Γιώργος Αλογοσκούφης

__________________________________________

Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται το τελευταίο διάστημα ανάμεσα στη σφύρα μίας αρνητικής συγκυρίας και το αμόνι των βαθύτερων διαρθρωτικών της αδυναμιών. Στη σημερινή διεθνή συγκυρία η ανάπτυξη παραμένει χαμηλή και άνιση, ενώ η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων περιορίζει τις δυνατότητες νομισματικής στήριξης. Παράλληλα, πίσω από τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις βρίσκονται βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες: χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας, τεχνολογική υστέρηση, κατακερματισμένες αγορές και ανεπαρκείς κοινοί μηχανισμοί χρηματοδότησης και οικονομικής στήριξης. Η σημερινή συγκυρία κάνει αυτές τις αδυναμίες περισσότερο ορατές και δυσκολότερες στη διαχείριση.

Η έκθεση Draghi για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο κατανόησης αυτής της σύνδεσης. Η βασική της προειδοποίηση ήταν ότι η Ευρώπη χρειάζεται ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας για να χρηματοδοτήσει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, να ενισχύσει την ασφάλειά της και να διατηρήσει το κοινωνικό της μοντέλο. Δύο χρόνια αργότερα, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει κατά πόσον μπορεί να μετατρέψει μια κοινά αποδεκτή διάγνωση σε αποτελεσματική συλλογική δράση.

Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία, η ΕΕ και η ευρωζώνη εξακολουθούν να αναπτύσσονται, χωρίς όμως ισχυρή δυναμική. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,7% στην ΕΕ και 0,6% στην ευρωζώνη έναντι του προηγούμενου τριμήνου. Σε ετήσια βάση, οι αυξήσεις ήταν 1,4% και 1,2%, αντίστοιχα. Η βελτίωση ακολούθησε σχεδόν στασιμότητα στο πρώτο τρίμηνο. Επιπλέον, στην ευρωζώνη η συμβολή των πάγιων επενδύσεων στην τριμηνιαία ανάπτυξη ήταν σχεδόν μηδενική, ενώ οι καθαρές εξαγωγές είχαν καθοριστικό ρόλο. Η ανάκαμψη παραμένει ασθενής και δεν έχει ακόμη αποκτήσει ευρεία επενδυτική στήριξη.

Η εικόνα διαφέρει αισθητά μεταξύ χωρών. Στο δεύτερο τρίμηνο, η ετήσια ανάπτυξη έφθανε το 2,7% στην Ισπανία, το 2,5% στην Πορτογαλία και το 1,9% στην Ελλάδα, έναντι 1,0% στη Γερμανία και την Ιταλία και μόλις 0,5% στη Γαλλία. Οι αποκλίσεις αυτές δείχνουν γιατί οι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Οι εθνικές παραγωγικές δομές, η δημοσιονομική κατάσταση και η έκθεση στις διεθνείς διαταραχές επηρεάζουν διαφορετικά την κάθε οικονομία.

Ταυτόχρονα, η άνοδος του πληθωρισμού στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη, επαναφέρει την πίεση στα πραγματικά εισοδήματα. Η ΕΚΤ αύξησε τον Σεπτέμβριο το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%, επικαλούμενη τις πληθωριστικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Στις προβλέψεις της εκτιμούσε ανάπτυξη της ευρωζώνης 0,9% το 2026 και 1,4% το 2027, με μέσο πληθωρισμό 3,0% και 2,5%, αντίστοιχα. Ο συνδυασμός ασθενούς ανάπτυξης και επίμονων αυξήσεων τιμών δημιουργεί μεγάλες δυσκολίες στις επιλογές της νομισματικής πολιτικής.

Η απασχόληση παραμένει σημαντικό στήριγμα. Τον Αύγουστο, η ανεργία ήταν 6,1% στην ΕΕ και 6,4% στην ευρωζώνη, αυξημένη κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα έναντι του προηγούμενου έτους. Η σχετικά περιορισμένη επιδείνωση συγκρατεί τις κοινωνικές συνέπειες της χαμηλής ανάπτυξης. Ωστόσο, η αντοχή της απασχόλησης δεν εγγυάται από μόνη της διατηρήσιμη αύξηση των εισοδημάτων. Για να αυξάνονται οι πραγματικοί μισθοί χωρίς πληθωριστικές πιέσεις, χρειάζεται να αυξάνεται και το προϊόν ανά εργαζόμενο.

Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διαρθρωτική αδυναμία της Ευρώπης. Μελέτη του ΔΝΤ εκτιμά ότι το προϊόν ανά ώρα εργασίας στην ΕΕ υποχώρησε από περίπου 90% του αμερικανικού επιπέδου το 1995 σε περίπου 80% το 2024. Η μακροχρόνια αυτή απόκλιση δείχνει ότι το πρόβλημα προϋπήρχε των πρόσφατων ενεργειακών και γεωπολιτικών διαταραχών. Παρά την πρόσβαση σε πολλές από τις ίδιες τεχνολογίες, η ευρωπαϊκή οικονομία τις αξιοποίησε λιγότερο αποτελεσματικά. Τα συνολικά μεγέθη αποκρύπτουν βεβαίως και σημαντικές διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ των κρατών μελών.

Η υστέρηση αυτή εξηγεί γιατί παρόμοιες εξωτερικές πιέσεις μπορούν να έχουν διαφορετικές συνέπειες. Μια οικονομία με ταχύτερη τεχνολογική πρόοδο και υψηλότερες αναμενόμενες αποδόσεις διαθέτει περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες και μεγαλύτερα περιθώρια αύξησης εισοδημάτων. Αντίθετα, όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται αργά, η άνοδος του ενεργειακού κόστους ή των επιτοκίων απορροφά μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων. Η συγκυριακή διαταραχή συναντά ήδη περιορισμένες αναπτυξιακές δυνατότητες και μπορεί να παρατείνει την επενδυτική αδράνεια.

Σημαντικό μέρος του χάσματος με τις ΗΠΑ συνδέεται με την ψηφιακή οικονομία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι κλάδοι πληροφορικής, επικοινωνιών και ορισμένων επαγγελματικών υπηρεσιών, οι οποίοι συμβάλλουν ιδιαίτερα στην αύξηση της παραγωγικότητας, έχουν επεκταθεί ταχύτερα στις ΗΠΑ. Υπογραμμίζει επίσης ότι μέρος της πρόσφατης απόκλισης έχει συγκυριακά χαρακτηριστικά, όπως η διαφορετική αξιοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας. Χρειάζεται επομένως να αποφεύγεται η απόδοση κάθε βραχυχρόνιας διαφοράς σε μόνιμη ευρωπαϊκή παρακμή. Η μακροχρόνια τεχνολογική υστέρηση, όμως, παραμένει.

Το ζήτημα αφορά τόσο την παραγωγή νέων τεχνολογιών όσο και τη διάδοσή τους στην υπόλοιπη οικονομία. Η ΕΚΤ έχει επισημάνει ότι η ευρωζώνη δεν αξιοποίησε εξίσου αποτελεσματικά την επανάσταση της πληροφορικής. Η αγορά λογισμικού ή εξοπλισμού δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από οργανωτικές αλλαγές, κατάλληλες δεξιότητες και νέες επιχειρηματικές πρακτικές. Η ίδια πρόκληση εμφανίζεται σήμερα στην τεχνητή νοημοσύνη: το αναπτυξιακό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την ουσιαστική ενσωμάτωσή της στην παραγωγή και στις υπηρεσίες.

Η τεχνολογική αδυναμία συνδέεται στενά με το μέγεθος και τον δυναμισμό των επιχειρήσεων. Έρευνα του ΔΝΤ εντοπίζει προβλήματα τόσο στις μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αιχμής όσο και στις νέες επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης. Οι μικρότερες πραγματικά προσβάσιμες αγορές και η περιορισμένη χρηματοδότηση από κεφαλαιαγορές δυσκολεύουν τις πρώτες. Οι ελλείψεις δεξιοτήτων και επιχειρηματικών κεφαλαίων περιορίζουν τη δημιουργία και μεγέθυνση των δεύτερων. Το πρόβλημα συνεπώς υπερβαίνει την απλή καταμέτρηση μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων: αφορά την ικανότητα ανανέωσης της παραγωγικής δομής.

Μια παραγωγική μικρή επιχείρηση πρέπει να μπορεί να μεγαλώνει, να προσλαμβάνει και να διεκδικεί νέες αγορές. Αν η επέκταση απαιτεί δυσανάλογα διοικητικά και χρηματοδοτικά έξοδα, η αρχική επιτυχία μπορεί να παραμένει τοπική. Αντίστοιχα, η παρατεταμένη διατήρηση πόρων σε δραστηριότητες χαμηλής απόδοσης περιορίζει τις δυνατότητες των δυναμικότερων επιχειρήσεων. Η αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων χρειάζεται επομένως να διευκολύνει και τη μετάβασή τους σε παραγωγικότερες θέσεις εργασίας, με κατάρτιση και επαρκή εισοδηματική στήριξη.

Ο κατακερματισμός της ενιαίας αγοράς βρίσκεται στο κέντρο αυτού του προβλήματος. Η απουσία εσωτερικών δασμών δεν εξαλείφει τις διαφορές στην αδειοδότηση, στις επαγγελματικές απαιτήσεις και στις διοικητικές διαδικασίες. Ιδιαίτερα στις υπηρεσίες, τα εθνικά εμπόδια περιορίζουν το μέγεθος της αγοράς που μπορεί να εξυπηρετήσει μια επιχείρηση. Το ΔΝΤ συνδέει την άρση αυτών των εμποδίων με μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας και υψηλότερη παραγωγικότητα. Η ΕΕ διαθέτει μεγάλο πληθυσμό και εισόδημα, αλλά οι επιχειρήσεις της δεν έχουν πάντοτε πρόσβαση σε μια αντίστοιχα μεγάλη ενοποιημένη αγορά.

Ανάλογος κατακερματισμός χαρακτηρίζει και τη χρηματοδότηση. Οι τράπεζες είναι απαραίτητες, αλλά ο δανεισμός δεν είναι πάντοτε κατάλληλος για νέες επιχειρήσεις με άυλα περιουσιακά στοιχεία, αβέβαιες αρχικές αποδόσεις και περιορισμένες εξασφαλίσεις. Οι αγορές μετοχών και τα επιχειρηματικά κεφάλαια μπορούν να αναλάβουν διαφορετικούς κινδύνους και για μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η ανάπτυξη μιας ενιαίας αγοράς κεφαλαίου θα μπορούσε να βελτιώσει τη χρηματοδότηση της καινοτομίας. Η αύξηση της αποταμίευσης, επομένως, δεν αρκεί χωρίς θεσμούς που τη διοχετεύουν σε αναπτυξιακές ευκαιρίες.

Στην ενέργεια, η έκθεση Draghi συνδέει τη διαρθρωτική αδυναμία με την ανάγκη κοινής πολιτικής. Προτείνει τρεις βασικές κατευθύνσεις: κάλυψη του χάσματος καινοτομίας, συντονισμό απανθρακοποίησης και ανταγωνιστικότητας, και περιορισμό στρατηγικών εξαρτήσεων. Εκτιμά πρόσθετες ετήσιες επενδυτικές ανάγκες περίπου 750–800 δισ. ευρώ, δημόσιες και ιδιωτικές. Η σημασία της πρότασης βρίσκεται στον συνδυασμό μεταρρυθμίσεων, χρηματοδότησης και κοινών προτεραιοτήτων.

Η δική μου εκτίμηση είναι ότι το ενεργειακό πρόβλημα δείχνει ιδιαίτερα καθαρά την ανάγκη αυτού του συνδυασμού. Η επιδότηση λογαριασμών μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της φθηνότερη και ασφαλέστερη προσφορά. Οι επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις χρειάζονται συντονισμό, επειδή τα οφέλη τους υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα. Παράλληλα, η κλιματική μετάβαση χρειάζεται προβλέψιμους κανόνες ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να σχεδιάζουν την ανανέωση του εξοπλισμού τους.

Η δημογραφική εξέλιξη κάνει την παραγωγική αναβάθμιση ακόμη πιο επείγουσα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει τη γήρανση και τη συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας. Λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται σταδιακά να στηρίξουν μεγαλύτερες ανάγκες συντάξεων και περίθαλψης. Η μεγαλύτερη συμμετοχή στην απασχόληση, η προσέλκυση δεξιοτήτων και η διά βίου εκπαίδευση αποκτούν συνεπώς μεγαλύτερη σημασία. Η δημογραφία δεν προκαθορίζει το εισόδημα μιας κοινωνίας, αλλά αυξάνει το κόστος της αδράνειας στην παραγωγικότητα και στην οργάνωση της εργασίας.

Στην ευρωζώνη, τα παραπάνω προβλήματα συνδυάζονται με μια πρόσθετη θεσμική αδυναμία. Το κοινό νόμισμα λειτουργεί μέσα σε οικονομίες με διαφορετικές παραγωγικές δομές και άνισους μηχανισμούς προσαρμογής. Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι η ενοποίηση των κεφαλαιαγορών μπορεί να ενισχύσει τον ιδιωτικό επιμερισμό κινδύνων, ιδιαίτερα εφόσον απουσιάζει κοινή δημοσιονομική πολιτική για την αντιμετώπιση ασύμμετρων διαταραχών. Η ίδια επένδυση σε χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση μπορεί επομένως να υπηρετεί δύο σκοπούς: υψηλότερη μακροχρόνια ανάπτυξη και αποτελεσματικότερη απορρόφηση κραδασμών και αντιμετώπιση κρίσεων.

Αυτό έχει άμεση σχέση με τις σημερινές νομισματικές δυσκολίες. Μια αύξηση επιτοκίων εφαρμόζεται σε όλη την ευρωζώνη, αλλά συναντά διαφορετική πιστωτική εξάρτηση, δημοσιονομική δυνατότητα και αναπτυξιακή δυναμική στις επί μέρους χώρες-μέλη. Όσο ασθενέστεροι είναι οι υπόλοιποι μηχανισμοί προσαρμογής, τόσο μεγαλύτερο βάρος αναλαμβάνουν η εθνική δημοσιονομική πολιτική και η αγορά εργασίας. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας βοηθά, αλλά χρειάζεται να συνοδεύεται από θεσμούς που περιορίζουν την ένταση των αποκλίσεων.

Τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι ήδη περιορισμένα. Στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026, το δημόσιο χρέος έφθανε το 88,8% του ΑΕΠ στην ευρωζώνη και το 82,9% στην ΕΕ. Τα εποχικά διορθωμένα τριμηνιαία ελλείμματα ήταν 3,3% και 3,5% αντίστοιχα. Η χαμηλή ανάπτυξη δυσκολεύει τη σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, ενώ η πίεση για νέες δαπάνες δημιουργεί ανταγωνιστικές προτεραιότητες. Επιπλέον, τα συγκεντρωτικά στοιχεία δεν αποτυπώνουν τις μεγάλες διαφορές δημοσιονομικής αντοχής μεταξύ των κρατών-μελών.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των προκλήσεων χρειάζεται προσεκτική επιλογή δαπανών. Οι γενικευμένες ενισχύσεις μπορούν να απορροφούν πόρους χωρίς μόνιμο παραγωγικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, η περικοπή χρήσιμων επενδύσεων για βραχυχρόνια βελτίωση των δημοσιονομικών και εξωτερικών ισοζυγίων μπορεί να αποδυναμώνει τη μελλοντική φορολογική βάση. Η αξιολόγηση έργων, οι διαφανείς προμήθειες και η λογοδοσία έχουν επομένως μεγάλη αναπτυξιακή σημασία. Η κοινή χρηματοδότηση ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών προϋποθέτει επίσης σαφή κριτήρια, ώστε οι πρόσθετοι πόροι να παράγουν οφέλη ευρύτερα από εκείνα των επιμέρους δικαιούχων.

Η έκθεση Draghi προσφέρει κατεύθυνση, αλλά η εφαρμογή απαιτεί πολιτικές επιλογές με πραγματικό κόστος. Η διεύρυνση του ανταγωνισμού επηρεάζει κατεστημένα συμφέροντα. Η κοινή εποπτεία περιορίζει εθνικές αρμοδιότητες. Η χρηματοδότηση κοινών έργων δημιουργεί διαφωνίες για την κατανομή βαρών και ωφελειών. Επιπλέον, οι παρεμβάσεις χρειάζονται προσοχή: η επιδίωξη μεγαλύτερων επιχειρήσεων δεν δικαιολογεί ανεξέλεγκτη συγκέντρωση αγοράς, ενώ η βιομηχανική πολιτική χρειάζεται αξιολόγηση αποτελεσμάτων για να αποφεύγει τη μόνιμη προστασία ανεπαρκών επενδύσεων.

Η σημερινή οικονομική κατάσταση ενισχύει την ανάγκη μιας τέτοιας στρατηγικής. Η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει τις άμεσες πιέσεις διατηρώντας χώρο για αλλαγές που αποδίδουν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Η προτεραιότητα είναι να συνδεθούν η ενιαία αγορά, η χρηματοδότηση, η τεχνολογία και η οικονομική σταθερότητα σε ένα εφαρμόσιμο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή πρόοδος θα δημιουργούσε σημαντικές ευκαιρίες, αλλά η αξιοποίησή τους θα εξακολουθούσε να εξαρτάται από εγχώριες επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Η διατηρήσιμη ευημερία απαιτεί αποτελεσματική δράση και στα δύο επίπεδα, τόσο στο ευρωπαϊκό, όσο και στο εθνικό.

Σύνδεσμος στην έκθεση Draghi για την Ανταγωνιστικότητα της ΕΕ

______________________________________

Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.

© Γιώργος Αλογοσκούφης