Γιώργος Αλογοσκούφης
______________________
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Κίνα ήταν μια φτωχή, κλειστή και τεχνολογικά καθυστερημένη οικονομία. Η συμμετοχή της στην παγκόσμια παραγωγή ήταν περιορισμένη, το μερίδιό της στο διεθνές εμπόριο αμελητέο και το κατά κεφαλήν εισόδημά της βρισκόταν στα επίπεδα των φτωχότερων αναπτυσσόμενων χωρών. Ελάχιστοι μπορούσαν τότε να προβλέψουν ότι, μέσα σε τέσσερις δεκαετίες, η Κίνα θα εξελισσόταν στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, στον μεγαλύτερο εξαγωγέα αγαθών και, κυρίως, στο σημαντικότερο βιομηχανικό κέντρο της υφηλίου.
Η άνοδος της Κίνας δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη περίπτωση επιτυχούς οικονομικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές στην κατανομή της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η ένταξη μιας χώρας με πληθυσμό άνω του ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων στην παγκόσμια οικονομία επηρέασε τις τιμές, τους μισθούς, τις επενδύσεις, τις ροές κεφαλαίων και την κατανομή της παραγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο. Δημιούργησε τεράστια οφέλη, αλλά και βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές εντάσεις.
Η αφετηρία υπήρξε η πολιτική μεταρρυθμίσεων και ανοίγματος που εγκαινίασε ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ μετά το 1978. Η μετάβαση δεν πραγματοποιήθηκε με μια απότομη εγκατάλειψη του κεντρικού σχεδιασμού, αλλά σταδιακά και πειραματικά. Η γεωργική παραγωγή αποδεσμεύθηκε από τις κομμούνες, ενθαρρύνθηκε η δημιουργία επιχειρήσεων, αναπτύχθηκαν ειδικές οικονομικές ζώνες και άνοιξαν οι πύλες στις ξένες επενδύσεις.
Η Σεντζέν, ένα μικρό αλιευτικό κέντρο στα σύνορα με το Χονγκ Κονγκ, μετατράπηκε σε σύμβολο της νέας εποχής: μια μεγαλούπολη εκατομμυρίων κατοίκων, έδρα βιομηχανικών και τεχνολογικών επιχειρήσεων παγκόσμιας εμβέλειας. Παρόμοιες ζώνες αναπτύχθηκαν κατά μήκος των ανατολικών και νότιων ακτών, συνδέοντας την κινεζική οικονομία με τα παραγωγικά δίκτυα της Ανατολικής Ασίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης.
Η διεθνής συγκυρία ήταν ευνοϊκή. Οι δυτικές επιχειρήσεις αναζητούσαν χαμηλότερο κόστος, ενώ η πρόοδος στις μεταφορές και στις επικοινωνίες επέτρεπε τον γεωγραφικό κατακερματισμό της παραγωγής. Ένα προϊόν μπορούσε να σχεδιάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, να χρησιμοποιεί εξαρτήματα από την Ιαπωνία, την Κορέα ή την Ταϊβάν, να συναρμολογείται στην Κίνα και να πωλείται σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η Κίνα διέθετε ένα σχεδόν ανεξάντλητο απόθεμα φθηνού εργατικού δυναμικού, υψηλή εθνική αποταμίευση και ένα κράτος ικανό να κινητοποιεί πόρους. Επένδυσε μαζικά σε λιμάνια, αυτοκινητοδρόμους, ηλεκτρικά δίκτυα, βιομηχανικές ζώνες και αργότερα σε σιδηροδρόμους υψηλής ταχύτητας. Παράλληλα, οι τοπικές αρχές ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την προσέλκυση επενδύσεων και την ανάπτυξη εξαγωγικών επιχειρήσεων.
Τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά. Επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, το πραγματικό κινεζικό ΑΕΠ αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό που πλησίαζε το 9%. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη γεωργία και μετακινήθηκαν προς τις πόλεις, τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες. Η ακραία φτώχεια περιορίστηκε δραστικά και δημιουργήθηκε μια πολυπληθής μεσαία τάξη.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Κίνα αντιπροσώπευε περίπου το 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε τρέχοντα δολάρια. Σήμερα το μερίδιό της προσεγγίζει το 17%, ενώ με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης η Κίνα είναι ήδη η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Το ΑΕΠ της, από λιγότερο από 200 δισ. δολάρια το 1980, έχει υπερβεί τα 18 τρισ. δολάρια.
Η σημαντικότερη πλευρά αυτής της μεταμόρφωσης ήταν η εκβιομηχάνιση. Αρχικά, η Κίνα εξήγε προϊόντα εντάσεως εργασίας: ενδύματα, υποδήματα, παιχνίδια και απλά καταναλωτικά αγαθά. Με τον χρόνο, όμως, πέρασε στα ηλεκτρονικά, στα μηχανήματα, στα χημικά προϊόντα, στον χάλυβα, στα πλοία και στον βιομηχανικό εξοπλισμό.
Η Κίνα έπαψε σταδιακά να αποτελεί απλώς τον τόπο τελικής συναρμολόγησης εισαγόμενων εξαρτημάτων. Δημιούργησε πυκνά εγχώρια δίκτυα προμηθευτών, εξειδικευμένες βιομηχανικές περιοχές και πλήρεις αλυσίδες παραγωγής. Η μεταποιητική της προστιθέμενη αξία ανέρχεται πλέον σε περίπου 4,7 τρισ. δολάρια και αντιστοιχεί σχεδόν στο 30% της παγκόσμιας μεταποίησης. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένα στα τρία βιομηχανικά προϊόντα του κόσμου παράγεται στην Κίνα.
Η χώρα κατέχει δεσπόζουσα θέση στον χάλυβα, στο τσιμέντο, στη ναυπήγηση πλοίων, στα ηλεκτρονικά και σε πολλές κατηγορίες μηχανημάτων. Τα τελευταία χρόνια διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία και στους κλάδους που θα διαμορφώσουν την επόμενη βιομηχανική εποχή: ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, τηλεπικοινωνίες και τεχνητή νοημοσύνη. Από «εργοστάσιο φθηνών προϊόντων» μετατρέπεται σε τεχνολογικό ανταγωνιστή των προηγμένων οικονομιών.
Εξίσου θεαματική ήταν η εξέλιξη του εμπορίου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το μερίδιο της Κίνας στις παγκόσμιες εξαγωγές αγαθών ήταν μικρότερο από 1%. Σήμερα προσεγγίζει το 14%. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών στον κόσμο και ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος για περισσότερες από εκατό χώρες.
Καθοριστική καμπή υπήρξε η ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001. Η ένταξη κατοχύρωσε την πρόσβαση των κινεζικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και περιόρισε την αβεβαιότητα για τους ξένους επενδυτές. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις επιτάχυναν τη μεταφορά παραγωγής στην Κίνα και οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν εκρηκτικά.
Η σημασία της Κίνας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις εξαγωγές. Αποτελεί επίσης έναν από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ενέργειας, μετάλλων, πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων. Οι διακυμάνσεις της κινεζικής ζήτησης επηρεάζουν άμεσα τις τιμές του πετρελαίου, του χαλκού, του σιδηρομεταλλεύματος και των τροφίμων. Για πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες, η πορεία της Κίνας είναι σημαντικότερη ακόμη και από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Ευρώπης.
Η κινεζική άνοδος δημιούργησε μεγάλα οφέλη για την παγκόσμια οικονομία. Τα φθηνότερα βιομηχανικά προϊόντα αύξησαν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και συνέβαλαν στην υποχώρηση του παγκόσμιου πληθωρισμού για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Οι επιχειρήσεις περιόρισαν το κόστος τους, ενώ οι εξαγωγείς πρώτων υλών απέκτησαν πρόσβαση σε μια τεράστια και ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά.
Τα οφέλη, όμως, δεν κατανεμήθηκαν ομοιόμορφα. Η εισαγωγική διείσδυση κινεζικών προϊόντων επιτάχυνε την παρακμή ορισμένων βιομηχανικών περιοχών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη. Οι καταναλωτές κέρδισαν, αλλά συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων έχασαν θέσεις απασχόλησης, εισοδήματα και κοινωνική ασφάλεια. Το αποκαλούμενο «κινεζικό σοκ» συνέβαλε στην πολιτική δυσαρέσκεια και στην αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης.
Παράλληλα, η Κίνα διατήρησε ένα οικονομικό πρότυπο βασισμένο στις επενδύσεις, στη βιομηχανία και στις εξαγωγές, με σχετικά περιορισμένη ιδιωτική κατανάλωση. Η υψηλή αποταμίευση, η κατευθυνόμενη πίστωση, οι κρατικές ενισχύσεις και η προνομιακή μεταχείριση στρατηγικών κλάδων δημιούργησαν τεράστια παραγωγική δυναμικότητα. Όταν η εσωτερική ζήτηση δεν επαρκεί για να την απορροφήσει, το πλεόνασμα διοχετεύεται στις διεθνείς αγορές.
Αυτό βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα των εμπορικών εντάσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση κατηγορούν την Κίνα ότι επιδοτεί τις επιχειρήσεις της και δημιουργεί υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, ιδίως στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, στις μπαταρίες και στα φωτοβολταϊκά. Η Κίνα απαντά ότι η επιτυχία της οφείλεται στις επενδύσεις, στις οικονομίες κλίμακας και στην αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεών της.
Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οικονομική αλληλεξάρτηση άρχισε να μετατρέπεται σε στρατηγικό ανταγωνισμό. Οι έλεγχοι στις εξαγωγές ημιαγωγών, οι αυξήσεις δασμών και οι πολιτικές επαναπατρισμού ή μεταφοράς της παραγωγής σε «φιλικές» χώρες αποσκοπούν στη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα. Ωστόσο, η πλήρης αποσύνδεση είναι ούτε εύκολη ούτε οικονομικά ανώδυνη. Ακόμη και προϊόντα που συναρμολογούνται στο Βιετνάμ, στην Ινδία ή στο Μεξικό συχνά περιέχουν κινεζικά εξαρτήματα ή παράγονται με κινεζικά μηχανήματα.
Η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει πλέον σοβαρές εσωτερικές προκλήσεις: δημογραφική γήρανση, μείωση του εργατικού δυναμικού, κρίση στην αγορά ακινήτων, υψηλό χρέος των τοπικών κυβερνήσεων και επιβράδυνση της παραγωγικότητας. Οι ρυθμοί ανάπτυξης των προηγούμενων δεκαετιών δεν μπορούν να επαναληφθούν.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η παγκόσμια σημασία της Κίνας θα περιοριστεί. Μια οικονομία αυτού του μεγέθους, ακόμη και με ανάπτυξη της τάξης του 4%, εξακολουθεί να προσθέτει κάθε χρόνο ένα τεράστιο μέγεθος στην παγκόσμια παραγωγή. Επιπλέον, το κέντρο βάρους της μετατοπίζεται προς τεχνολογίες στρατηγικής σημασίας.
Η Κίνα υπήρξε ένας από τους βασικούς κινητήρες της παγκοσμιοποίησης των τελευταίων σαράντα ετών. Σήμερα είναι ταυτόχρονα αγορά, παραγωγική βάση, χρηματοδότης, τεχνολογικός ανταγωνιστής και γεωπολιτική δύναμη. Το κεντρικό ζήτημα δεν είναι πλέον αν θα παραμείνει στο κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά με ποιους κανόνες θα ασκεί την ισχύ της και κατά πόσον η άνοδός της μπορεί να συμβιβαστεί με ένα ανοικτό και σχετικά σταθερό διεθνές οικονομικό σύστημα.
______________________________________
Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.
© Γιώργος Αλογοσκούφης
_______________________________________
Για περισσότερα αναφορικά με την διεθνή οικονομική και την παγκόσμια οικονομία βλ.
Αλογοσκούφης Γ. (2013), Διεθνής Οικονομική και Παγκόσμια Οικονομία, Gutenberg, Αθήνα
Η δεύτερη αναθεωρημένη και επαυξημένη έκδοση αυτού του βιβλίου αναμένεται τον Οκτώβριο του 2026.
