Νομισματικά καθεστώτα, διεθνείς διαταραχές και οικονομική πολιτική

Γιώργος Αλογοσκούφης

Η εξέλιξη του πληθωρισμού στην Ελλάδα κατά την τελευταία πεντηκονταετία αντανακλά με εντυπωσιακή καθαρότητα τις διαδοχικές μεταβολές του διεθνούς νομισματικού συστήματος, τις μεγάλες εξωτερικές διαταραχές και τις επιλογές της εγχώριας οικονομικής πολιτικής. Όπως δείχνει το γράφημα που επισυνάπτεται, μπορούν να διακριθούν τέσσερις περίοδοι: η αποσταθεροποίηση μετά την κατάρρευση του Bretton Woods, η μακρά εποχή του υψηλού πληθωρισμού και των διολισθήσεων της δραχμής, η αντιπληθωριστική πολιτική της «σκληρής δραχμής» και, τέλος, η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ.

Πληθωρισμός στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη: Νομισματικά Καθεστώτα, Διεθνείς Διαταραχές και Οικονομική Πολιτική

Όπως αναλύεται διεξοδικά στα πρόσφατα βιβλία μου, Πριν και Μετά το Ευρώ (2021) και Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση (2024), η σύγκριση με την περίοδο της συμμετοχής στην Ευρωζώνη αποκαλύπτει μια θεμελιώδη μεταβολή. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι διεθνείς διαταραχές προκαλούσαν στην Ελλάδα πολύ μεγαλύτερη και μονιμότερη αύξηση των τιμών από ό,τι στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Από την ένταξη στο ευρώ και μετά, οι δύο πληθωριστικές διαδρομές κινούνται πολύ πιο κοντά, αν και εξακολουθούν να εμφανίζονται αποκλίσεις λόγω διαφορών στην παραγωγική διάρθρωση, την ενεργειακή εξάρτηση, τη φορολογία και τις συνθήκες ανταγωνισμού.

Το γενικό δίδαγμα είναι ότι οι εξωτερικές διαταραχές μπορούν να πυροδοτήσουν τον πληθωρισμό, αλλά η ένταση και κυρίως η διάρκειά του εξαρτώνται από το νομισματικό καθεστώς, τη δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική, τη συμπεριφορά των μισθών και τη θεσμική αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας.

Η κατάρρευση του Bretton Woods και η πρώτη πετρελαϊκή κρίση

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα και στις ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν σχετικά χαμηλός, αλλά ήδη αυξανόταν. Το σύστημα του Bretton Woods, που είχε στηριχθεί σε σταθερές αλλά προσαρμόσιμες ισοτιμίες και στη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό, εισερχόταν στην τελική κρίση του. Η αναστολή της μετατρεψιμότητας του δολαρίου από τις ΗΠΑ τον Αύγουστο του 1971 και η γενίκευση των κυμαινόμενων ισοτιμιών το 1973 κατήργησαν μια βασική διεθνή άγκυρα νομισματικής σταθερότητας.

Η ελληνική δραχμή είχε συνδεθεί στενά με το δολάριο. Η υποτίμηση του αμερικανικού νομίσματος, η αύξηση των διεθνών τιμών των εμπορευμάτων και η ταχεία επέκταση της εγχώριας ζήτησης δημιούργησαν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις. Σε αυτές προστέθηκαν οι διοικητικές παρεμβάσεις στις τιμές και η απότομη αναπροσαρμογή τους όταν οι έλεγχοι κατέστησαν μη βιώσιμοι.

Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973–1974 μετέτρεψε την αρχική πληθωριστική έξαρση σε γενικευμένο κύμα αυξήσεων. Η τιμή του πετρελαίου πολλαπλασιάστηκε, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα οικονομίες όπως η ελληνική, με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση και περιορισμένη δυνατότητα υποκατάστασης των εισαγωγών. Ο ελληνικός πληθωρισμός ξεπέρασε πρόσκαιρα το 30%, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός κινήθηκε κοντά στο 10%.

Η διαφορά δεν οφειλόταν μόνο στο πετρέλαιο. Η εξωτερική διαταραχή επέδρασε πάνω σε μια οικονομία με ταχεία πιστωτική επέκταση, ισχυρή αύξηση της ζήτησης, εκτεταμένες διοικητικές ρυθμίσεις και ασθενή αντιπληθωριστική αξιοπιστία. Έτσι, ένα διεθνές σοκ προσφοράς μετατράπηκε σε ευρύτερη αύξηση μισθών, κόστους και τιμών.

Η εποχή της διολίσθησης και των υποτιμήσεων, 1975–1990

Μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση ο πληθωρισμός υποχώρησε, αλλά σταθεροποιήθηκε στην Ελλάδα σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα ευρωπαϊκά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 κυμαινόταν συνήθως μεταξύ 10% και 15%, ενώ στην Ευρώπη είχε αρχίσει να αποκλιμακώνεται.

Το νομισματικό καθεστώς της περιόδου στηριζόταν στη διαχειριζόμενη διολίσθηση της δραχμής. Η ονομαστική ισοτιμία υποτιμούνταν σταδιακά ώστε να αντισταθμίζει, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, τη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδας και εμπορικών εταίρων. Στόχος ήταν η προστασία της ανταγωνιστικότητας. Στην πράξη, όμως, δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός αμοιβαίας ενίσχυσης: ο υψηλός εγχώριος πληθωρισμός οδηγούσε σε υποτίμηση, η υποτίμηση αύξανε το κόστος των εισαγωγών και αυτό τροφοδοτούσε νέο πληθωρισμό.

Η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του 1979–1980, μετά την ιρανική επανάσταση και την αναταραχή στη Μέση Ανατολή, προκάλεσε νέα άνοδο του διεθνούς ενεργειακού κόστους. Στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αυξήθηκε σε περίπου 25%, έναντι περίπου 10% στην Ευρώπη. Η επιτάχυνση αποδείχθηκε πολύ πιο επίμονη από την ευρωπαϊκή. Ενώ στις μεγάλες προηγμένες οικονομίες η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής –με χαρακτηριστικότερη την πολιτική Volcker στις ΗΠΑ– οδήγησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε αποφασιστική αποκλιμάκωση, στην Ελλάδα ο πληθωρισμός παρέμεινε κοντά ή πάνω από το 20%.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα σχετιζόταν με τη δημοσιονομική επέκταση, τη γρήγορη αύξηση των ονομαστικών μισθών, την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, την πιστωτική χρηματοδότηση της οικονομίας και τις διαδοχικές υποτιμήσεις. Η ΑΤΑ προστάτευε βραχυπρόθεσμα τα εισοδήματα από την αύξηση του κόστους ζωής, αλλά ταυτόχρονα ενσωμάτωνε τον παρελθόντα πληθωρισμό στους μελλοντικούς μισθούς. Δημιουργούσε επομένως ισχυρή αδράνεια, καθιστώντας δυσκολότερη την αποκλιμάκωση χωρίς απώλειες παραγωγής και απασχόλησης.

Οι υποτιμήσεις του 1983 και του 1985 επιδίωξαν να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα και να περιορίσουν τα εξωτερικά ελλείμματα. Η υποτίμηση του 1985 εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο σταθεροποιητικό πρόγραμμα, που περιλάμβανε αυστηρότερη εισοδηματική πολιτική, περιορισμό της δημοσιονομικής επέκτασης και επιβράδυνση των μισθολογικών αυξήσεων. Ο πληθωρισμός μειώθηκε αισθητά κατά το 1986–1988, αλλά το πρόγραμμα χαλάρωσε πριν εδραιωθούν πλήρως τα αποτελέσματά του. Στο τέλος της δεκαετίας οι πληθωριστικές πιέσεις επανήλθαν, ενισχυμένες από τη δημοσιονομική αστάθεια, την πολιτική αβεβαιότητα και την άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Η περίοδος αυτή δείχνει τα όρια των υποτιμήσεων ως μόνιμου μέσου διατήρησης της ανταγωνιστικότητας. Μια υποτίμηση μπορεί πρόσκαιρα να μειώσει το σχετικό κόστος των εγχώριων προϊόντων. Εάν όμως ακολουθηθεί από αντίστοιχες αυξήσεις μισθών και τιμών, το πραγματικό όφελος εξαφανίζεται και απομένουν ο υψηλότερος πληθωρισμός και η προσδοκία νέων υποτιμήσεων.

Η πολιτική της «σκληρής δραχμής» και η ονομαστική σύγκλιση

Στη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε η αποφασιστικότερη καθεστωτική αλλαγή. Η προοπτική συμμετοχής στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση επέβαλε τη συμμόρφωση με τα κριτήρια του Μάαστριχτ και μετέτρεψε τη μείωση του πληθωρισμού σε κεντρικό στόχο της οικονομικής πολιτικής.

Η πολιτική της «σκληρής δραχμής» σήμαινε ότι η ονομαστική υποτίμηση θα ήταν μικρότερη από τη διαφορά πληθωρισμού της Ελλάδας από τους εμπορικούς της εταίρους. Η ισοτιμία χρησιμοποιήθηκε ως αντιπληθωριστική άγκυρα. Εφόσον οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι γνώριζαν ότι η απώλεια ανταγωνιστικότητας δεν θα αντισταθμιζόταν πλήρως μέσω της ισοτιμίας, δημιουργούνταν ισχυρότερο κίνητρο για συγκράτηση μισθών και τιμών.

Η στρατηγική υποστηρίχθηκε από υψηλά επιτόκια, περιοριστικότερη εισοδηματική πολιτική, σταδιακή δημοσιονομική προσαρμογή, απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο πληθωρισμός υποχώρησε από επίπεδα άνω του 20% στις αρχές της δεκαετίας σε περίπου 3% στο τέλος της. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι έως το 1999 είχε επιτευχθεί μείωση περίπου 18 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας.

Η προσαρμογή δεν ήταν χωρίς κόστος. Εφόσον ο ελληνικός πληθωρισμός παρέμενε για αρκετά χρόνια υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό, η δραχμή ανατιμούνταν σε πραγματικούς όρους. Αυτό συμπίεζε την ανταγωνιστικότητα και διεύρυνε τις εξωτερικές ανισορροπίες. Η υποτίμηση κατά την είσοδο της δραχμής στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών τον Μάρτιο του 1998 αποτέλεσε μικρή διόρθωση της συσσωρευμένης πραγματικής ανατίμησης. Ακολούθησαν υψηλά πραγματικά επιτόκια και νέα ανατίμηση της δραχμής μέσα στο επιτρεπόμενο περιθώριο του ΜΣΙ.

Παρά τις αδυναμίες της, η πολιτική υπήρξε καθοριστική. Έσπασε τη σύνδεση μεταξύ παρελθόντος και μελλοντικού πληθωρισμού, περιόρισε τις προσδοκίες υποτίμησης και προετοίμασε την ένταξη στο ευρώ τον Ιανουάριο του 2001.

Η συμμετοχή στο ευρώ: σταθερότητα αλλά και απώλεια εθνικών εργαλείων

Με την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, η Ελλάδα υιοθέτησε ένα εντελώς διαφορετικό νομισματικό καθεστώς. Η ισοτιμία έπαψε να αποτελεί εθνικό μέσο προσαρμογής και η νομισματική πολιτική μεταφέρθηκε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η σταθερότητα των τιμών, η ανεξαρτησία της ΕΚΤ και η απουσία συναλλαγματικού κινδύνου έναντι των εταίρων περιόρισαν δραστικά τον πληθωρισμό και τις προσδοκίες υποτίμησης.

Κατά την πρώτη δεκαετία του ευρώ, ο ελληνικός πληθωρισμός κυμαινόταν συνήθως μεταξύ 3% και 4%, έναντι περίπου 2% στην Ευρωζώνη. Η απόκλιση ήταν μικρή σε σύγκριση με το παρελθόν, αλλά σωρευτικά σημαντική. Αντανακλούσε ταχύτερη αύξηση της εγχώριας ζήτησης, πιστωτική επέκταση, μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών σε σχέση με την παραγωγικότητα και ακαμψίες στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Καθώς δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα υποτίμησης, η σωρευτική διαφορά πληθωρισμού μεταφραζόταν σε πραγματική ανατίμηση και απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και των εμπορευμάτων το 2007–2008 προκάλεσε προσωρινή επιτάχυνση του πληθωρισμού τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ελλάδα. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όμως, η κατάρρευση της ζήτησης και των τιμών της ενέργειας οδήγησε σε απότομη αποκλιμάκωση.

Η κρίση χρέους, τα μνημόνια και ο αποπληθωρισμός

Η ελληνική κρίση χρέους διαφοροποίησε έντονα την πορεία της χώρας από την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Το 2010 ο ελληνικός πληθωρισμός αυξήθηκε προσωρινά πάνω από 5%, κυρίως εξαιτίας των αυξήσεων του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Δεν επρόκειτο, όμως, για πληθωρισμό υπερβάλλουσας ζήτησης. Η οικονομία είχε ήδη εισέλθει σε βαθιά ύφεση.

Καθώς η δημοσιονομική προσαρμογή εντάθηκε, η ανεργία εκτινάχθηκε, οι μισθοί μειώθηκαν και η εγχώρια ζήτηση κατέρρευσε. Η «εσωτερική υποτίμηση» υποκατέστησε την αδύνατη πλέον ονομαστική υποτίμηση. Από το 2013 έως το 2016 η Ελλάδα βρέθηκε σε αποπληθωρισμό, με πτώση του γενικού επιπέδου τιμών, ενώ στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός παρέμενε χαμηλός αλλά κατά κανόνα θετικός.

Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, αλλά με πολύ υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Παράλληλα, ο αποπληθωρισμός αύξησε την πραγματική επιβάρυνση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και δυσχέρανε την ανάκαμψη. Η ελληνική εμπειρία υπογράμμισε ότι η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση προσφέρει ισχυρή προστασία από τον υψηλό πληθωρισμό και τις νομισματικές κρίσεις, αλλά απαιτεί δημοσιονομική πειθαρχία, ευελιξία τιμών και μισθών, υγιές τραπεζικό σύστημα και εναλλακτικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης των ασύμμετρων διαταραχών.

Η πανδημία και η ενεργειακή κρίση του 2021–2023

Η πανδημία του 2020 προκάλεσε αρχικά ύφεση και πολύ χαμηλό ή αρνητικό πληθωρισμό. Η μετέπειτα ανάκαμψη, όμως, ήταν εξαιρετικά γρήγορη. Η ταυτόχρονη επανεκκίνηση της διεθνούς ζήτησης συνάντησε περιορισμένη προσφορά, προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ελλείψεις πρώτων υλών και μεγάλη αύξηση του κόστους μεταφορών.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 προκάλεσε μια δεύτερη και ισχυρότερη διαταραχή, ιδίως στις τιμές του φυσικού αερίου, της ηλεκτρικής ενέργειας και των τροφίμων. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η ενεργειακή διαταραχή αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα της ευρωπαϊκής πληθωριστικής έξαρσης. Ο ετήσιος πληθωρισμός της Ευρωζώνης κορυφώθηκε στο 10,6% τον Οκτώβριο του 2022, ενώ στην Ελλάδα προσέγγισε το 12% λίγους μήνες νωρίτερα.

Η μεγαλύτερη αρχική επιτάχυνση στην Ελλάδα συνδεόταν με την υψηλή ενεργειακή εξάρτηση, τη μεγάλη βαρύτητα της ενέργειας και των τροφίμων στην κατανάλωση, αλλά και τη γρήγορη ανάκαμψη του τουρισμού και της εγχώριας ζήτησης. Παράλληλα, η δημοσιονομική στήριξη της πανδημίας και οι επιδοτήσεις ενέργειας προστάτευσαν εισοδήματα και επιχειρήσεις, αλλά διατήρησαν ισχυρότερη ζήτηση απ’ ό,τι θα υπήρχε διαφορετικά.

Η ΕΚΤ αντέδρασε από τον Ιούλιο του 2022 με την ταχύτερη αύξηση επιτοκίων στην ιστορία της, τερματίζοντας τα αρνητικά επιτόκια και περιορίζοντας τις αγορές τίτλων. Η πολιτική αυτή δεν μπορούσε να μειώσει άμεσα την τιμή του φυσικού αερίου. Μπορούσε όμως να εμποδίσει τη διάχυση του αρχικού σοκ σε όλους τους μισθούς και τις τιμές και να διατηρήσει αγκυρωμένες τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες.

Η υποχώρηση των τιμών της ενέργειας, η αποκατάσταση των εφοδιαστικών αλυσίδων, η περιοριστική νομισματική πολιτική και τα ισχυρά αποτελέσματα βάσης οδήγησαν σε ταχεία αποκλιμάκωση από το 2023. Το 2024–2025 ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη επέστρεψε κοντά στο 2%, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινε συχνά ελαφρώς υψηλότερος, περίπου στο 2,5%–3%. Η διαφορά εντοπίζεται πλέον λιγότερο στην ενέργεια και περισσότερο στις υπηρεσίες, στα τρόφιμα, στα ενοίκια και σε επιμέρους αγορές με περιορισμένο ανταγωνισμό.

Συμπεράσματα και προτεραιότητες πολιτικής

Το γράφημα συνοψίζει τρεις μεγάλες ιστορικές μεταβάσεις. Πρώτον, η Ελλάδα πέρασε από ένα καθεστώς στο οποίο οι υποτιμήσεις προσαρμόζονταν στον πληθωρισμό σε ένα καθεστώς όπου η σταθερή ισοτιμία χρησιμοποιήθηκε για να τον περιορίσει. Δεύτερον, με την ένταξη στο ευρώ εγκατέλειψε οριστικά την εθνική νομισματική προσαρμογή και απέκτησε μια ισχυρή ευρωπαϊκή άγκυρα σταθερότητας. Τρίτον, ο πληθωρισμός έπαψε να αποτελεί πρωτίστως ελληνικό νομισματικό φαινόμενο και έγινε περισσότερο κοινό ευρωπαϊκό αποτέλεσμα διεθνών διαταραχών, χωρίς να εξαφανιστούν οι εθνικές διαφορές.

Η κατάλληλη πολιτική σήμερα πρέπει να στηρίζεται σε σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων. Η ΕΚΤ οφείλει να διατηρεί τις προσδοκίες πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2%, αποφεύγοντας τόσο την πρόωρη χαλάρωση όσο και την υπερβολικά παρατεταμένη περιοριστική πολιτική. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι στοχευμένη: προσωρινή στήριξη των πραγματικά ευάλωτων απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές, χωρίς οριζόντια μέτρα που ενισχύουν τη συνολική ζήτηση και παρατείνουν τον πληθωρισμό.

Για την Ελλάδα, η ουσιαστικότερη αντιπληθωριστική πολιτική είναι διαρθρωτική. Απαιτείται ενίσχυση του ανταγωνισμού, μείωση της ενεργειακής εξάρτησης, καλύτερη λειτουργία των δικτύων μεταφοράς και της εφοδιαστικής αλυσίδας, αύξηση της παραγωγικότητας και περιορισμός των εμποδίων στην προσφορά κατοικιών και υπηρεσιών. Οι αυξήσεις των μισθών είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση των απωλειών αγοραστικής δύναμης, αλλά πρέπει μεσοπρόθεσμα να συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα και τον στόχο του πληθωρισμού.

Η εμπειρία από το 1970 έως σήμερα δείχνει ότι η σταθερότητα των τιμών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την κεντρική τράπεζα. Προϋποθέτει συνεπή δημοσιονομική πολιτική, ανταγωνιστικές αγορές, παραγωγικές επενδύσεις και θεσμούς που εμποδίζουν τις προσωρινές εξωτερικές ανατιμήσεις να μετατραπούν σε μόνιμη πληθωριστική διαδικασία. Το ευρώ περιόρισε δραστικά ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα της μεταπολεμικής ελληνικής οικονομίας. Δεν κατήργησε, όμως, την ανάγκη για εθνική οικονομική πολιτική. Άλλαξε όμως τα μέσα με τα οποία αυτή πρέπει να ασκείται.

Πριν και Μετά το Ευρώ: Οι Κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η Ελληνική Οικονομία, Αθήνα, Gutenberg, 2021

Πριν και Μετά τη Μεταπολίτευση: Θεσμοί, Πολιτική και Οικονομία στην Ελλάδα, Αθήνα, Gutenberg, 2024

______________________________________

Το Άρθρο της Εβδομάδας είναι μία κατηγορία αναρτήσεων στο ιστότοπο μου που στόχο έχει να προβληματίζει και να ενημερώνει τους επισκέπτες του. Κάθε Τρίτη στις 12:00 το μεσημέρι ώρα Ελλάδας, αναρτάται ένα άρθρο μου αναφορικά με μία πτυχή της ελληνικής, της ευρωπαϊκής ή και της διεθνούς οικονομίας. Τεκμηριωμένα επώνυμα σύντομα (έως 100 λέξεις) σχόλια για το άρθρο αυτό είναι ευπρόσδεκτα και μία επιλογή από τα σχόλια αυτά θα δημοσιεύεται κάτω από το άρθρο.

© Γιώργος Αλογοσκούφης