Γιώργος Αλογοσκούφης

____________________________________

Η φετινή ΔΕΘ ανέδειξε, ίσως περισσότερο από άλλες χρονιές, το βασικό δίλημμα της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Τόσο ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας έθεσαν, με διαφορετικό τρόπο, το ζήτημα των εισοδημάτων, της παραγωγής και της πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη. Πίσω όμως από τις διαφορετικές προτεραιότητες και τις αναπόφευκτες πολιτικές αντιπαραθέσεις βρίσκεται ένα κοινό πρόβλημα: η Ελλάδα εξακολουθεί να παράγει πολύ λιγότερο ανά εργαζόμενο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες και να εξαρτάται υπερβολικά από την κατανάλωση, τις εισαγωγές και δραστηριότητες σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Η οικονομία έχει ασφαλώς διανύσει μεγάλη απόσταση από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η δημοσιονομική ισορροπία αποκαταστάθηκε, οι τράπεζες εξυγιάνθηκαν, η ανεργία υποχώρησε και η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα. Τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξη είναι ταχύτερη από εκείνη της ευρωζώνης.

Αλλά η ανάκαμψη δεν πρέπει να συγχέεται με τον παραγωγικό μετασχηματισμό.

Η πραγματική δοκιμασία είναι αν η χώρα μπορεί να διατηρήσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης όταν εξασθενήσει η ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης και ενώ ο πληθυσμός εργασιακής ηλικίας μειώνεται. Αυτό προϋποθέτει μία νέα πηγή ανάπτυξης: την παραγωγικότητα.

Τι μας λέει η φετινή ΔΕΘ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε ένα τετραετές πλαίσιο με ορίζοντα το 2030, στο οποίο δεσπόζουν οι φορολογικές ελαφρύνσεις, οι αυξήσεις εισοδημάτων και συγκεκριμένοι μακροοικονομικοί στόχοι. Μεταξύ αυτών είναι η ανεργία κάτω από το 6%, μέσος μισθός 1.800 ευρώ, κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ έως το 2028, δημόσιο χρέος κάτω από το 110% του ΑΕΠ και μείωση της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30%.

Πρόκειται για θεμιτούς και σημαντικούς στόχους. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι με ποιον τρόπο θα επιτευχθούν. Οι πραγματικοί μισθοί δεν μπορούν μακροχρόνια να αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα χωρίς να διαβρώνεται η ανταγωνιστικότητα. Και η φορολογική ελάφρυνση, όσο αναγκαία και αν είναι, αυξάνει κυρίως το διαθέσιμο εισόδημα. Δεν μεταβάλλει από μόνη της την παραγωγική δομή.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε το ζήτημα, υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ακόμη και σε έναν ανταγωνιστικό αγροτικό τομέα η Ελλάδα μπορεί να πετύχει πολύ περισσότερα εάν αυξήσει την παραγωγικότητά της.

Ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε το ίδιο πρόβλημα από διαφορετική αφετηρία. Η πρότασή του στη ΔΕΘ είχε ως κεντρικό σύνθημα «να παράγουμε περισσότερο, να μοιραζόμαστε δικαιότερα, να ζούμε καλύτερα» και προσδιόρισε ως βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας το έλλειμμα παραγωγικότητας, επενδύσεων και τεχνολογίας. Πρότεινε νέα βιομηχανική πολιτική και ένα «Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης», με αρχικά κεφάλαια 12 δισ. ευρώ στην τετραετία και στόχο, μέσω μόχλευσης, να κινητοποιηθούν σημαντικά μεγαλύτερες επενδύσεις. Έδωσε επίσης έμφαση σε φάρμακα και βιοτεχνολογία, αγροδιατροφή, ενεργειακό εξοπλισμό, ναυπηγοεπισκευή και περιφερειακή ανάπτυξη.

Η έμφαση στον παραγωγικό μετασχηματισμό είναι ορθή. Εδώ όμως εμφανίζεται ένας διαφορετικός κίνδυνος: η βιομηχανική πολιτική να διολισθήσει σε κρατική επιλογή κλάδων και επιχειρήσεων, επιδοτήσεις χωρίς επαρκή αξιολόγηση και μια νέα μορφή προστατευτισμού. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δημόσια στήριξη μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον όταν συνοδεύεται από ανταγωνισμό, σαφή κριτήρια απόδοσης και δυνατότητα διακοπής της χρηματοδότησης όταν οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται.

Το πραγματικό ζητούμενο

Επομένως, η επιλογή δεν είναι μεταξύ «αγοράς» και «βιομηχανικής πολιτικής». Χρειάζεται ένας συνδυασμός.

Πρώτον, η Ελλάδα πρέπει να μετακινηθεί από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις. Δεν αρκεί όμως να αυξηθούν οι συνολικές επενδύσεις. Πρέπει να αλλάξει και η σύνθεσή τους: λιγότερη εξάρτηση από κατοικίες και ακίνητα και περισσότερες επενδύσεις σε εξοπλισμό, τεχνολογία, έρευνα, ψηφιοποίηση, ενέργεια, logistics και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Δεύτερον, πρέπει να ενισχυθούν οι διεθνώς εμπορεύσιμες δραστηριότητες. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες επιχειρήσεις που εξάγουν, όχι απλώς περισσότερη παραγωγή για την εγχώρια αγορά. Αυτό περιλαμβάνει τη μεταποίηση, αλλά και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, τεχνολογία, φάρμακα, αγροδιατροφή, ναυτιλιακές υπηρεσίες και έναν τουρισμό υψηλότερης ποιότητας.

Τρίτον, πρέπει να μεγαλώσουν οι επιχειρήσεις. Η υπερβολική κατάτμηση της ελληνικής παραγωγής σε πολύ μικρές μονάδες περιορίζει την πρόσβαση σε τεχνολογία, χρηματοδότηση, εξειδικευμένο προσωπικό και διεθνείς αγορές. Χρειάζονται ισχυρότερα κίνητρα για συνεργασίες, συγχωνεύσεις και παραγωγικά δίκτυα.

Τέταρτον, χρειάζεται ανθρώπινο κεφάλαιο. Με τον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας να μειώνεται, η ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται κυρίως σε περισσότερη εργασία. Πρέπει να βασιστεί σε καλύτερη εργασία: εκπαίδευση, τεχνική κατάρτιση, επανακατάρτιση, τεχνολογία και επαναπατρισμό ανθρώπινου δυναμικού.

Ένα δεκαετές χρονοδιάγραμμα

Η αλλαγή παραγωγικού υποδείγματος δεν πραγματοποιείται σε μία τετραετία.

Η περίοδος 2026–2028 πρέπει να είναι περίοδος θεμελίωσης: πλήρης αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης, επιτάχυνση της δικαιοσύνης, χωροταξία, δίκτυα ενέργειας και μεταφορών, περιορισμός των εμποδίων στη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και μεταρρύθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η περίοδος 2029–2032 πρέπει να είναι η φάση της παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και οι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να συνδέονται πολύ περισσότερο με επενδύσεις σε τεχνολογία, εξαγωγές και αύξηση της παραγωγικότητας. Οι ενισχύσεις πρέπει να είναι προσωρινές, ανταγωνιστικές και μετρήσιμες.

Και η περίοδος 2033–2035 πρέπει να είναι η περίοδος πραγματικής σύγκλισης: επενδύσεις κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ταχύτερη παραγωγικότητα, υψηλότεροι πραγματικοί μισθοί, μεγαλύτερη εξαγωγική βάση και σημαντικός περιορισμός της εξωτερικής ανισορροπίας.

Το κριτήριο της επόμενης ημέρας

Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ συνήθως κρίνονται από το άμεσο δημοσιονομικό τους όφελος: ποιος κερδίζει από έναν φόρο, μία αύξηση ή μία επιδότηση. Αυτό είναι αναπόφευκτο, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουν οι εκλογές.

Για την Ελλάδα, όμως, υπάρχει ένα πολύ σημαντικότερο κριτήριο.

Κάθε μέτρο —είτε πρόκειται για φορολογική ελάφρυνση της κυβέρνησης είτε για δημόσια επενδυτική παρέμβαση της αντιπολίτευσης— πρέπει να αξιολογείται με βάση τέσσερα ερωτήματα: Αυξάνει τις παραγωγικές επενδύσεις; Αυξάνει την παραγωγικότητα; Δημιουργεί περισσότερες εξαγωγές; Βελτιώνει με διατηρήσιμο τρόπο τους πραγματικούς μισθούς;

Αν η απάντηση είναι αρνητική, μπορεί να έχουμε καλύτερη διανομή του σημερινού εισοδήματος, αλλά δεν έχουμε νέο παραγωγικό υπόδειγμα.

Η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό τη μετάβαση από την κρίση στη σταθερότητα. Η πραγματική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας είναι δυσκολότερη: η μετάβαση από τη σταθερότητα στην παραγωγικότητα και από την ανάκαμψη στην πραγματική σύγκλιση.

Αυτό θα έπρεπε να είναι και το ουσιαστικότερο διακύβευμα των επόμενων εκλογών.

______________________________________

Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.

© Γιώργος Αλογοσκούφης

______________________________________

Τα ζητήματα τα οποία πραγματεύεται αυτό το άρθρο αναλύονται διεξοδικά σε δύο πρόσφατα βιβλία μου για την ελληνική οικονομία.

Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Αθήνα, Gutenberg, 2021

Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, Αθήνα, Gutenberg, 2024