Γιώργος Αλογοσκούφης
________________________________________________________
Η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών αποφάσισε να απονείμει το Βραβείο της Τράπεζας της Σουηδίας στις Οικονομικές Επιστήμες στη Μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ για το 2026 στους Robert E. Hall, του Πανεπιστημίου Stanford, Καλιφόρνια, ΗΠΑ, και Michael Woodford, του Πανεπιστημίου Columbia, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ, «για τη μικροοικονομική θεμελίωση της μακροοικονομικής σταθεροποίησης».
Πρόκειται για μια βράβευση που είχε καθυστερήσει πολύ. Μαζί με πολλούς άλλους ερευνητές, οι φετινοί βραβευθέντες στις οικονομικές επιστήμες ανέπτυξαν «νέα κεϋνσιανά» μακροοικονομικά υποδείγματα, τα οποία έχουν βελτιώσει σημαντικά τη δυνατότητά μας να εφαρμόζουμε αποτελεσματική σταθεροποιητική πολιτική. Σύμφωνα με τα υποδείγματα αυτά, οι κατάλληλα χρονισμένες παρεμβάσεις δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής μπορούν να μετριάσουν τις οικονομικές διακυμάνσεις.
Στο κείμενο επιστημονικής τεκμηρίωσης για το Βραβείο της Τράπεζας της Σουηδίας στις Οικονομικές Επιστήμες στη Μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ για το 2026, η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Το φετινό βραβείο αναγνωρίζει δύο ερευνητές —τον Robert E. Hall και τον Michael Woodford— για την καθοριστική συμβολή τους στη διαμόρφωση ενός νέου μακροοικονομικού πλαισίου για τη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική σταθεροποίησης. Σε ένα θεμελιώδες άρθρο του 1978, ο Hall έδειξε ότι η θεωρία της εξομάλυνσης της κατανάλωσης —η ιδέα ότι οι καταναλωτές προτιμούν η κατανάλωσή τους να παραμένει σταθερή διαχρονικά— αποδείχθηκε εντυπωσιακά επιτυχής στην ερμηνεία των μεταβολών της συνολικής κατανάλωσης που παρατηρούνται στα δεδομένα. Η θεωρία είχε ορισμένα κοινά στοιχεία με την κεϋνσιανή θεωρία της κατανάλωσης, αλλά διέφερε θεμελιωδώς ως προς τις βάσεις της, καθώς στηριζόταν στην πλήρως ορθολογική συμπεριφορά καταναλωτών που λαμβάνουν υπόψη το μέλλον και όχι σε μηχανιστικούς εμπειρικούς κανόνες. Ειδικότερα, η θεωρία συνεπαγόταν ότι η κατανάλωση δεν μπορούσε να επηρεαστεί μέσω της κυβερνητικής πολιτικής τόσο εύκολα όσο θεωρούνταν προηγουμένως, γεγονός που ενδεχομένως περιόριζε την αποτελεσματικότητα της σταθεροποιητικής πολιτικής.
Μέσα από μια σειρά μεταγενέστερων εργασιών, οι οποίες στηρίχθηκαν τόσο στο πλαίσιο ανάλυσης της κατανάλωσης του Hall όσο και σε άλλες σημαντικές εξελίξεις της μακροοικονομικής θεωρίας κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, ο Michael Woodford αναδείχθηκε στον κύριο αρχιτέκτονα του λεγόμενου νέου κεϋνσιανού υποδείγματος: ενός ολοκληρωμένου πλαισίου μακροοικονομικής σταθεροποίησης, το οποίο αποτελεί σήμερα το βασικό εργαλείο των υπευθύνων χάραξης οικονομικής πολιτικής. Στη μονογραφία του το 2003, ο Woodford συνθέτει και αναπτύσσει περαιτέρω αυτό το γενικό πλαίσιο. Η αρχική θεωρία αποσκοπούσε κυρίως στη θεμελίωση της ανάλυσης της νομισματικής πολιτικής, αλλά στη συνέχεια εξελίχθηκε και στο βασικό εργαλείο ανάλυσης της δημοσιονομικής πολιτικής. Το υπόδειγμα ενσωματώνει αποκλίσεις από τον τέλειο ανταγωνισμό, με τις επιχειρήσεις να καθορίζουν τις τιμές τους προσθέτοντας περιθώρια κέρδους στο οριακό κόστος, καθώς και δυσκαμψίες τιμών και μισθών που εμποδίζουν την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων. Παρότι επιτρέπει στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις μεταβολές της κυβερνητικής πολιτικής, δείχνει πώς η κατάλληλη άσκηση δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής μπορεί να βελτιώσει την ευημερία, σταθεροποιώντας την οικονομία απέναντι σε διαταραχές.
Όταν η Μεγάλη Ύφεση έπληξε αιφνιδίως τις οικονομίες μας το 2008, το βασικό υπόδειγμα είχε ήδη διαμορφωθεί περίπου μία δεκαετία νωρίτερα. Αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμο στην πράξη, συμβάλλοντας στην επαναφορά της οικονομίας στη σωστή πορεία. Η συμβολή του δεν περιορίστηκε στην ανάλυση της κατάστασης, αλλά επεκτάθηκε και στην υπόδειξη νέων εργαλείων οικονομικής πολιτικής.
Οι συγκεκριμένες ερευνητικές συμβολές στις οποίες βασίζεται η βράβευση αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη και με σημαντική χρονική απόσταση μεταξύ τους. Το τελικό πλαίσιο μακροοικονομικής σταθεροποίησης στηρίζεται επίσης στη συμβολή πολλών διαφορετικών ερευνητών, μεταξύ των οποίων και αρκετοί βραβευθέντες με το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών».
Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί ακόμη ερευνητές έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της «νέας κεϋνσιανής» μακροοικονομικής, μεταξύ των οποίων ο εκλιπών Stanley Fischer, ο John Taylor, ο Olivier Blanchard, ο George Akerlof, η Janet Yellen, ο Joseph Stiglitz, ο Gregory Mankiw, ο David Romer, ο Laurence Ball, ο Jordi Galí και πολλοί άλλοι. Συμβολές τους περιλαμβάνονται στους δύο τόμους που εξέδωσε το MIT Press πριν από περισσότερα από 35 χρόνια:
Mankiw, N. G. και Romer, D. (επιμ.) (1991), New Keynesian Economics, Τόμος 1: Imperfect Competition and Sticky Prices [Ατελής ανταγωνισμός και δυσκαμψία τιμών], Τόμος 2: Coordination Failures and Real Rigidities[Αποτυχίες συντονισμού και πραγματικές δυσκαμψίες], Cambridge, Μασαχουσέτη: MIT Press.
Οι συμβολές αυτές έδωσαν ώθηση σε μια τεράστια ερευνητική βιβλιογραφία, στην οποία εντάσσεται και η δική μου έρευνα, και έχουν ενσωματωθεί σε εγχειρίδια προχωρημένης μακροοικονομικής, όπως:
Romer, D. (2001), Advanced Macroeconomics [Προχωρημένη Μακροοικονομική], πέμπτη έκδοση, 2019, Νέα Υόρκη: McGraw-Hill.
Alogoskoufis, G. (2019), Dynamic Macroeconomics [Δυναμική Μακροοικονομική], Cambridge, Μασαχουσέτη: MIT Press.
Ήταν καιρός η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών να αναγνωρίσει αυτό το σημαντικό ερευνητικό έργο, τιμώντας τους Robert Hall και Michael Woodford.
__________________________________________
Σύνδεσμος στην Ανακοίνωση της Βασιλικής Σουηδικής Ακαδημίας Επιστημών
