Γιώργος Αλογοσκούφης

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ το Σάββατο 27 Ιουνίου 2026 με τίτλο Άλαν Γκρίσπαν: Αρχιτέκτονας της Διεθνούς Οικονομικής Τάξης.

___________________________________________________________________________

Ο θάνατος του Άλαν Γκρίνσπαν σε ηλικία 100 ετών σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής στη διεθνή νομισματική ιστορία. Για σχεδόν δύο δεκαετίες, από το 1987 έως το 2006, ο Γκρίνσπαν βρέθηκε στο τιμόνι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της ισχυρότερης κεντρικής τράπεζας του κόσμου, διαμορφώνοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες λειτούργησε η παγκόσμια οικονομία κατά την περίοδο της αμερικανικής νομισματικής υπεροχής. Αν και η υστεροφημία του σκιάστηκε από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009, η συμβολή του στην καταπολέμηση του πληθωρισμού και στην εδραίωση του διεθνούς κανόνα του δολαρίου υπήρξε καθοριστική.

Γεννημένος στη Νέα Υόρκη το 1926, ο Γκρίνσπαν σπούδασε οικονομικά και ανέπτυξε νωρίς ενδιαφέρον για τη λειτουργία των αγορών και της νομισματικής πολιτικής. Μετά από μια επιτυχημένη καριέρα ως οικονομικός σύμβουλος και αναλυτής, αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής. Το 1987, ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέηγκαν τον επέλεξε για τη θέση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, διαδεχόμενος τον Πωλ Βολκερ, τον άνθρωπο που είχε ήδη καταπολεμήσει τον μεγάλο πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970.

Η σημαντικότερη ίσως συμβολή του Γκρίνσπαν ήταν η εδραίωση της νίκης κατά του πληθωρισμού. Όταν ανέλαβε, οι μνήμες της μεγάλης πληθωριστικής κρίσης των δεκαετιών του 1970 και των αρχών του 1980 παρέμεναν νωπές. Οι επενδυτές, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά εξακολουθούσαν να φοβούνται ότι οι τιμές θα μπορούσαν να ξεφύγουν ξανά από τον έλεγχο. Ο Γκρίνσπαν κατανόησε ότι η αξιοπιστία μιας κεντρικής τράπεζας είναι εξίσου σημαντική με τα ίδια τα επιτόκια.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ διατήρησε μια σταθερή προσήλωση στη σταθερότητα των τιμών. Ο πληθωρισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμεινε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, ενώ οι προσδοκίες για την μελλοντική του εξέλιξη σταθεροποιήθηκαν. Η επιτυχία αυτή συνέβαλε στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος χαμηλών ονομαστικών επιτοκίων, αυξημένης επενδυτικής δραστηριότητας και υψηλότερης οικονομικής ανάπτυξης. Η περίοδος αυτή έγινε γνωστή ως ο «Μεγάλος Μετριασμός» (Great Moderation), καθώς χαρακτηρίστηκε από σχετικά ήπιους οικονομικούς κύκλους και περιορισμένες πληθωριστικές πιέσεις.

Ο Γκρίνσπαν αντιμετώπισε επίσης με επιτυχία μια σειρά από σοβαρές χρηματοπιστωτικές αναταράξεις. Το χρηματιστηριακό κραχ του 1987, η κρίση των αποταμιευτικών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ, η μεξικανική κρίση του 1994, η ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997, η ρωσική κρίση του 1998 και η κατάρρευση του hedge fund Long-Term Capital Management δοκίμασαν επανειλημμένα την ανθεκτικότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο Γκρίνσπαν έδειξε αποφασιστικότητα και ευελιξία, διασφαλίζοντας τη ρευστότητα των αγορών και αποτρέποντας την ευρύτερη μετάδοση των κρίσεων.

Πέρα όμως από τη διαχείριση των κρίσεων, η μεγαλύτερη ίσως διεθνής κληρονομιά του ήταν η ενίσχυση του διεθνούς κανόνα του δολαρίου. Μετά την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα εισήλθε σε μια νέα εποχή κυμαινόμενων ισοτιμιών. Παρά την απουσία επίσημης σύνδεσης με τον χρυσό, το δολάριο όχι μόνο διατήρησε αλλά και ενίσχυσε τον ρόλο του ως το κυρίαρχο διεθνές νόμισμα.

Ο Γκρίνσπαν συνέβαλε αποφασιστικά στη διατήρηση και ενίσχυση αυτής της κυριαρχίας. Μέσα από τη συνεπή αντιπληθωριστική πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ενίσχυσε την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στους αμερικανικούς τίτλους. Οι κεντρικές τράπεζες συνέχισαν να διακρατούν το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων σε δολάρια, οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό τιμολογημένες στο αμερικανικό νόμισμα και οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές συνέχισαν να χρησιμοποιούν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα ως το βασικό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο.

Η δεκαετία του 1990 υπήρξε ίσως η χρυσή εποχή του διεθνούς κανόνα του δολαρίου. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου, η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση αύξησαν τη ζήτηση για δολαριακά περιουσιακά στοιχεία. Υπό την ηγεσία του Γκρίνσπαν, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έγινε de facto η κεντρική τράπεζα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι αποφάσεις της επηρέαζαν όχι μόνο την αμερικανική οικονομία αλλά και τις οικονομίες της Ευρώπης, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Βεβαίως, η αποτίμηση του έργου του δεν είναι μονοσήμαντα θετική. Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η παρατεταμένη περίοδος χαμηλών επιτοκίων μετά το 2001 συνέβαλε στη δημιουργία της φούσκας των ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Γκρίνσπαν επέδειξε υπερβολική εμπιστοσύνη στην αυτορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών και δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τους κινδύνους που συσσωρεύονταν στο τραπεζικό σύστημα. Μετά την κρίση του 2008, ο ίδιος παραδέχθηκε δημόσια ότι ορισμένες από τις πεποιθήσεις του σχετικά με την αποτελεσματικότητα της αυτορρύθμισης των αγορών αποδείχθηκαν λανθασμένες.

Ωστόσο, ακόμη και οι επικριτές του αναγνωρίζουν ότι η περίοδος της ηγεσίας του συνέπεσε με μια ιστορική φάση κατά την οποία ο πληθωρισμός υποχώρησε παγκοσμίως και η θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος ενισχύθηκε περαιτέρω. Η αξιοπιστία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ αποτέλεσε βασικό πυλώνα της διεθνούς οικονομικής σταθερότητας σε μια εποχή ταχύτατης παγκοσμιοποίησης.

Ο Άλαν Γκρίνσπαν υπήρξε περισσότερο από ένας κεντρικός τραπεζίτης. Υπήρξε ένας από τους αρχιτέκτονες της διεθνούς οικονομικής τάξης των τελευταίων δεκαετιών του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα. Η παρακαταθήκη του θα συνεχίσει να συζητείται για πολλά χρόνια: από τη μία πλευρά, ως εκείνου που συνέβαλε αποφασιστικά στην οριστική ήττα του μεγάλου πληθωρισμού· από την άλλη, ως του κεντρικού τραπεζίτη που συνδέθηκε με τις υπερβολές της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία θα τον κατατάξει ανάμεσα στις πλέον επιδραστικές μορφές της διεθνούς νομισματικής πολιτικής και ως έναν από τους σημαντικότερους θεματοφύλακες του διεθνούς κανόνα του δολαρίου.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ