Η απώλεια του Μιχάλη Φωτιάδη στερεί από την ελληνική αρχιτεκτονική έναν από τους σημαντικότερους και, συγχρόνως, πιο διακριτικούς εκπροσώπους της μεταπολεμικής γενιάς της. Σε μια διαδρομή μεγαλύτερη των έξι δεκαετιών, ο Φωτιάδης άφησε πίσω του ένα έργο εξαιρετικά ευρύ: κατοικίες, σχολεία, μουσεία, ξενοδοχεία, βιομηχανικά και εμπορικά κτίρια, συγκροτήματα γραφείων και δημόσιους χώρους. Το όνομά του, όμως, θα παραμείνει πρωτίστως συνδεδεμένο με το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης.
Απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών, σπούδασε αρχιτεκτονική στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποκτώντας Bachelor από το Oklahoma State University το 1961 και Master από το Massachusetts Institute of Technology το 1963. Επέστρεψε στην Ελλάδα σε μια περίοδο ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, αστικοποίησης και οικοδομικής επέκτασης. Αντί να περιοριστεί σε ένα αναγνωρίσιμο και επαναλαμβανόμενο ύφος, επιδίωξε συνειδητά την ποικιλία. Όπως ο ίδιος είχε επισημάνει, ουσιαστικό ζητούμενο για τον αρχιτέκτονα ήταν να αλλάζει θέματα, να μη γίνεται απλώς «ο αρχιτέκτων» μιας συγκεκριμένης κατηγορίας κτιρίων και να διατηρεί πάντοτε ζωντανή τη δημιουργική του διάθεση.
Αυτή η αντίληψη αποτυπώθηκε σε ένα πλούσιο και πολυσχιδές έργο: από τις υποδειγματικές κατοικίες της Εκάλης και την επέκταση του οικισμού των Άσπρων Σπιτιών έως τα γραφεία μεγάλων επιχειρήσεων, το εργοστάσιο Αλλατίνη στη Χαλκίδα, το Ναυτικό Μουσείο Οινουσσών, το Μουσείο Βορρέ και το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης «Γαία» του Μουσείου Γουλανδρή. Στα έργα του συνδύαζε τον μοντερνισμό με τον σεβασμό στον τόπο, τη λειτουργικότητα με την ανθρώπινη κλίμακα και την κατασκευαστική ακρίβεια με μια λιτή, ανεπιτήδευτη αισθητική.
Η κορυφαία στιγμή της σταδιοδρομίας του υπήρξε η συνεργασία του με τον Μπερνάρ Τσουμί για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ύστερα από την επικράτηση τους στον διεθνή διαγωνισμό του 2000. Ο Φωτιάδης δεν υπήρξε απλώς ο τοπικός συνεργάτης ενός διεθνούς αρχιτέκτονα. Συνέβαλε καθοριστικά στην προσαρμογή της αρχιτεκτονικής σύλληψης στις ιδιαιτερότητες του αθηναϊκού τοπίου, στα αρχαιολογικά ευρήματα και στις σύνθετες τεχνικές και θεσμικές απαιτήσεις του έργου. Το Μουσείο, που εγκαινιάστηκε το 2009, αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα δημόσια κτίρια της χώρας.
Ο Μιχάλης Φωτιάδης δεν επεδίωξε τη δημοσιότητα ούτε καλλιέργησε τον μύθο του αρχιτέκτονα-σταρ. Προτίμησε να μιλούν τα κτίριά του: καθαρά, λειτουργικά, ανοιχτά στο φως και στη φύση, προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν. Αυτή η σεμνότητα, μαζί με την επαγγελματική του ακεραιότητα και την προσήλωσή του στην ποιότητα, καθόρισε τόσο το έργο όσο και την παρουσία του.
Έφυγε ένας δημιουργός που συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της Ελλάδας. Παραμένουν, όμως, τα κτίριά του — και κυρίως εκείνο στη σκιά της Ακρόπολης — ως ζωντανή και διαρκής μαρτυρία της προσφοράς του.
Για τη Δίκα και εμένα, όμως, έφυγε πάνω απ’ όλα ένας αγαπημένος φίλος· ο άνθρωπος που δημιούργησε το σπίτι όπου ζούμε τα τελευταία 28 χρόνια και όπου μεγάλωσαν τα παιδιά μας. Μέσα από την καθημερινότητά μας, το έργο του και τις αναμνήσεις που αυτό στεγάζει, θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη, ευγνωμοσύνη και βαθύ σεβασμό.
Θερμά συλλυπητήρια στη Μέλπω και τα παιδιά τους.
Σύνδεσμος στο αφιέρωμα για τον Μιχάλη Φωτιάδη στην εφημερίδα Καθημερινή
