούτσες με μπαρούτι). Ο πέλεκυς εκτός από όπλο αποτελούσε και σύμβολο εξουσίας.

Στον κύριο οπλισμό προστίθενται βοηθητικά εργαλεία και εξαρτήματα: μήτρες για να χυτεύουν βόλια, πέτσινα δισάκια και μεζούρες-σέσουλες για το μπαρούτι, μεδουλάρια (μικρές θήκες με αλυσίδα που περιείχαν λιπαντικές ουσίες για τη φροντίδα των όπλων), ατσαλόπετρες (στουρνάρια) και πυριτόλιθοι (τουφεκόπετρες για την πρόκληση σπινθήρα), χαρμπιά (είδος σουβλιού με λαβή για τον καθαρισμό και το γέμισμα του όπλου), τάσια, φυλαχτά.

Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες, η δυσχέρεια υπαγωγής σε ενιαία Αρχή –από τις προστριβές μεταξύ προκρίτων, στρατιωτικών, Φαναριωτών, εμπόρων, κλήρου, λαού– κατέληξε το 1824 σε εμφύλια σύρραξη. Η απόβαση στην Πελοπόννησο το 1825 του Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου, με εκπαιδευμένο τακτικό στρατό έφερε την Ελληνική Επανάσταση σε εξαιρετικά κρίσιμο σημείο.

Από το Ελληνικό Ιστορικό Μουσείο

Κατά την Ελληνική Επανάσταση η θάλασσα αποτέλεσε κρίσιμο πεδίο πολεμικής αναμέτρησης. Παραδοσιακά ναυτικός λαός οι Έλληνες, διέθεταν στις παραμονές της Επανάστασης αξιοσημείωτη εμπορική ναυτιλία και πλούσια πολεμική εμπειρία από υπηρεσία σε μισθοφορικά, πειρατικά και κουρσάρικα πλοία. 

Με την υποχρεωτική ναυτολογία και αιχμαλωσία πολλοί Έλληνες υπηρετούσαν στον oθωμανικό στόλο.

Στα νησιά είχε αναδειχθεί μία δυναμική κοινωνική τάξη πλοιοκτητών και καπεταναίων, ευνοημένη κυρίως από τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) που επέτρεπε σε ελληνικά πλοία με ρωσική σημαία να εξοπλίζονται και να διακινούνται ελεύθερα. Η κατάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας από τους Γάλλους (1797) και ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός κατά τους Ναπολεόντειους Πόλεμους (1792-1815), συνέβαλαν στην αλματώδη ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας.

Όλα τα τουρκοκρατούμενα ελληνικά νησιά συμμετείχαν στον Αγώνα. Πιο αξιοσημείωτη ήταν η συμβολή των τριών ισχυρότερων –Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών– που, εκτός από πολυάριθμα πλοία, παρείχαν και οικονομική και διοικητική στήριξη. Τα εμπορικά πλοία μετατράπηκαν σε πολεμικό ναυτικό. Με επιθετική στρατηγική, κατόρθωσαν να ελέγξουν τους θαλάσσιους δρόμους, να αποκλείσουν στα Στενά των Δαρδανελλίων τον ογκώδη οθωμανικό στόλο, να επιβάλουν και να διασπάσουν πολιορκίες και να προκαλέσουν αντιπερισπασμό σε καίριας σημασίας χερσαίες εκστρατείες.

Η ελληνική κυριαρχία στη θάλασσα υποχώρησε λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, της εμφύλιας σύρραξης (1824-1825) και της επέμβασης του οργανωμένου και εμπειροπόλεμου αιγυπτιακού στόλου.

Η πόλη του Μεσολογγίου απέκτησε μεγάλη σημασία στην Ελληνική Επανάσταση, λόγω της στρατηγικής της θέσης. Από τους πρώτους μήνες του Αγώνα, οι Έλληνες εκδίωξαν τις Οθωμανικές δυνάμεις και οχύρωσαν την πόλη. 

Ο Ομέρ Πασά Βρυώνης και ο Κιουταχή Πασάς πολιόρκησαν το Μεσολόγγι το 1822. Στις 15 Απριλίου 1825, ο Κιουταχής επανήλθε με πολλαπλάσιες δυνάμεις και ξεκίνησε δεύτερη πολιορκία. Αργότερα ενισχύθηκε και από τον αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ Πασά. Παρά τις επανειλημμένες επιθέσεις, η πόλη άντεξε για ένα χρόνο, η πείνα όμως οδήγησε τη φρουρά και τον πληθυσμό ολόκληρο σε ηρωική έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826, από την οποία επέζησε μικρός μόνο αριθμός. Τα γεγονότα του Μεσολογγίου αποτελούν ένα από τα συγκινητικότερα επεισόδια της Ελληνικής ιστορίας. Ο υπεράνθρωπος αγώνας των πολιορκημένων συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη, που είδε σε αυτόν ένα σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας.

Όταν πρωθυπουργός στην Αγγλία ήταν ο φιλέλληνας George Canning, επετεύχθη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων (Βρετανία-Γαλλία-Ρωσία) για τη λύση του ελληνικού ζητήματος. Η Συνθήκη του Λονδίνου (6/7/1827) προέβλεπε ανακωχή των εμπολέμων και αυτονομία της Ελλάδας. Η αδιαλλαξία όμως των Οθωμανών οδήγησε στην επιβολή ναυτικού αποκλεισμού στην Πελοπόννησο και στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (8/10/1827), όπου ο στόλος των τριών Μεγάλων Δυνάμεων κατέστρεψε ολοσχερώς τον Τουρκοαιγυπτιακό. Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου υπήρξε γεγονός καθοριστικής σημασίας για την Ελληνική Επανάσταση. Ακολούθησε, τον Αύγουστο 1828 η αποστολή γαλλικού εκστρατευτικού σώματος υπό τον Στρατηγό Maison, η οποία μέσα σε δύο μήνες πέτυχε την εκκένωση της Πελοποννήσου από τον Αιγυπτιακό Στρατό. Το 1830 η ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους αναγνωρίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Σύνδεσμος στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Ιστορικού Μουσείου

Σύνδεσμος σε σχετικό βίντεο του Μουσείου Μπενάκη

‘Iδρυση του Eλληνικού Kράτους, Εδραίωση του Κοινοβουλευτισμού και Διεύρυνση των Συνόρων, 1828-1898

Ο αγώνας των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία δικαιώθηκε με τη δημιουργία αυτόνομου (1826) και κατόπιν ανεξάρτητου (1830) κράτους. H Γ΄ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας (1827) εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1831).

Η προσπάθεια του Καποδίστρια για οργάνωση του κράτους διακόπτεται με τη δολοφονία του στις 27 Σεπτ. 1831. Η πολιτική αστάθεια τερματίζεται το 1832 με τη δημιουργία του Βασιλείου της Ελλάδος και την εκλογή του Όθωνα, δευτερότοκου γιου του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄, ως Ελέωι Θεού μονάρχη (1832-1862).

Ο ανήλικος Όθωνας φτάνει το 1833 στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα, που το 1834 μεταφέρεται στην Αθήνα. Τριμελής Αντιβασιλεία -J.L. von Armansperg, J.L. von Mauer, και K.W. von Heideck- κυβερνά ως την ενηλικίωσή του (1835) και οργανώνει διοικητικά και στρατιωτικά το κράτος εν μέσω συνεχών αντιδράσεων των Ελλήνων.

Συνεχείς εξεγέρσεις για παραχώρηση συντάγματος και απομάκρυνση των Βαυαρών από τη διοίκηση, οδηγούν στην αναίμακτη επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την καθιέρωση Συνταγματικής Μοναρχίας το 1844. Συγχρόνως, η Ελλάδα βοηθά τα κινήματα των υπόδουλων ελληνικών περιοχών (Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, νησιά), συχνά με δυσβάστακτο πολιτικό κόστος διεθνώς. Το 1862 η συσσωρευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια υποχρεώνει τον Όθωνα να εγκαταλείψει το θρόνο και τη χώρα.

Mετά την έξωση του Όθωνα, oρίστηκε ως Βασιλεύς των Ελλήνων ο Γεώργιος Α΄ (1863–1913), δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Δανίας.

Από το Ελληνικό Ιστορικό Μουσείο

Ο κοινοβουλευτικός βίος εδραιώνεται στην Ελλάδα μετά τη διακήρυξη της αρχής της δεδηλωμένης από τον Χαρίλαο Τρικούπη το 1875. Στο εξής, τη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει το κόμμα που κατέχει τη δεδηλωμένη πλειοψηφία του λαού, όπως αυτή εκφράζεται στις εκλογές. Στη δεκαετία του 1880 θεμελιώνονται κόμματα αρχών, που εναλλάσσονται στην εξουσία, και αναδεικνύονται αξιόλογες πολιτικές προσωπικότητες.

Τα νησιά του Ιονίου, ύστερα από μακραίωνη βενετική κυριαρχία (τέλη 15ου αι. – 1797) και σύντομη κατοχή τους από Γάλλους και Ρώσους, περιήλθαν στην προστασία της Μεγάλης Βρετανίας (1814-1864). Οι αγώνες των Επτανησίων, αλλά και πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής, οδήγησαν στην παραχώρηση των νήσων στην Ελλάδα το 1864.

Η εξέγερση των λαών της Βαλκανικής εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδήγησε σε νέα κρίση του Ανατολικού Ζητήματος (1875-1878). Το ελληνικό εθνικό ζήτημα αναζωπυρώθηκε. Μετά από αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε το 1878 στο Βερολίνο η τελική συνθήκη ειρήνης, που οδήγησε το 1881 στην παραχώρηση της Θεσσαλίας και της επαρχίας Άρτας στην Ελλάδα.

Σύνδεσμος στην ιστοσελίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου

Σύνδεσμος σε σχετικό βίντεο του Μουσείου Μπενάκη

Κρητικό Ζήτημα, Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί Πόλεμοι και Μικρασιατική Εκστρατεία, 1899-1922

Μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, συνεχή επαναστατικά κινήματα εκδηλώνονται στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη προκαλώντας παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Το Κρητικό Ζήτημα συγκινούσε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη στην Ελλάδα, που συμπαραστεκόταν με ποικίλους τρόπους στον αγώνα του νησιού, συχνά επηρεάζοντας και την εξωτερική πολιτική της χώρας. Η μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-1869, με κορυφαία στιγμή το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου, προκάλεσε διεθνώς ευνοϊκό ρεύμα υπέρ του αγώνα των Κρητών. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. η Κρήτη βρισκόταν, με μικρά διαλείμματα, σε συνεχή αναβρασμό. Το καθεστώς αυτονομίας, που παραχωρήθηκε στο νησί το διάστημα 1899-1909 (Κρητική Πολιτεία) δεν ικανοποίησε τους Κρήτες, αντίθετα εντάθηκε ο αγώνας για Ένωση με την Ελλάδα. Αυτό επιτεύχθηκε τελικά κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1913).

Η τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, στην οποία σημειώθηκαν πολυάριθμες επαναστάσεις με αφορμή τις εκάστοτε εξελίξεις του Ανατολικού Ζητήματος, έγινε από τη δεκαετία του 1870 πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των βαλκανικών εθνοτήτων. Από το 1904 ως το 1908, ελληνικά ανταρτικά σώματα, με την έμμεση υποστήριξη του ελληνικού κράτους, έδρασαν στη Μακεδονία υπερασπίζοντας τους Έλληνες κατοίκους από τους εξοντωτικούς διωγμούς που εξαπέλυαν άτακτες βουλγαρικές ομάδες. Ταυτόχρονα συγκροτήθηκε ένα ισχυρό δίκτυο από διπλωμάτες, ιερείς, εκπαιδευτικούς, που αποσκοπούσε στην καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας και την τόνωση της εθνικής συνείδησης. Ο ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία τερματίστηκε το 1908 με την Επανάσταση των Νεότουρκων, που αναπτέρωσε πρόσκαιρα αλλά μάταια τις ελπίδες για ισότητα όλων των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1908 η εκδήλωση του κινήματος των Νεότουρκων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εξέθρεψε προσδοκίες στις υπόδουλες εθνότητες για ισότιμη μεταχείριση.

Παρά τις υποσχέσεις όμως, η καταπίεση αυξήθηκε. Τα βαλκανικά κράτη πληθυσμοί των οποίων παρέμεναν ακόμη υπόδουλοι οδηγήθηκαν σε συμμαχία, παραμερίζοντας τις μεταξύ τους αντιθέσεις. Η άρνηση της Πύλης να δεχθεί τα αιτήματα των βαλκανικών συμμάχων (Ελλάδα-Σερβία-Μαυροβούνιο-Βουλγαρία) για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των ομοεθνών τους οδήγησε στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (Οκτ.1912). Κατά τη διάρκειά του η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων ξεπέρασε κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη αναγκάζοντας την Τουρκία να συνθηκολογήσει. Η τελική συνθήκη που επιβεβαίωνε τη νίκη των συμμάχων υπογράφηκε στο Λονδίνο (17.5.1913).

Σύντομα όμως ο ανταγωνισμός μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων για τη διανομή των απελευθερωμένων εδαφών και κυρίως οι επεκτατικές βλέψεις της Βουλγαρίας οδήγησαν σε νέα σύρραξη (Ιούνιος 1913), αυτή τη φορά μεταξύ των συμμάχων (Ελλάδα-Σερβία-Ρουμανία εναντίον της Βουλγαρίας). Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με ήττα της Βουλγαρίας και οδήγησε στην υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου (28.7.1913).

Από το Ελληνικό Ιστορικό Μουσείο

Για την Ελλάδα τα εθνικά κέρδη ήταν πολύ μεγάλα, αφού με την απελευθέρωση της Κρήτης, της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου η χώρα διπλασιάστηκε σχεδόν σε έκταση και πληθυσμό.

Ο αποικιακός ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησε το 1914 στoν Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Δύο ήταν οι συνασπισμοί που συγκροτήθηκαν: οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες -Γερμανία, Αυστροουγγαρία- και η Τριπλή ή Εγκάρδια Συνεννόηση – Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία (Εntente Cordiale).

Στην Ελλάδα η στάση που έπρεπε να τηρήσει η χώρα έγινε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης που επέφερε το Διχασμό. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος υποστήριζε την ουδετερότητα, ενώ ο πρωθυπουργός Ελ.Βενιζέλος την σύμπραξη της χώρας με τους συμμάχους. Τελικά το 1917 η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο με την Entente που υπήρξε ο νικητής του πολέμου και αποκόμισε σημαντικά εθνικά κέρδη. Με τη συνθήκη του Νεϊγύ (Νοέμ.1919) απέκτησε τη Δυτική Θράκη, ενώ με τη συνθήκη των Σεβρών (Αύγ. 1920) της παραχωρήθηκε η Ανατολική Θράκη και αναγνωρίστηκε η παρουσία της Ελλάδας στη Μικρά Ασία. Έτσι το σύνολο σχεδόν του υπόδουλου ελληνισμού ενσωματωνόταν στον εθνικό κορμό, γεγονός που αποτελούσε βασική εθνική επιδίωξη (Μεγάλη Ιδέα).

Το 1919, στα πλαίσια συμμαχικής εντολής, η Ελλάδα απέστειλε στρατό στην περιοχή της Σμύρνης. Το γεγονός αυτό όξυνε τον τουρκικό εθνικισμό (Κίνημα Κεμάλ Ατατούρκ). Στην πολεμική αντιπαράθεση που ακολούθησε οι Έλληνες, παρά τις αρχικές επιτυχίες, εγκαταλελειμμένοι από τους συμμάχους ηττήθηκαν (Αύγ.1922) με συνέπεια τον ξεριζωμό του μικρασιατικού ελληνισμού (Καταστροφή Σμύρνης).

Με τη συνθήκη της Λωζάννης (Νοέμ. 1923) ορίστηκε το νέο συνοριακό καθεστώς Ελλάδος-Τουρκίας και αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών με εξαίρεση τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, καθώς και τους μουσουλμάνους της δυτικής Θράκης.

Σύνδεσμος στην ιστοσελίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου