Γιώργος Αλογοσκούφης

Το άρθρο αυτό δημόσιεύθηκε στην εφημερίδα Real News, ως guest editorial, στις 19 Ιουλίου 2026

___________________________________________________________________

Εδώ και μερικά χρόνια ακούγεται συχνά ότι η παγκοσμιοποίηση τελείωσε. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η εποχή της ανεμπόδιστης διεθνούς οικονομικής ολοκλήρωσης που χαρακτήρισε τις τρεις δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου πράγματι έχει παρέλθει. Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία απο-παγκοσμιοποίησης, αλλά σε μια νέα φάση της παγκοσμιοποίησης, με διαφορετικούς κανόνες, διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Η νέα αυτή πραγματικότητα θα επηρεάσει καθοριστικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας κατά την επόμενη δεκαετία.

Η πρώτη περίοδος της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έως περίπου το 2018, στηρίχθηκε στην απελευθέρωση του εμπορίου, στην εκρηκτική αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων και στην ένταξη εκατοντάδων εκατομμυρίων εργαζομένων από την Κίνα, την Ανατολική Ευρώπη και άλλες αναδυόμενες οικονομίες στην παγκόσμια αγορά. Οι επιχειρήσεις αναζητούσαν το χαμηλότερο δυνατό κόστος παραγωγής και οι κυβερνήσεις προωθούσαν την οικονομική ολοκλήρωση μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και περιφερειακών συμφωνιών.

Το μοντέλο αυτό αμφισβητήθηκε σταδιακά. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η στρατηγική αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας κατέδειξαν ότι η υπερβολική εξάρτηση από μακρινές διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες συνεπάγεται σημαντικούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους. Η οικονομική αποτελεσματικότητα δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό κριτήριο των επιχειρηματικών αποφάσεων. Η ανθεκτικότητα, η ασφάλεια των προμηθειών και η γεωπολιτική αξιοπιστία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα.

Η νέα παγκοσμιοποίηση διαμορφώνεται γύρω από τρεις μεγάλες μεταβάσεις.

Η πρώτη είναι η γεωοικονομική αναδιάταξη της παραγωγής. Οι επιχειρήσεις μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους σε χώρες που θεωρούνται πολιτικά αξιόπιστες ή γεωγραφικά εγγύτερες στις μεγάλες αγορές. Οι έννοιες της εγκαταστάσης σε φιλικές χώρες (friend-shoring), ή σε γειτονικές χώρες (near-shoring) έχουν πλέον ενταχθεί στο λεξιλόγιο της διεθνούς οικονομικής πολιτικής.

Η δεύτερη αφορά την τεχνολογική επανάσταση. Η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική, η αυτοματοποίηση και οι ψηφιακές υποδομές αλλάζουν ριζικά τον τρόπο παραγωγής. Το χαμηλό εργατικό κόστος χάνει σταδιακά τη σημασία που είχε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται πλέον κυρίως από την καινοτομία, τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και την ποιότητα των θεσμών.

Η τρίτη μετάβαση είναι η πράσινη οικονομία. Η ενεργειακή αυτονομία και η απεξάρτηση από τον άνθρακα αποτελούν πλέον όχι μόνο περιβαλλοντικό στόχο αλλά και εργαλείο οικονομικής και βιομηχανικής πολιτικής. Οι τεράστιες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, στις υποδομές αποθήκευσης και στις νέες τεχνολογίες δημιουργούν μια νέα παγκόσμια αγορά.

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Ελλάδα διαθέτει ορισμένα πλεονεκτήματα που πριν από λίγα χρόνια δεν αξιολογούνταν με τον ίδιο τρόπο. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά φυσική πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Ασία. Τα λιμάνια, οι εμπορευματικοί διάδρομοι, οι σιδηροδρομικές συνδέσεις και οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τον ρόλο της χώρας στις νέες ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα εξελίσσεται σταδιακά σε ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας, οι τερματικοί σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου και τα μεγάλα διεθνή ενεργειακά έργα ενισχύουν τη γεωοικονομική της σημασία.

Ανάλογες προοπτικές δημιουργούνται και στον ψηφιακό τομέα. Η εγκατάσταση διεθνών κέντρων δεδομένων, οι επενδύσεις μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και η ταχεία ψηφιοποίηση του Δημοσίου αποτελούν ενθαρρυντικές εξελίξεις. Ωστόσο, αυτές από μόνες τους δεν αρκούν για να μεταβάλουν το αναπτυξιακό υπόδειγμα της χώρας.

Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας παραμένει η χαμηλή παραγωγικότητα. Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, οι επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των αναγκών της οικονομίας, οι δαπάνες για έρευνα και καινοτομία παραμένουν σχετικά περιορισμένες και η εξειδίκευση των εξαγωγών εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό σε προϊόντα και υπηρεσίες μέσης τεχνολογικής έντασης. Η χώρα εξακολουθεί να στηρίζεται υπέρμετρα στον τουρισμό, στην οικοδομή και στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ η συμμετοχή της μεταποίησης και άλλων διεθνώς εμπορεύσιμων κλάδων παραμένει μικρότερη από ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας. Η νέα παγκοσμιοποίηση δεν θα ανταμείψει τις οικονομίες με το χαμηλότερο κόστος εργασίας, αλλά εκείνες που διαθέτουν υψηλή παραγωγικότητα, τεχνολογική υπεροχή, αποτελεσματικούς θεσμούς και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που θα στηρίζεται περισσότερο στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, στις εξαγωγές και στις ιδιωτικές επενδύσεις και λιγότερο στην κατανάλωση και στις μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες.

Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, η αναβάθμιση της εκπαίδευσης και η ενίσχυση της σύνδεσης πανεπιστημίων και επιχειρήσεων αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για αυτή τη μετάβαση. Το ίδιο ισχύει και για τη δημιουργία ενός σταθερού φορολογικού και θεσμικού περιβάλλοντος που θα προσελκύει μακροχρόνιες παραγωγικές επενδύσεις.

Η ιστορία της παγκοσμιοποίησης δείχνει ότι κάθε νέα περίοδός της δημιουργεί διαφορετικές ευκαιρίες. Οι χώρες που προσαρμόζονται έγκαιρα αποκτούν σημαντικά πλεονεκτήματα. Εκείνες που παραμένουν προσκολλημένες στα πρότυπα του παρελθόντος χάνουν έδαφος.

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια τέτοια ιστορική καμπή. Η νέα διεθνής οικονομία δεν απαιτεί απλώς μεγαλύτερη εξωστρέφεια· απαιτεί έναν βαθύ παραγωγικό μετασχηματισμό. Αν η χώρα κατορθώσει να τον πραγματοποιήσει, η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης μπορεί να αποτελέσει τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή ευκαιρία της μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να διαπιστώσουμε, για ακόμη μία φορά, ότι οι μεγάλες διεθνείς αλλαγές πέρασαν δίπλα μας χωρίς να τις αξιοποιήσουμε.

Σύνδεσμος στο άρθρο στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Real News