Ο θάνατος του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη, σε ηλικία 93 ετών, κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της μεταπολεμικής πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Με κοινοβουλευτική παρουσία που εκτεινόταν σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας γενιάς πολιτικών για την οποία η δημόσια ζωή ήταν πρωτίστως αποστολή, ευθύνη και καθήκον.

Γεννημένος στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 1933, σπούδασε Νομικά στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Φράιμπουργκ και το 1960 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής Αθηνών. Η νομική του παιδεία δεν αποτέλεσε απλώς το υπόβαθρο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Διαμόρφωσε τον θεσμικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε την πολιτική: με σεβασμό στους κανόνες, προσήλωση στη συνταγματική τάξη και βαθιά συναίσθηση της σημασίας των δημοκρατικών θεσμών.

Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1961 με την ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή και επανεξελέγη το 1963 και το 1964. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, συνελήφθη και διώχθηκε από το καθεστώς. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας συμμετείχε στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ως υφυπουργός Εσωτερικών και συνέβαλε στην οικοδόμηση της Νέας Δημοκρατίας και στην εδραίωση της Μεταπολίτευσης.

Στη μακρά κυβερνητική του διαδρομή ανέλαβε σειρά σημαντικών χαρτοφυλακίων: υφυπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εμπορίου, υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, υπουργός Εθνικής Άμυνας και υπουργός Δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα ως υπουργός Εθνικής Άμυνας, σε μια περίοδο μεγάλων διεθνών ανακατατάξεων και επίμονων ελληνοτουρκικών εντάσεων, άφησε το αποτύπωμα ενός σοβαρού και υπεύθυνου πολιτικού, προσηλωμένου στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Υπηρέτησε ακόμη ως αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας από το 1993 έως το 1997, αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και ευρωβουλευτής. Υπήρξε σταθερός ευρωπαϊστής, πιστεύοντας ότι η ισχυρή παρουσία της Ελλάδας στην Ευρώπη αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την ασφάλεια, τη δημοκρατία και την οικονομική της πρόοδο.

Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης ανήκε σε μια πολιτική παράδοση που συνδύαζε τον πατριωτισμό με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, την κομματική συνέπεια με τον σεβασμό προς τον αντίπαλο και την αποφασιστικότητα με την ευγένεια. Διακρινόταν για τη μετριοπάθεια, την αστική του ευπρέπεια και τη θεσμική του συμπεριφορά. Ακόμη και στις περιόδους έντονης πολιτικής πόλωσης, απέφευγε τον διχαστικό λόγο και υπερασπιζόταν τις θέσεις του με επιχειρήματα και αίσθηση μέτρου.

Έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων του, αφήνοντας τέσσερα παιδιά και μια σημαντική πολιτική και πνευματική παρακαταθήκη. Η απώλειά του προκαλεί θλίψη στην οικογένεια, στους φίλους και στους πολιτικούς συνοδοιπόρους του. Αποτελεί όμως και αφορμή να θυμηθούμε μια εποχή κατά την οποία η πολιτική, παρά τις συγκρούσεις και τις αδυναμίες της, διατηρούσε ισχυρή τη συνείδηση της ιστορικής της ευθύνης.

Η ελληνική δημόσια ζωή αποχαιρετά έναν ευπατρίδη της πολιτικής. Η μνήμη του θα παραμείνει συνδεδεμένη με τη δημοκρατική αναγέννηση της χώρας, την παράταξη που υπηρέτησε και την Ελλάδα της οποίας υπήρξε αφοσιωμένος λειτουργός.

Για μένα, ωστόσο, η απώλειά του έχει και μια βαθιά προσωπική διάσταση. Γνώρισα τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη το 1993 και συνδέθηκα στενότερα μαζί του κατά τη διαδικασία που οδήγησε, το 1997, στην εκλογή του Κώστα Καραμανλή στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Έκτοτε αναπτύξαμε μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης. Επί πολλά χρόνια γευματίζαμε κάθε εβδομάδα με την «παρέα της Παρασκευής», την οποία οργάνωνε ο αείμνηστος Πέτρος Μολυβιάτης. Οι συναντήσεις αυτές υπήρξαν για όλους μας μια πολύτιμη ευκαιρία πολιτικής συζήτησης, ανταλλαγής απόψεων και φιλικής επικοινωνίας. Ο Γιάννης με συμβούλευε πάντοτε με ειλικρίνεια, διακριτικότητα και γενναιοδωρία και με βοήθησε ουσιαστικά σε πολλές στιγμές της δημόσιας διαδρομής μου. Θα τον θυμάμαι με βαθιά εκτίμηση, ευγνωμοσύνη και αγάπη.

Θερμά συλλυπητήρια στον Θωμά, τον Μιλτιάδη, την Ελένη και τον Κωνσταντίνο.